Legislator Case Law & Legislation
1266/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming distortion of court documents regarding property valuation evidence.

Case Number 1266/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision on property valuation. The appellants argued that the lower court distorted the content of specific judicial decisions regarding neighboring land values, which they submitted as comparative evidence. The court found this claim baseless because the lower court correctly read the documents and reached a different conclusion based on its own evaluation of the evidence, a matter not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 17 para. 2 Const.; Art. 18 para. 3 Const.: An appeal based on the alleged distortion of the content of submitted documents is inadmissible if the court of first instance correctly read the documents and reached a different conclusion based on its own evaluation of the evidence.

Keywords

AI generated
distortion of documents appellate review evidence evaluation property valuation judicial decisions comparative evidence appellant burden

Cited Legislation

AI generated
Art. 17 para. 2 Const.
Art. 18 para. 3 Const.
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 226/1999
OLAP 2/2008
OLAP 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1266 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1266/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ... Π... του Α..., κατοίκου ..., 2) Ε... Μ... του Μ..., κατοίκου ..., ως καθολικής διαδόχου της αποβιώσασας ενάγουσας μητέρας της Α... χήρας Μ... Μ..., το γένος Α... Π..., 3) Α... Μ... του Μ..., κατοίκου ..., ως καθολικής διαδόχου της αποβιώσασας ενάγουσας μητέρας της Α... χήρας Μ... Μ..., το γένος Α...Π..., 4) Μ... συζύγου Ε... Β..., το γένος Α... Π..., κατοίκου Σ..., 5) Μ... Χ... Π..., κατοίκου ..., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου των αποβιωσάντων εναγόντων πατέρα της Χ... Ι... Π... και της αδελφής της Α... Χ... Π..., 6) Φ... Χ... Π..., κατοίκου ..., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου των αποβιωσάντων εναγόντων πατέρα της Χ... Ι.... Π... και της αδελφής της Α... Χ.... Π..., 7) Δ... Λ... του Μ..., κατοίκου ..., 8) Α... Λ... του Μ..., κατοίκου ... και 9) Η... Λ... του Μ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ανούστη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2002 αγωγή των ήδη 1ου, 4ης, 5ης, 6ης, 7ου, 8ου και 9ου αναιρεσειόντων και των αρχικών διαδίκων Χ... Π... και Α... Π..., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3339/2004 εν μέρει οριστική, 5570/2010 και 1761/2011 μη οριστικές και 4801/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2016 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά για δημόσια ωφέλεια ... και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση". Στέρηση της ιδιοκτησίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελεί όχι μόνο η αφαίρεση της κυριότητας αλλά και ο ουσιώδης περιορισμός των εξουσιών του ιδιοκτήτη που απορρέουν από αυτή, αφού χωρίς αυτές η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και κενή ουσιαστικού περιεχομένου (Ολ.ΑΠ 226/1999).

Επίσης, στο άρθρο 18 παρ. 3 του ίδιου Συντάγματος ορίζεται ότι "ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με τις επιτάξεις ... για τη θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και υγεία", ενώ στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "μπορεί να προβλεφθεί με νόμο και κάθε άλλη στέρηση της ελεύθερης χρήσεως και καρπώσεως της ιδιοκτησίας, που απαιτείται από τις περιστάσεις".

Έτσι δεν αποκλείεται η θέσπιση από το νομοθέτη περιορισμών, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και για λόγους εξυπηρετήσεως του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, αναγόμενους ιδίως στο δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως ή απόλυτης καρπώσεως της ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι με αυτούς τους περιορισμούς δεν αχρηστεύεται ουσιαστικά το δικαίωμα της ιδιοκτησίας (Ολ.ΑΠ 226/1999, Ολ.ΑΠ 37/1988).

Ανάλογες ρυθμίσεις περιλαμβάνει το άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα στο άρθρο 1 του πιο πάνω πρωτοκόλλου ορίζεται ότι: "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί την ιδιοκτησία του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους, τους οποίους θα κρίνει αναγκαίους για τη ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον...". Στo πλαίσιo αυτό έχει προβλεφθεί με το άρθρο 5 παρ. 2 του α.ν. 1838/1951, ότι "επιτρέπεται η επίταξις υπό του Υπουργού των Δημοσίων Έργων χώρων ή πραγμάτων αμέσως αναγκαιούντων εις την εκτέλεσιν των έργων υπό όρους και αποζημιώσεις κανονιζομένους και εγκρινομένους υπό του Υπουργού μετά γνώμην του κατά το άρθρον 3 Συμβουλίου".

Ορίζεται δε στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ότι "εν ταις περιπτώσεσιν επιτάξεως η αποζημίωσις καταβάλλεται αμέσως, επιτρεπομένης της περαιτέρω διεκδικήσεως δια της δικαστικής οδού κατά τας κειμένας διατάξεις, προκειμένου δε περί απαλλοτριώσεων έχουσι εφαρμογήν αι διατάξεις του Ν.Δ. 145/1946, αρμοδίων όντων δια μεν την κήρυξιν της απαλλοτριώσεως του Υπουργού Δημοσίων Έργων, δια δε την σύνταξιν της εκτιμητικής εκθέσεως του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ελέγχου Ενισχύσεως Υδρεύσεως".

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η επίταξη ακινήτου μόνον όταν γίνεται για την αντιμετώπιση έκτακτων και προσωρινών αναγκών, ενώ εάν η ανάγκη είναι μόνιμη τότε πρέπει να χωρήσει αναγκαστική απαλλοτρίωση (ΑΠ 358/2012). Η επίταξη διαφέρει από την αναγκαστική απαλλοτρίωση γιατί, ενώ η τελευταία επιφέρει διαρκή στέρηση της χρήσης του πράγματος και μετάθεση της κυριότητάς του σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η επίταξη περιορίζεται στην προσωρινή αφαίρεση της χρήσης του πράγματος.

Ο καθού η επίταξη εξακολουθεί να έχει την κυριότητα και τη νομή, ενώ την κατοχή αποκτά η διοίκηση ή ο υπέρ ου η επίταξη. Η επίταξη διέπεται κατ' αρχήν από τις διατάξεις των ειδικών νόμων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί μίσθωσης, εφόσον συμβιβάζονται με την ιδιαίτερη φύση της επίταξης (ΑΠ 1144/2019, ΑΠ 480/2011).

Επομένως, η κατάληψη του ακινήτου, που γίνεται με επίταξη για θεραπεία μόνιμων αναγκών, αλλά και η παράταση της χρήσεως του πράγματος πέραν του εύλογου, κατά δικαστική κρίση, χρόνου για την αντιμετώπιση μόνιμων αναγκών, κείνται εκτός της έννοιας της επιτάξεως και εξομοιώνουν αυτήν με απαλλοτρίωση, για τη νομιμότητα της οποίας πρέπει να τηρηθούν αι προϋποθέσεις της κηρύξεως και συντελέσεώς της, διαφορετικά η κατάληψη του πράγματος είναι παράνομη και ο ιδιοκτήτης προστατεύεται με τις περί προστασίας της ιδιοκτησίας διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ( ΑΠ 71/1987, ΑΠ 633/1985).

Έτσι, αν έγινε κατάληψη ακινήτου από δημόσια Αρχή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη νομίμου επιτάξεως που απαιτούνται κατά το Σύνταγμα, ο κύριος του ακινήτου, μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του και να ζητήσει με αγωγή του ενώπιον των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων την αναγνώριση της κυριότητάς του, την απόδοση του ακινήτου και αποζημίωση για τη ζημία από την παράνομη κατάληψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1096-1099, 914, 297 και 298 του Αστικού Κώδικα (Ολ.ΑΠ 21/2005, ΑΠ 71/1987, ΣτΕ 3090/2009).

Εξάλλου, στο άρθρο 9 του ν. 3208/2003 ορίζεται: "1. Τα δάση και οι δασικές εν γένει εκτάσεις διακρίνονται από άποψη ιδιοκτησίας σε δημόσια και ιδιωτικά. 2. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων, δημόσιων και ιδιωτικών, εκτός αν προέχει για την εθνική οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλει το δημόσιο συμφέρον κατά τις ειδικές προβλέψεις εν γένει δασικής νομοθεσίας".

Επίσης, στο άρθρο 6 του ν. 998/1979 ορίζονται τα εξής: "1. Εις άς περιπτώσεις είναι απαραίτητον όπως προσδιορισθή η αξία δάσους ή δασικής εκτάσεως δι οιανδήποτε αιτίαν, ο προσδιορισμός ούτος ενεργείται επί τη βάσει της θέσεως, της μορφής και της συστάσεως ως και της τυχόν εις δασικά προϊόντα αποδόσεως του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, της ιδιοσυστασίας του εδάφους και των λοιπών φυσικών χαρακτηριστικών αυτού, λαμβανομένης υπ όψιν της, κατά νόμον, αδυναμίας χρησιμοποιήσεώς των προς οικιστικούς σκοπούς ή άλλην εκμετάλλευσιν ξένην προς τον προσδιορισμόν αυτού.

Δια τον εν λόγω προσδιορισμόν δεν δύναται να ληφθούν υπ' όψιν συγκριτικά στοιχεία αναφερόμενα εις γειτονικάς οικοπεδικάς εκτάσεις ή έτερα στοιχεία εμφανίζοντα το δάσος ή την δασικήν έκτασιν, ως έχοντα οικοπεδικήν αξίαν. 2. Εφ' όσον, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, τμήματα δάσους ή δασικής εκτάσεως ήθελον διατεθή προς οικοδομικήν ή άλλην, πλην της δασοπονικής φύσεως εκμετάλλευσιν και παρίσταται ανάγκη προσδιορισμού της αξίας αυτών, ταύτα εκτιμώνται ως έχοντα οικοπεδικήν αξίαν, βάσει της θέσεως εις ην ευρίσκονται και των λοιπών προσδιοριστικών της αξίας αυτών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και τα κατά το τελευταίον εδάφιον της προηγουμένης παραγράφου".

Σύμφωνα προς τις προπαρατεθείσες διατάξεις, προκειμένου να προσδιορισθεί η αποζημίωση που δικαιούται ο κύριος ιδιωτικής δασικής έκτασης, για την παράνομη κατάληψη αυτής από τρίτο μετά την προηγηθείσα επίταξη αυτής από δημόσια Αρχή, για δημόσια ωφέλεια, και εφόσον η απόδοση αυτής έχει καταστεί αδύνατη στον ιδιοκτήτη της λόγω εγκαταστάσεως σ' αυτήν σταθερών δομικών έργων και άλλης φύσεως υποδομών, ξένων προς την ιδιοστασία και τον χαρακτήρα του δάσους, προκειμένου η αποζημίωση να εναρμονίζεται προς τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει αυτή να προσδιοριστεί βάσει των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 998/1979 (ΑΠ 358/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1624/2017, ΑΠ 623/2016, ΑΠ 358/2012), όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1207/2018).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Δεν υπάρχει δε ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνισταμένης σε παντελή έλλειψη αιτιολογίας, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της αξίας του ακινήτου και, συνακόλουθα, της καθορισθείσας αποζημίωσης, προβάλλουν δε προς επιστήριξη του λόγου αυτού τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο α) δεν αναφέρει από ποια ακριβώς στοιχεία προέκυψε η κρίση του, ότι η οικοπεδική αξία της καταληφθείσας από την αναιρεσίβλητη επίμαχης εδαφικής έκτασης, βάσει της θέσης της και των συγκριτικών στοιχείων των γειτονικών οικοπεδικών εκτάσεων, ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε 15 ευρώ ανά τ.μ., προσδιορίζοντας έτσι την οφειλόμενη αποζημίωση συνολικά στο ποσό των 99.090 ευρώ, και β) δεν διευκρινίζει για ποιον ακριβώς λόγο δέχτηκε ότι η ως άνω εδαφική έκταση έχει μικρότερη αξία από αυτήν των 25 ευρώ ανά τ.μ., στην οποία είχε προσδιοριστεί πρωτοδίκως και στην οποία προσδιορίστηκε δικαστικά με βάση αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις η οικοπεδική αξία της γειτονικής εδαφικής έκτασης των κληρονόμων της Ε....Κ..., που επίσης καταλήφθηκε υπαίτια και παράνομα από την αναιρεσείβλητη για τον ίδιο σκοπό.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, καθόσον δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή των οποίων υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε, διότι οι προβαλλόμενες πιο πάνω ελλείψεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλ' αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται σαφώς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, εφόσον όμως αυτός περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό.

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

Α.Π. 3/1997), καθώς και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1955/2009, ΑΠ 94/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως (ΑΠ 1566/2017) Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1437/2017). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής για τον καθορισμό της αποζημίωσης παρανόμως καταληφθέντος, υπό το πρόσχημα της επιτάξεως, ακινήτου, είναι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η πραγματική αξία του ακινήτου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ τα προβαλλόμενα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η αξία αυτή, δεν είναι πράγματα με την ως άνω έννοια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα και η λήψη ή μη υπόψη αυτών δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως (πρβλ.

ΑΠ 883/2019, ΑΠ 997/2009, ΑΠ 1782/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος αυτού), οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον επαναφερθέντα με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους ουσιώδη ισχυρισμό, ότι η αξία του καταληφθέντος ακινήτου τους δεν ανέρχεται σε 25 ευρώ ανά τ.μ., όπως καθορίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά στο αιτηθέν με την αγωγή τους ποσό των 147 ευρώ ανά τ.μ., το οποίο ανταποκρίνεται στην οικοπεδική αξία αυτού, την προνομιακή, σε σχέση με το όμορο ακίνητο των κληρονόμων Ε....

Κ...(που καθορίστηκε η αξία του το έτος 1993 σε 25 ευρώ ανά τ.μ), θέση και μορφολογία του εδάφους του, αφού το δικό τους ακίνητο βρίσκεται στο σχετικά ψηλότερο σημείο της όλης από δεκαετιών εποικισμένης περιοχής "Σ... - ...", σε προνομιακή θέση στην κορυφή του λόφου, με πανοραμική και απεριόριστη θέα σε όλο το νησί, ενώ το μέγιστο τμήμα του και ιδίως εκείνο, όπου κατασκευάστηκε η δεξαμενή, και ο περιβάλλον αυτήν περιφραγμένος χώρος, αποτελούσε και αποτελεί επίπεδη, ομαλή και καλλιεργήσιμη αγροτική έκταση, η οποία μάλιστα σε αντίθεση με το ακίνητο των κληρονόμων Κ...

είναι προσβάσιμη. Όμως, όλοι οι προβληθέντες με τον ως άνω αναφερόμενο λόγο εφέσεως ισχυρισμοί, δεν είναι αυτοτελείς και δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αλλά αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς υποστήριξη των απόψεών τους για το ζήτημα της αξίας του καταληφθέντος από την αναιρεσίβλητη ακινήτου και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία αναφέρεται ότι "δεν τυγχάνει εφικτή η αυτουσία απόδοση της ως άνω καταληφθείσης εκτάσεως από την εναγομένη προς τους αντιδίκους της και ως εκ τούτου οφείλεται προς αυτούς αποζημίωση, η οποία λόγω της οριστικής και μονίμου αλλοιώσεως του φυσικού χαρακτήρος της εκτάσεως, προσδιορίζεται βάσει της οικοπεδικής αξίας αυτής, της θέσεως αυτής, καθώς και των συγκριτικών στοιχείων των γειτονικών και παρακειμένων οικοπεδικών εκτάσεων σε χρηματικό ύψος δέκα πέντε (15) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (οικοπεδικής αξίας) κατά τον κρίσιμο χρόνο...", σαφώς προκύπτει ότι όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για τον καθορισμό της οφειλόμενης από την αναιρεσίβλητη αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 365/2019, ΑΠ 1349/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο (κατά το δεύτερο σκέλος) και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με την αξία του καταληφθέντος ακινήτου και τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα 1) την ένορκη κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του μάρτυρα Γ...

Π..., 2) την υπ' αριθμ. 5459/2004 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνος του μάρτυρα Γ... Β..., 3) την υπ' αριθμ. 4919/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθώς και τα παρακάτω έγγραφα: Α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των κληρονόμων Ε... Κ..., Ι... Β... και Σ... Μ... (που περιλαμβάνονται στην με αριθ. 1813/2004 έκθεση διεξαγωγών), Β) 20 φωτογραφίες του επιδίκου, της θέσεως, του ορίζοντα, της περιοχής του κ.λ.π., Γ) Δικαστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά, με τις οποίες προσδιορίστηκαν τιμές μονάδος από το 1993 έως και 2000 για εντός και εκτός σχεδίου ακίνητα που απαλ/θηκαν αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου, της ΕΥΔΑΠ και του Ο.Σ.Κ., ήτοι τις υπ' αριθμ. 44/1995, 26/1997, 3082/1997, 7102/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, τις 1400/1997, 936/1995, 432/1999, 748/2007 και 288/2013 του Εφετείου Πειραιώς και την 358/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με αποτέλεσμα να προσδιορίσει την αξία του ακινήτου των αναιρεσειόντων σε 15 ευρώ ανά τ.μ..

Ωστόσο, από την βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίες εμπεριέχονται στα υπ' αριθ. 3339/2004 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την υπ' αριθ. 5459/2-3-2004 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σαλαμίνος Ασήμως Τσιλιβίγκου, τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και τις συνταχθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από το δικαστήριο πραγματογνωμόνων, σε συνδυασμό και τη γενομένη στο σκεπτικό ρητή μνεία ότι για τον προσδιορισμό της οικοπεδικής αξίας του ενδίκου ακινήτου ελήφθησαν υπόψη και τα συγκριτικά στοιχεία "των γειτονικών και παρακείμενων οικοπεδικών εκτάσεων", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ανωτέρω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική αξιολόγησή τους ή να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις των αναιρεσειόντων κρίση του, η παράλειψη δε σχολιασμού αυτών δεν στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως.

Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την αξία του ακινήτου των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και, ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικά από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμα του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου προσκομισθέντων από αυτούς εγγράφων και ειδικότερα της υπ' αριθμ. 4919/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και της υπ' αριθμ. 288/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, οι οποίες καθόρισαν την αξία γειτονικού με το επίδικο ακινήτου στο ποσό των 25 ευρώ ανά τ.μ., καθόσον, ενώ προσκόμισαν και επικαλέστηκαν αυτές ως συγκριτικά στοιχεία, παρ' όλα αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αξία της ένδικης εδαφικής έκτασης ήταν μικρότερη από αυτή, που με τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις προσδιορίστηκε η αξία της όμορης με τη δική τους οικοπεδικής έκτασης, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενο των εν λόγω δικαστικών αποφάσεων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω συγκριτικών στοιχείων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2017 αίτηση των 1) Γ... Π..., 2) Ε... Μ..., 3) Α... Μ..., 4) Μ... συζ. Ε... Β..., 5) Μ...Π..., 6) Φ... Π..., 7) Δ... Λ..., 8) Α... Λ... και 9) Η... Λ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 248/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ