1266/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1266/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αμοιβή του δικηγόρου για τις προσφερόμενες υπηρεσίες του καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1266 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1266/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Κωστήρη, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Ν. Χ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κράια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 586/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 30/1/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την από 30-1-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 586/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 78/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία είχεν απορριφθεί η από 30-9-2011 αγωγή του. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ασκηθείσα έφεση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556, 558,564, 566παρ.1, και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ).
2.- Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξέθετε ότι με σύμβαση εργολαβίας δίκης που καταρτίσθηκε δυνάμει του από 4-6-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτού, ως δικηγόρου, και της εναγομένης, η τελευταία του ανέθεσε τη διεξαγωγή της λεπτομερώς περιγραφομένης στην αγωγή (μη εργατικής) υποθέσεως και συγκεκριμένα την ικανοποίηση της απαίτησής της σε βάρος της τότε ...
Τράπεζας και ήδη ... Τράπεζας ποσού 70.541,201 δραχμών, με αμοιβή ανερχόμενη στο 15% του αντικειμένου της, εξαρτημένη από την επιτυχή τελεσίδικη έκβαση της δίκης και με τον όρο ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα δικαιούται να λάβει καμία αμοιβή, ενώ στη συνέχεια, στα πλαίσια της ίδιας εντολής και εργολαβίας δίκης με τους ίδιους όρους, διεξήγαγε και τη δίκη που άνοιξε με την έκδοση της με αριθμό 316/1994 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών μετά από αίτηση της παραπάνω Τράπεζας σε βάρος της ήδη εναγομένης.
Ζήτησε, δε, επικαλούμενος και την πλήρωση της παραπάνω αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η αμοιβή του, με την αμετάκλητη επιτυχή έκβαση των παραπάνω δικών και μετά από μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 390.205,00 Ευρώ και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 50.000,00 Ευρώ, ποσά που στο σύνολό τους (440.205 Ευρώ) αντιστοιχούν στην αμοιβή του επί του όλου αντικειμένου των δικών που του ανατέθηκαν από την εναγομένη και που είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο πλήρωσης της αίρεσης (έτος 2007) στο ποσό του 1.000.000.000 δραχμών, άλλως να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 31.052,68 Ευρώ, που αντιστοιχεί στην αμοιβή του για το ποσό του αντικειμένου της εργολαβίας της δίκης των 70.541.201 δραχμών κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας (εργολαβικού δίκης).
3.- Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92 και 94 του κατά τον επίδικο χρόνο ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων ( Ν.Δ 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. του Α.Κ. προκύπτει ότι ο δικηγόρος ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη (Α.Π. 321/2017).
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις προσφερόμενες υπηρεσίες του καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία.
Ως επιτυχή έκβαση της δίκης (άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων), νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα ή αμετάκλητα, αν αυτό έχει συμφωνηθεί, δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική επίλυση της διαφοράς.
Το αυτό όμως ισχύει και στην περίπτωση συμφωνίας που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, όπως επί εξώδικης λύσης της διαφοράς, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία νομικής συμπαράστασης και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος.
Η σχετική περί εργολαβίας δίκη συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ. 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το νόμο 4194/ 2013, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής, μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 38 του Εισ.ΝΑΚ., εκτός αν αφορά εργατικές διαφορές οπότε η συμφωνία του εργαζόμενου με το δικηγόρο πρέπει, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου (92) του Κώδικα περί Δικηγόρων, να καταρτισθεί εγγράφως (ΑΠ 399/2015, Α' Δημοσίευση ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ").
Η ως άνω συμφωνία όμως πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται σαφώς από τις περιστάσεις, ενώ σε περίπτωση που διαπιστωθεί έστω και εμμέσως, η ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις περί τούτου δικαιοπρακτικές δηλώσεις των μερών, το Δικαστήριο οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.( Α.Π. 176/2018, ΑΠ 896/2013, Α.Π. 1310/2011).
Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσης στο πλαίσιο εφαρμογής των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και το πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει τη δήλωση βούλησης, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Επίσης, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 220/2016). Ειδικότερα για τη διαμόρφωση της σχετικής του κρίσης αναφορικά με την ερμηνεία του συμφωνηθέντος όρου περί δικηγορικής αμοιβής, οσάκις τοιαύτη ερμηνεία καθίσταται αναγκαία κατά τα ήδη προεκτεθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, μεταξύ των λοιπών στοιχείων, οφείλει να λάβει υπόψη του και τη ρύθμιση του άρθρου 37 στοιχ.
δ του εγκριθέντος από το διοικητικό συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 4.1.1980 Κώδικα Δεοντολογίας του δικηγορικού λειτουργήματος, όπου ορίζεται ότι η συμφωνία για την αμοιβή και τις δαπάνες πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να την καταλαβαίνει καλά ο πελάτης και να μην έχει καμιά δικαιολογία για αμφισβητήσεις, διαμαρτυρίες, παράπονα και διαπληκτισμούς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 416/1993).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ συνιστά όμως και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 220/2016, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 715/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1580/1995).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συνκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Ειδικότερα οι ίδιοι ως άνω κανόνες (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 220/2016, ΑΠ 683/2010, ΑΠ 416/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 04.06.1987 ιδιωτικού συμφωνητικού η ήδη εναγομένη Α. συζ. Ν. Χ., το γένος Α. Σ., ανέθεσε στον ενάγοντα ως δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Σερρών, τη δικαστική ή εξώδικη ικανοποίηση απαίτησής της που θα περιγραφεί στη συνέχεια.
Της εντολής αυτής είχαν προηγηθεί τα εξής : Η ήδη εναγομένη, όπως και η Ε., χήρα Α. Σ., ήταν ομόρρυθμα μέλη της εδρεύουσας στις Σέρρες ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....", η οποία είχε συστηθεί κατά το έτος 1971 και λύθηκε στις 30.06.1981, είχε δε αντικείμενο την εκκόκκιση και την εμπορία βάμβακος. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της η εταιρία αυτή είχε λάβει, για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας, από την τότε "...." και ήδη "... ...", πίστωση ποσού 93.000.000 δρχ.
δυνάμει της με αριθμό …0/1971 αρχικής σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις συμπληρωματικής πιστώσεως. Με βάση ειδική συμφωνία, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η κάθε επιμέρους χρηματοδότηση, η τράπεζα συνιστούσε ενέχυρο επί συγκεκριμένης ποσότητας βάμβακος, που βρισκόταν στις αποθήκες της εταιρίας, με ταυτόχρονη παράδοση των κλειδιών των αποθηκών στην ενεχυρούχο δανείστρια τράπεζα.
Όταν βρισκόταν πελάτης για την πώληση του εμπορεύματος, η τράπεζα αποδέσμευε τη συγκεκριμένη ποσότητα, συνιστώντας ενέχυρο επί της απαιτήσεως της πιστούχου εταιρίας έναντι του εκάστοτε αγοραστή. Με τη λύση της εταιρίας σταμάτησε η χρηματοδότησή της από την παραπάνω τράπεζα, ενώ ο λογαριασμός εξυπηρετείτο κανονικά, μέσω της προεκτεθείσας διαδικασίας (αποδέσμευση ενεχυριασμένων ποσοτήτων εμπορευμάτων προς πώληση και πίστωση του λογαριασμού με το εισπραττόμενο τίμημα).
Πριν όμως τη λύση της, από το μήνα Απρίλιο του 1981, η παραπάνω συνεταίρος της ήδη εναγόμενης άρχισε να λειτουργεί ατομική επιχείρηση, την οποία το έτος 1982 μετέτρεψε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." και προκειμένου να αποπερατώσει τις καινούργιες κτιριακές εγκαταστάσεις και να ανταποκριθεί στα λειτουργικά έξοδα της δικής της πλέον επιχείρησης, συνήψε ατομικά και για λογαριασμό της δάνεια με την ίδια τράπεζα, η οποία, στις 08.09.1982, για εξασφάλιση απαίτησής της σε βάρος αποκλειστικά της συνεταίρου της ήδη εναγομένης, συνέστησε ενέχυρο σε εμπορεύματα ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρίας, στην οποία μετείχε και η ήδη εναγομένη, τα οποία μάλιστα αρνείτο να αποδώσει.
Έτσι η ήδη εναγομένη συναίνεσε σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ποσού 10.000.000 δραχμών, ενώ είχε ήδη εγγράφει προσημείωση υποθήκης σε βάρος της για το ποσό των 45.000.000 δραχμών. Τα εμπορεύματα αυτά τελικά αποδεσμεύτηκαν στις 06.09.1986 και πωλήθηκαν αντί 29.461,286 δραχμών, από τις οποίες οι 27.995.158 δραχμές πιστώθηκαν στο λογαριασμό της τράπεζας και 1.466.201 δραχμές καταβλήθηκαν στην Προνομιούχο Ανώνυμη Εταιρία …..
Ελλάδος (…..) για δικαιώματα αποθηκεύσεως των εμπορευμάτων. Με βάση τα παραπάνω το χρέος της ομόρρυθμης εταιρίας το έτος 1982 ανερχόταν στο ποσό των 37.348.827 δραχμών, η δε αξία των παράνομα δεσμευθέντων εμπορευμάτων στο ποσό των 30.000.000 δραχμών, δηλαδή η οφειλή ήταν 7.348,827 δραχμές, πλέον τόκων υπερημερίας και συνολικά 15.925.000 δραχμές, ενώ από την ως άνω συμπεριφορά της τράπεζας, το χρέος ανήλθε στο ποσό των 85.000.000 δραχμών +1.466.201 δραχμές που κατέβαλε η ομόρρυθμη εταιρία στην ….., δηλαδή συνολικά σε 86.466.201 δραχμές.
Επομένως, εξαιτίας της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς της τράπεζας, η ομόρρυθμη εταιρία της όφειλε επιπλέον ποσό 70.541.201 Ευρώ (86.466.201-15.925.000). Για την ικανοποίηση της απαίτησής της αυτής η ήδη εναγομένη απευθύνθηκε στον ενάγοντα και του ανέθεσε, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, από κοινού με έτερο δικηγόρο (τον Παναγιώτη Λαδά) δυνάμει του προαναφερθέντος από 04-06-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού, που όπως συνάγεται από το παρακάτω εκτιθέμενο περιεχόμενό του, είχε τα στοιχεία της σύμβασης εργολαβίας δίκης, τη δικαστική ή εξώδικη ικανοποίησή της.
Συγκεκριμένα, στο συμφωνητικό αυτό αναφέρονταν τα εξής : "Η πρώτη συμβαλλομένη έχει απαίτησιν κατά της ..."...", η οποία απαίτησις έχει σαν έρεισμα το γεγονός ότι αυτή, σε συνεργασία με την Ε. χήρα Α. Σ. συνέστησε ενέχυρο επί εμπορευμάτων αξίας 30.000.000 δραχμών.... Το υπέρ της ... ενέχυρον συνεστήθη επί εμπορευμάτων κυριότητος της εν Σέρραις εδρευούσης και εν εκκαθαρίσει τελούσης ομορρύθμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν'..." προς εξασφάλισιν όμως απαιτήσεώς της από την Ε.
Σ.. Έτσι με την ενέργειά της αυτή η αντίδικος της πρώτης συμβαλλομένης Τράπεζα εζημίωσε την εταιρεία...με το ποσό των 70.541.201 δραχμών, την ίδια δε την α' συμβαλλομένην προσωπικά με το ποσό των 50.000.000 δραχμών.
Συνεπώς το σύνολον της απαιτήσεώς της πρώτης συμβαλλομένης από την ... ανέρχεται εις το ποσόν των 120.541.201 δραχμών. Ήδη η πρώτη συμβαλλομένη αναθέτει εις τους δευτέρους συμβαλλομένους δικηγόρους την εργασίαν όπως δικαστικώς ή εξωδίκως επιδιώξουν την ικανοποίησιν της ανωτέρω απαιτήσεώς της των 120.541.201 δραχμών με τους εξής όρους και συμφωνίας : 1.
Ως αμοιβή τους οι δεύτεροι συμβαλλόμενοι θα λάβουν ποσοστόν 30% ή 15% έκαστος εξ αυτών, για κάθε ποσό που θα εισπράξει η πρώτη συμβαλλομένη από την αντίδικόν της .... Εννοείται ότι και ο συμψηφισμός οποιουδήποτε ποσού με χρέη της ανωτέρω εταιρίας ..."...θεωρείται είσπραξις παρ' αυτής και συνεπώς και επί του ποσού τούτου υποχρεούται να καταβάλη το 15% εις έκαστον των συμβαλλομένων - δικηγόρων. 2.
Άπαντα τα έξοδα δια την έγερσιν της αγωγής και δι'οποιανδήποτε απαιτηθησόμενην δικαστικήν ή εξώδικον ενέργειαν θα βαρύνουν την πρώτην συμβαλλομένην. 3. Οι δεύτεροι συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωσιν να διεξαγάγουν την δίκην μέχρι τελεσιδίκου ή και αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως και γενικά να κάνουν κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια προς ικανοποίησιν των απαιτήσεων της πρώτης συμβαλλομένης χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβουν οποιαδήποτε αμοιβή.... 4.
Ρητώς συμφωνείται ότι την παραπάνω αμοιβήν θα δικαιούνται οι δεύτεροι συμβαλλόμενοι έστω και αν ήθελεν περατωθή η υπόθεσις συμβιβαστικώς, αναγκασθησομένης τυχόν της αντιδίκου εις οποιοδήποτε στάδιο της υποθέσεως να καταβάλει εις την πρώτην συμβαλλομένην ή εις την εταιρείαν ..." τα δικαιούμενα παρ' αυτών ποσά ή αντί καταβολής να συμψηφίσει ποσόν με χρέη της παραπάνω εταιρείας.
Εννοείται ότι εις περίπτωσιν καταβολής ή συμψηφισμού μέρους του αξιωμένου ποσού των 120.541.201 δραχμών οι δεύτεροι συμβαλλόμενοι θα λάβουν και πάλι το συμφωνηθέν ποσοστόν τους αλλά επί του επιδικασθησομένου ή συμβιβαστικώς καταβληθησομένου ή συμψηφισθησομένου μέρους αυτού." Συνοπτικά, με το συμφωνητικό αυτό, που συνιστά σύμβαση εργολαβίας δίκης, ο ενάγων, μαζί με τον δικηγόρο Παναγιώτη Λαδά, ανέλαβαν να διεκδικήσουν από την πιο πάνω τράπεζα το ποσό των 70.541.201 Ευρώ, ως θετική ζημία της ομόρρυθμης εταιρίας, καθώς και το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ως αποθετική ζημία της ήδη εναγόμενης ατομικά, που προήλθε από τη δέσμευση εμπορευμάτων αξίας 30.000.000 δραχμών, ιδιοκτησίας της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας, για ατομικό χρέος της Ε.
Σ., έναντι αμοιβής που ορίστηκε σε ποσοστό 15% επί του προαναφερόμενου ποσού ή του ποσού που θα επιδικαστεί ή με οποιοδήποτε τρόπο θα καταβληθεί στην εναγομένη, συμπεριλαμβανομένου και του συμψηφισμού με χρέη της πιο πάνω εταιρίας, καθώς και της περίπτωσης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Στη συνέχεια, και σε εκτέλεση της εντολής της ήδη εναγομένης που δόθηκε με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ήδη ενάγων δικηγόρος κατέθεσε για λογαριασμό της την από 22-6-1987 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά της παραπάνω τράπεζας, με αντικείμενο την καταβολή του ποσού των 120.541.201 δραχμών.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η 278/14.10.1997 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που την απέρριψε ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημα καταβολής ποσού 70.541.201 δραχμών, με την αιτιολογία ότι δεν υπέστη ζημία η εναγομένη (τότε ενάγουσα), αφού η ομόρρυθμη εταιρία δεν κατέβαλε το ποσό αυτό, υποδεικνύοντας την άσκηση αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής περί μη υπάρξεως του χρέους, άλλως την άσκηση ανακοπής σε τυχόν έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση το προαναφερόμενο χρέος.
Στη συνέχεια, με την 2804/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε τελεσίδικα η παραπάνω αγωγή στο σύνολο της. Πριν τελεσιδικήσει η παραπάνω υπόθεση, η προαναφερθείσα τράπεζα κατήγγειλε τη μεταξύ αυτής και της ομόρρυθμης εταιρίας της ήδη εναγομένης σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και προέβη στην έκδοση της με αριθμό 316/1994 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας (της οποίας ομόρρυθμο μέλος ήταν η ήδη εναγομένη), για το ποσό των 15.000.00 δραχμών, το οποίο η ήδη εναγομένη, ως ομόρρυθμο μέλος της, είχε αναγνωρίσει ότι οφείλει και το οποίο με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας είχε ανέλθει σε 94.672.436 δραχμές.
Στη συνέχεια ο ήδη ενάγων άσκησε κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, κατ' εντολή της ήδη εναγομένης, την από 23.12.1994 ανακοπή, που με την 31/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τη διάταξη της επί των τόκων ανατοκισμού. Κατά της αποφάσεως του παραπάνω δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η 2803/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας ο ήδη ενάγων άσκησε, κατ' εντολή της ήδη εναγομένης, την από 20.01.2000 αίτηση αναίρεσης, που έγινε δεκτή κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου σχετικού με την εσφαλμένη απόρριψη ως μη νόμιμου του λόγου της ανακοπής της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας και η υπόθεση αναπέμφθηκε με την 1045/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου προς εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Η μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίστηκε στο Εφετείο για τη δικάσιμο της 30.04.2004, κατά την οποία παραστάθηκε ο δικηγόρος …. Γεώργιος Κράιας, καθώς ο ενάγων ήδη από την … είχε εκλεγεί ….. Τελικώς, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, αφού με την 2066/2004 εξαφάνισε την 31/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά τη διάταξή της περί απόρριψης του έβδομου λόγου της ανακοπής των εκκαλουσών κατά της 316/1994 διαταγής πληρωμής, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος και διέταξε αποδείξεις, με την 2123/2007 απόφασή του δέχθηκε τελεσίδικα την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, κατά ουσιαστική παραδοχή του παραπάνω λόγου της ανακοπής.
Ειδικότερα, η απόφαση του Εφετείου δέχθηκε ότι η καθ' ης τράπεζα, μετά την κατά το έτος 1982 παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της, για την οποία εκκρεμεί (εκκρεμούσε τότε) σε βάρος της αγωγή αποζημιώσεως (η προαναφερθείσα από 22.06.1987 αγωγή), και το γεγονός ότι το Σεπτέμβριο του έτους 1986 δέχθηκε να αποδεσμεύσει τα εμπορεύματα, τα οποία στη συνέχεια εκποιήθηκαν αντί τιμήματος 29.461.386 δραχμών, εκ των οποίων με 27.995.386 δραχμές πιστώθηκε ο λογαριασμός της, έκτοτε δεν επεδίωξε την είσπραξη αξίωσης από τον ανοικτό λογαριασμό μέχρι το έτος 1994, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει σ' αυτήν την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να το πράξει στο μέλλον λόγω της υπέρτερης ζημίας που της είχε προκαλέσει και ότι με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της τράπεζας προς είσπραξη του ποσού των 15.000.000 δραχμών από την τότε ανακόπτουσα εταιρία.
Όσον αφορά τώρα στην κρίσιμη σύμβαση εργολαβίας δίκης που καταρτίσθηκε μεταξύ των ήδη διαδίκων δυνάμει του προαναφερθέντος από 04.06.1987 ιδιωτικού συμφωνητικού και πιο συγκεκριμένα όσον αφορά στο κρίσιμο ζήτημα αν η σύμβαση αφορούσε και τη δίκη επί της προαναφερθείσας ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, όπως υποστηρίζει ο ενάγων, ή μόνον την προαναφερθείσα από 22.06.1987 αγωγή αποζημιώσεως, όπως υποστηρίζει η εναγομένη, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αφορούσε μόνον την υπόθεση για την οποία ασκήθηκε η προαναφερθείσα αγωγή.
Αυτό συνάγεται κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο από τη διατύπωση του ίδιου του από 4- 6-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού (εργολαβικού), που δεν αφήνει καμία αμφιβολία περί της βούλησης των συμβαλλομένων μερών και ειδικότερα από την αναφορά του σε συγκεκριμένη υπόθεση, με την ανάληψη επιθετικής ενέργειας της ήδη εναγομένης κατά της παραπάνω τράπεζας, με τη διεκδίκηση του προαναφερθέντος συγκεκριμένου ποσού των (70.541.201 +50.000.000) 120.541.201 δραχμών, το οποίο θεωρούσε ότι έχει ζημιωθεί, και όχι βέβαια για τη διενέργεια άλλων δικαστικών πράξεων, όπως η άσκηση ανακοπής κατά της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής, που άλλωστε ήταν ανύπαρκτη κατά τη σύνταξη του συμφωνητικού, αφού εκδόθηκε πολύ μεταγενέστερα, κατά το έτος 1994 και αφορούσε άλλο ποσό, εκείνο των 15.000.000 δραχμών, πλέον τόκων, το οποίο η ήδη εναγομένη συνομολογούσε.
Ή, με άλλη διατύπωση, από τις δύο υποθέσεις που είχαν μεταξύ τους χρονική απόσταση και σαφώς διακριτό αντικείμενο, και συγκεκριμένα από μία υπόθεση με αντικείμενο την είσπραξη συγκεκριμένου ποσού αποζημίωσης, με επιθετική ενέργεια από την οποία θα ωφελείτο η ήδη εναγομένη και από την ωφέλειά της θα κατέβαλε στον ήδη ενάγοντα ποσοστό 15% ή την αντίστοιχη απομείωση τυχόν οφειλής της προς την ως άνω τράπεζα, με συμψηφισμό του ποσού αυτού με χρέη της ομόρρυθμης εταιρίας και από μία δεύτερη (κατά πολύ μεταγενέστερη) υπόθεση, με αντικείμενο την αποσόβηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδόταν για την ομολογημένη οφειλή των 15.000.000 δραχμών (πλέον τόκων), το εργολαβικό αφορούσε σαφώς και αναμφιβόλως την πρώτη και μόνον υπόθεση.
Εν κατακλείδι, η σύμβαση εργολαβίας δίκης που καταρτίσθηκε μεταξύ των ήδη διαδίκων δυνάμει του προαναφερθέντος από 04.06.1987 ιδιωτικού συμφωνητικού, αφορά σαφώς και αναμφιβόλως μόνον την υπόθεση, για την οποία ασκήθηκε η προαναφερθείσα αρχική από 22-06-1987 αγωγή, που είχε ως αντικείμενο την καταβολή ποσού120.541.201 δραχμών, και αφορούσε σε αποζημίωση υπέρ της ομόρρυθμης εταιρίας και της εναγομένης, από την παράνομη ενεχύραση των εμπορευμάτων από την πιστώτρια τράπεζα και όχι και τη δίκη επί της ανακοπής κατά της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής της τράπεζας που επακολούθησε.
Για τη δίκη αυτή έγινε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, νεώτερη συμφωνία μεταξύ του ήδη ενάγοντος δικηγόρου και της εναγομένης όχι πλέον με τη μορφή της εργολαβίας δίκης, αλλά με την πολύ συνήθη στην πράξη μορφή διακανονισμού της δικηγορικής αμοιβής με απλή συμφωνία για αμοιβή κατ' αποκοπή για την κάθε ξεχωριστή ενέργειά του επί της δίκης αυτής.
Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη από τον ενάγοντα σύμβαση εργολαβίας δίκης για τη δίκη επί της ανακοπής, πρέπει να απορριφθεί το στηριζόμενο στη σύμβαση αυτή κύριο αίτημα της αγωγής του, που αφορά στην αμοιβή του για τη δίκη αυτή. Περαιτέρω, δε, αφού με την τελεσίδικη απόρριψη, με τη με αριθμό 2804/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, της από 22-06-1987 αγωγής αποζημίωσης, ματαιώθηκε η αίρεση, από την οποία οι διάδικοι είχαν εξαρτήσει την ενέργεια της συμβάσεως εργολαβίας δίκης (που καταρτίσθηκε δυνάμει του από 04.06.1987 ιδιωτικού συμφωνητικού και αφορούσε μόνον την αρχική δίκη που προαναφέρθηκε), ο ενάγων δεν δικαιούται καμίας αμοιβής, δηλαδή ούτε και αυτής που επικουρικά ζητεί με την αγωγή του.
Σημειώνεται, ότι δεν συντελέσθηκε βέβαια πλήρωση της αίρεσης αυτής με την προαναφερθείσα 2123/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διότι με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε τελεσίδικα η διαταγή πληρωμής όχι για άλλον λόγο παρά μόνον κατά παραδοχή ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας.
Πιο συγκεκριμένα, ανεξάρτητα από τα (προεκτεθέντα) πραγματικά περιστατικά που και κατά τις παραδοχές του Εφετείου θεμελίωναν την παραπάνω ένσταση, την αναφορά δηλαδή και στην αρχική αγωγή αποζημίωσης, η με την απόφαση του Εφετείου ακύρωση της διαταγής πληρωμής δεν μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί και ως συμψηφισμός της απαίτησης που ασκήθηκε με την από 22-06-1987 αγωγή ή ως συμβιβαστική περαίωση της υποθέσεως εκείνης, ώστε να θεωρηθεί ότι πληρώθηκε η αίρεση, υπό την οποία τελούσε η αμοιβή του ενάγοντος (επί της αγωγής αποζημιώσεως), κατά τους σχετικούς όρους του ιδιωτικού συμφωνητικού.
Και βέβαια δεν συνιστά τέτοιο συμψηφισμό ή συμβιβαστική περαίωση της υποθέσεως η μερική παραδοχή της ανακοπής κατά της 316/1994 διαταγής πληρωμής με την 31/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, αφού η ακύρωση δεν αφορούσε παρά τη διάταξη της διαταγής πληρωμής περί ανατοκισμού των τόκων. Με βάση όλες τις παραπάνω παραδοχές η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη τόσο κατά το κύριο όσο και κατά το επικουρικό της αίτημα".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στο σύνολό της ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 28-9-2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ομοίως αποφανθείσας με αριθμό 78/2013 οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 30-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης …..2 ΕΡΓ 41/2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη τεσσάρων μελών αυτού και συγκεκριμένα της Πηνελόπης Ζωντανού, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Αποστόλου Παπαγεωργίου, Θεοδώρου Τζανάκη και Νικολάου Πιπιλίγκα, Αρεοπαγιτών, το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, δεδομένου ότι στις παραδοχές του, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, δεν περιέχεται έμμεση - ούτε κατά μείζονα λόγο ρητή - διαπίστωσή του περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στο από 4-6-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είχε τα στοιχεία της σύμβασης εργολαβίας δίκης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, χωρίς να προβεί σε ερμηνευτική προσέγγιση του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού (εργολαβικού), δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο αυτού με σαφήνεια και αναμφίβολα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στον αναιρεσείοντα με την ιδιότητά του ως δικηγόρου όπως επιδιώξει δικαστικώς ή εξωδίκως, από κοινού με έτερο δικηγόρο (τον Παναγιώτη Λαδά), την ικανοποίηση συγκεκριμένης απαίτησής της συνολικού ποσού 120.541.201 δραχμών, προς αποζημίωσή της για την θετική ζημία ύψους 70.541.201 δραχμών, που υπέστη η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "....", της οποίας αυτή (αναιρεσίβλητη) ήταν ομόρρυθμο μέλος, όπως και για την αποθετική ζημία ύψους 50.000.000 δραχμών, που υπέστη η ίδια η αναιρεσίβλητη ατομικά, λόγω της δέσμευσης εμπορευμάτων αξίας 30.000.000 δραχμών, ιδιοκτησίας της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας, για ατομικό χρέος του έτερου ομορρύθμου μέλους αυτής Ε.
Σ.. Η δε δίκη που ανοίχθηκε με την ανακοπή που άσκησε ο αναιρεσείων με την ιδιότητά του ως δικηγόρου της αναιρεσίβλητης κατά της 316/1994 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της Τράπεζας με την επωνυμία "...." και ήδη "... ...", σε βάρος της προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρίας (της οποίας ομόρρυθμο μέλος ήταν η ήδη αναιρεσίβλητη) το Εφετείο δέχθηκε ότι αφορούσε άλλη υπόθεση, που δεν συμπεριλαμβάνονταν στο επίδικο συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, διότι επρόκειτο για απαίτηση της παραπάνω Τράπεζας, ποσού 15.000.00 δραχμών (που με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας είχε ανέλθει σε 94.672.436 δραχμές) από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού , την οποία σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού είχε συνάψει η Τράπεζα με την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "....".
Για τη δίκη δε αυτή τη σχετική με την απαίτηση της Τράπεζας από τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού έγινε δεκτό ότι υπήρξε νεώτερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς την δικηγορική αμοιβή του αναιρεσείοντος όχι πλέον με τη μορφή της εργολαβίας δίκης, αλλά με την συνήθη στην πράξη μορφή διακανονισμού της δικηγορικής αμοιβής με απλή συμφωνία για αμοιβή κατ' αποκοπή για την κάθε ξεχωριστή ενέργειά του επί της δίκης αυτής.
Συνεπώς, εφόσον το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στο από 4-6-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό, ορθά δεν προσέφυγε ούτε υπήρχε ανάγκη να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, αν και διαπίστωσε κενό, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ουσιαστική αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμες αμφότερες τις βάσεις (κύρια και επικουρική) της αγωγής αυτού, δεχόμενο αφενός ότι η σύμβαση εργολαβίας δίκης που συνήψε ο αναιρεσείων δικηγόρος με την αναιρεσίβλητη αφορούσε μόνο την δίκη της αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης κατά της Τράπεζας, όχι δε και τη δίκη επί της προαναφερθείσης ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, την οποία αυτός είχε αναλάβει επίσης ως δικηγόρος της αναιρεσίβλητης και αφορούσε απαίτηση της Τράπεζας από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, που είχε συνάψει η τελευταία με την ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμο μέλος ήταν η αναιρεσίβλητη, αφετέρου δε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αμοιβής με βάση την σύμβαση εργολαβίας δίκης, για μεν την πρώτη υπόθεση διότι δεν πληρώθηκε η αίρεση της επιτυχούς έκβασης της δίκης, για δε την δεύτερη υπόθεση διότι δεν υπήρχε ανάθεση της υπόθεσης αυτής με το εργολαβικό.
Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει στο αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η σύμβαση εργολαβίας δίκης αφορούσε μόνον την υπόθεση για την οποία ασκήθηκε η προαναφερθείσα αγωγή αποζημίωσης και ότι "αυτό συνάγεται κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο από τη διατύπωση του ίδιου του από 4-6-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού (εργολαβικού), που δεν αφήνει καμία αμφιβολία περί της βούλησης των συμβαλλομένων μερών και ειδικότερα από την αναφορά του σε συγκεκριμένη υπόθεση, με την ανάληψη επιθετικής ενέργειας της ήδη εναγομένης κατά της παραπάνω τράπεζας, με τη διεκδίκηση του προαναφερθέντος συγκεκριμένου ποσού των (70.541.201 +50.000.000) 120.541.201 δραχμών, το οποίο θεωρούσε ότι έχει ζημιωθεί, και όχι βέβαια για τη διενέργεια άλλων δικαστικών πράξεων, όπως η άσκηση ανακοπής κατά της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής, που άλλωστε ήταν ανύπαρκτη κατά τη σύνταξη του συμφωνητικού, αφού εκδόθηκε πολύ μεταγενέστερα, κατά το έτος 1994 και αφορούσε άλλο ποσό, εκείνο των 15.000.000 δραχμών, πλέον τόκων, το οποίο η ήδη εναγομένη συνομολογούσε".
Είναι δε άνευ έννομης σημασίας εάν το εργολαβικό περιλάμβανε μόνο την ανάληψη επιθετικής ενέργειας της αναιρεσίβλητης κατά της Τράπεζας ή και τη διενέργεια άλλων δικαστικών πράξεων, δεδομένου ότι στην υπό κρίση περίπτωση καθοριστικό είναι το γεγονός ότι η άσκηση ανακοπής κατά της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής, δεν έγινε στα πλαίσια διεκδίκησης του αιτούμενου από την αναιρεσίβλητη για αποζημίωσή της ποσού των 120.541.201 δραχμών αλλά αναφερόταν σε άλλη υπόθεση (απαίτηση της Τράπεζας κατά της ομόρρυθμης εταιρείας από αλληλόχρεο λογαριασμό).
Κατά συνέπεια, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζει τα αντίθετα .
Ένα μέλος του Δικαστηρίου και δη ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς είχε την ακόλουθη γνώμη ως προς τους από τους αριθμούς 1 και 19 πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης. Ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του αφενός μεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, στους οποίους παρέλειψε να προσφύγει για την ερμηνεία της έννοιας και της έκτασης του περιεχομένου του συνομολογηθέντος συμβατικού όρου της εντολής που περιέχεται στο από 4-6-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων δια του οποίου η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα δικηγόρο όπως δικαστικώς ή εξωδίκως επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της του ποσού των 70.541.201 δραχμών που αντιπροσωπεύει τη ζημία της από την παράνομη συμπεριφορά της τότε ...
Τράπεζας και ήδη ... Τράπεζας και που συναρτάται με αντίστοιχη οφειλή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " ..." και αυτής ως ομορρύθμου μέλους της προς την ως άνω τράπεζα, καθόσον μολονότι εμμέσως διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας ως προς την έννοια της έκτασης του περιεχομένου του ως άνω συνομολογηθέντος συμβατικού όρου της εντολής με το από 4-6-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν προσέφυγε στις ως άνω διατάξεις για την ερμηνεία των δηλώσεων της βούλησης των διαδίκων σχετικά με τη δοθείσα στον ενάγοντα εντολή με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, αφετέρου δε, διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κατάρτιση ή μη σχετικής συμφωνίας και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ενώ με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχεται: Ότι σε εκτέλεση της εντολής της ήδη εναγομένης που δόθηκε με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ήδη ενάγων δικηγόρος κατέθεσε για λογαριασμό της την από 22-06-1987 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά της παραπάνω τράπεζας, με αντικείμενο την καταβολή του ποσού των 120.541.201 δραχμών και ότι επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η 278/14.10.1997 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που την απέρριψε ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημα καταβολής ποσού 70.541.201 δραχμών, με την αιτιολογία ότι δεν υπέστη ζημία η εναγομένη (τότε ενάγουσα), αφού η ομόρρυθμη εταιρία δεν κατέβαλε το ποσό αυτό (στην Τράπεζα), υποδεικνύοντας την άσκηση αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής περί μη υπάρξεως του χρέους, άλλως την άσκηση ανακοπής σε τυχόν έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση το προαναφερόμενο χρέος.
Ότι στη συνέχεια, με την 2804/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε τελεσίδικα η παραπάνω αγωγή στο σύνολο της. Ότι πριν τελεσιδικήσει η παραπάνω υπόθεση, η προαναφερθείσα τράπεζα κατήγγειλε τη μεταξύ αυτής και της ομόρρυθμης εταιρίας της ήδη εναγομένης σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και προέβη στην έκδοση της με αριθμό 316/1994 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας (της οποίας ομόρρυθμο μέλος ήταν η ήδη εναγομένη), για το ποσό των 15.000.00 δραχμών, το οποίο η ήδη εναγομένη, ως ομόρρυθμο μέλος της, είχε αναγνωρίσει ότι οφείλει και το οποίο με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας είχε ανέλθει σε 94.672.436 δραχμές και ότι ο ενάγων άσκησε κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, κατ' εντολή της ήδη εναγομένης, την από 23.12.1994 ανακοπή, η οποία μετά τη λεπτομερώς αναφερόμενη διαδικαστική διαδρομή με την άσκηση ενδίκων μέσων από τον ενάγοντα επί των εκδοθεισών επ'αυτής αποφάσεων εφέσεως κατά πρώτον κατά της 31/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και αναιρέσεως στη συνέχεια κατά της 2803/1999 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης που έγινε δεκτή κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου σχετικού με την εσφαλμένη απόρριψη ως μη νόμιμου του λόγου της ανακοπής της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας και η υπόθεση αναπέμφθηκε με την 1045/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου προς εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 2137/2007 απόφασή του δέχθηκε τελεσίδικα την ανακοπή κατά ουσιαστική παραδοχή του ως άνω λόγου ανακοπής και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, με συνέπεια να δέχεται εμμέσως, ενόψει και του παρατιθεμένου στην προσβαλλόμενη περιεχομένου του από 4-6-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού και των όρων αυτού ως προς την έννοια της εντολής της εναγομένης προς τον ενάγοντα και της αλληλοεξάρτησης της επιδιωκόμενης με την αγωγή ζημίας της εναγομένης από την παράνομη συμπεριφορά της τράπεζας με την οφειλή αυτής προς την τράπεζα για την οποία εκδόθηκε από την τελευταία η ως άνω διαταγή πληρωμής, που ακυρώθηκε τελικά με την άσκηση ανακοπής κατ' αυτής από τον ενάγοντα κατά τα προεκτεθέντα, ότι υπάρχει ασάφεια ως προς την έκταση της εντολής με την αναφερόμενη στην ένδικη αγωγή σύμβαση εργολαβίας δίκης δυνάμει του από 22-6-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού και δη ως προς το αν αυτή καταλαμβάνει και αφορά και τη δίκη επί της προαναφερθείσης ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, όπως υποστηρίζει ο ενάγων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ως άνω σύμβαση εργολαβίας της δίκης αναφέρεται και αφορά μόνον την υπόθεση για την οποία ασκήθηκε η ως άνω από 22-6-1987 αγωγή της εναγομένης, χωρίς όμως να προσφύγει, ως ώφειλε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω ερμηνεία της σύμβασης εργολαβίας δίκης των διαδίκων.
Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και συγκεκριμένα ενώ αυτή δέχεται ότι η επιδίωξη της οικονομικής απαίτησης της εναγομένης κατά της τράπεζας συμφωνήθηκε να γίνει από τον ενάγοντα με κάθε δικαστική και εξώδικη ενέργεια που θα απαιτείτο, στη συνέχεια, σε πλήρη αντίφαση, δέχεται ότι με το εργολαβικό δίκης ανατέθηκε η επιδίωξη της απαίτησης μόνο με επιθετική ενέργεια και όχι με τη διενέργεια άλλων διαδικαστικών πράξεων, όπως η άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής με την οποία τελικά επετεύχθη η ικανοποίηση της οικονομικής απαίτησης της εναγομένης που διαλαμβάνεται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό (εργολαβικό δίκης) δηλαδή της πλήρους απαλλαγής της εναγομένης από το ποσό των 70.541.201 δραχμών το οποίο παρανόμως η ...
εμφάνιζε στον τηρούμενο σε αυτή λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "..." ως χρέος της προς την τράπεζα. Επομένως κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους οι πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και δεύτερος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμοι.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτησή του, που περιέχεται στον πρώτο λόγο της έφεσής του κατά της υπ' αριθμ. 78/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλουμένη, με το να δεχθεί ότι από την έκδοση της 316/1994 διαταγής πληρωμής και εντεύθεν έγινε νεότερη συμφωνία αμοιβής του κατ' αποκοπή για όλες τις δίκες, παραλείποντας να δικάσει και να αποφανθεί εάν αυτός έλαβε ή όχι τις νόμιμες αμοιβές του για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του από την άσκηση της από 23-12-1994 ανακοπής της εναγομένης κατά της 316/1994 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και στη συνέχεια για τις δικαστικές ενέργειές του στα Πρωτοδικεία, Εφετεία και Άρειο Πάγο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν έχει σαφές περιεχόμενο και αίτημα, σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί, διότι με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα αν η εργολαβία δίκης καταλάμβανε και την ασκηθείσα ανακοπή κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του δεύτερου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο αυτός παραπονέθηκε ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) δεν τήρησε το καθήκον αληθείας σχετικά με την καταβολή των δικηγορικών του αμοιβών και ότι έπρεπε κατά το άρθρο 185 αρ. 1 ΚΠολΔ να της επιβληθούν όλα τα δικαστικά έξοδα της δίκης.
O λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, οι ελλείψεις που καταλογίζει ο αναιρεσείων στην προσβαλλομένη απόφαση (μη τήρηση από την αναιρεσίβλητη του καθήκοντος αληθείας σχετικά με την καταβολή ή μη των δικηγορικών του αμοιβών) ανάγονται στην κατ' ουσίαν κρίση του Δικαστηρίου και στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από αυτό των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Με τους πέμπτο και όγδοο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι συνέχονται και αλληλοσυμπληρώνονται, ο αναιρεσείων υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών από το άρθρο 559 αριθμός 19, που όλως αορίστως προτείνει, καθόσον ουδόλως εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές παραδοχές που διέλαβε η προσβαλλομένη, πλήττει απαραδέκτως την ουσιαστική κρίση του Εφετείου καταλογίζοντας σε αυτό εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 περ. 4 και 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από την σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του με το να δεχθεί ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό (Α.Π. 475/2002, 883/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση, δεχθείσα ότι η σύμβαση εργολαβίας δίκης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης με το από 4-6-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό, αφορούσε "μόνο την ανάληψη επιθετικής ενέργειας κατά της τράπεζας με τη διεκδίκηση ορισμένου ποσού...
και όχι βέβαια για τη διενέργεια άλλων δικαστικών πράξεων, όπως η άσκηση ανακοπής κατά της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής..." ενώ στο έγγραφο της παραπάνω σύμβασης εργολαβίας δίκης και στον όρο 3 αυτού, ορίζεται ότι " .... Και γενικά να κάνουν κάθε δικαστική και εξώδικη ενέργεια προς ικανοποίηση των απαιτήσεων της πρώτης συμβαλλομένης" παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου με το να δεχθεί γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο, ώστε από την σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό.
Με τον 7ο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμό 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να δεχθεί με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι η τράπεζα κατήγγειλε την μεταξύ αυτής (Τράπεζας) και της ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας ομόρρυθμο μέλος τυγχάνει η αναιρεσίβλητη, σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού πριν τελεσιδικήσει η δίκη που ανοίχθηκε με την άσκηση της από 22-6-1987 αγωγής αποζημιώσεως της αντιδίκου του, ενώ το αληθές είναι ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός καταγγέλθηκε από την τράπεζα την 29-12-1984.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον όπως διατυπώνεται ο αναιρεσείων καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση μία εσφαλμένη αιτίαση για εσφαλμένη κρίση περί τα πραγματικά γεγονότα, πράγμα που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ.
λόγου αναίρεσης πρέπει το αποδεικτικό μέσο, που νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος, αλλά δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως, προϋπόθεση η οποία πληρούται με μόνη τη γενική αναφορά της αποφάσεως στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μόνον εάν από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και παρά τη γενική αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, καταλείπεται εύλογη αμφιβολία ως προς το αν λήφθηκε πράγματι υπόψη ή όχι κάποιο αποδεικτικό μέσο ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Με τον ένατο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.11 περ.
γ του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που ο ίδιος επικαλέστηκε και νομίμως προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και συγκεκριμένα: α) την 316/1994 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, β) την από 23-12-1994 ανακοπή της αντιδίκου του κατά της Τράπεζας, κατ' αίτηση της οποίας (Τράπεζας) εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής, γ) την 1045/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου που δέχεται ότι το αντικείμενο της αγωγής αποζημίωσης και της διαταγής πληρωμής είναι το ίδιο και δ) την 2123/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα" (βλ. 5η σελ. της προσβαλλομένης), αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο σχημάτισε την δικανική του πεποίθηση εκτιμώντας και λαμβάνοντας υπόψη του και τα ως άνω αναφερόμενα στον ένατο λόγο αναίρεσης έγγραφα.
Μάλιστα δε αυτά αναφέρονται ρητά και αναλύονται σε αρκετά σημεία της προσβαλλομένης απόφασης, γεγονός που αποδεικνύει ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας Ειδικότερα: Στις σελίδες 10 έως 12 της προσβαλλομένης αναφέρεται "Πριν τελεσιδικήσει η παραπάνω υπόθεση, η προαναφερθείσα Τράπεζα ... προέβη στην έκδοση της με αριθμό 316/1994 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών σε βάρος της Ομόρρυθμης Εταιρείας ...
για το ποσό των 15.000.000 δραχμών.... Στη συνέχεια, ο ήδη ενάγων άσκησε κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, κατ' εντολή της ήδη εναγομένης, την από 23.12.1994 ανακοπή, που με την 31/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τη διάταξή της επί των τόκων ανατοκισμού. Κατά της αποφάσεως του παραπάνω δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η 303/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας ο ήδη ενάγων άσκησε, κατ' εντολή της ήδη εναγομένης, την από 20/1/2000 αίτηση αναίρεσης, που έγινε δεκτή κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου σχετικού με την εσφαλμένη απόρριψη ως μη νομίμου του λόγου της ανακοπής της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθής η ανακοπή τράπεζας και η υπόθεση αναπέμφθηκε με την 1045/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου προς εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ....
Τελικώς, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, αφού με την 2066/2004 εξαφάνισε την 31/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά τη διάταξή της περί απόρριψης του έβδομου λόγου της ανακοπής των εκκαλουσών κατά της 316/1994 διαταγής πληρωμής, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος και διέταξε αποδείξεις, με την 2123/2007 απόφασή του δέχθηκε τελεσίδικα την ανακοπή και ακύρωσε την διαταγή πληρωμής, κατά ουσιαστική παραδοχή του παραπάνω λόγου της ανακοπής.
Συνεπώς, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τόσο την υπ' αριθ. 316/1994 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και την εναντίον αυτής ασκηθείσα ανακοπή, όσο και τις υπ' αριθ. 1045/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου και υπ' αριθ. 2123/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αφού όχι απλώς τις επικαλείται, αλλά επιπλέον στην πρώτη εξ αυτών αναφέρει και τον λόγο της αναίρεσης που δέχθηκε, δηλαδή αναλύει το ουσιαστικό περιεχόμενό της, και στη δεύτερη εκθέτει, με απόλυτη ακρίβεια, σε περίληψη, το σκεπτικό και το διατακτικό της. Ο αναιρεσείων όμως, με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, καταλογίζει στην προσβαλλομένη απόφαση και πλημμέλειες που ανάγονται στην εκτίμηση - αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και στην κρίση περί τα πραγματικά περιστατικά, που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και ο ένατος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ 2 ΚΠολΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2017 αίτηση του Κ. Π. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 586/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ