1266/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1266/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζόμενου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1266 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1266/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης K. C. του S., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στεφανογιάννη Οικονόμου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.33072/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Ν. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Αλεξανδράκη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2015 αίτησή της αναίρεσης και στους από 21 Μαρτίου 2016 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1283/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 81 από 20-11-2015 αίτηση αναιρέσεως και οι από 21-3-2016 πρόσθετοι αυτής λόγοι, που η πρώτη ασκήθηκε την 20-11-2015 ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και οι δεύτεροι κατετέθησαν στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 21-3-2016 κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ), για αναίρεση της υπ’ αριθ. 33.072/2015 καταδικαστικής της αναιρεσείουσας αποφάσεως του Ι’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο την 11-11-2015, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται:
α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέσθηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της εκβιάσεως, όταν αυτό τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτείται, αντικειμενικώς:
α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζόμενου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.
Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές.
Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβιάσεως έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφ’ όσον εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ’ εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή την κάμψη της θελήσεως του εξαναγκαζομένου, ώστε δι’ αυτής να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.
Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδηλώσεως και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε (ΑΠ 395/2015).
Υποκειμενικώς δε (απαιτείται) δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των ανωτέρω στοιχείων συγκροτήσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος από την εξαναγκαζόμενη ως άνω συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή), παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), το οποίο πρέπει να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι, ώστε να αποτελεί αυτό την ανάστροφη όψη της ζημίας, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους.
Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάστηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφ’ όσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Τέλος, η εκβίαση τελείται κατ’ εξακολούθηση κατ’ άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ, όταν πραγματώνεται με περισσότερες μερικότερες πράξεις του δράστου, εκ των οποίων εκάστη συνιστά το έγκλημα αυτό και για τις οποίες υπάρχει ενότητα δόλου (η κρίση αν οι περισσότερες πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο-ΑΠ 779/2010).
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 33.072/2015 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της πράξης της εκβίασης κατ’ εξακολούθηση, και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών ανασταλείσα επί τριετία.
Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος νομοτύπως και ανωμοτί εξετάσθηκε στο ακροατήριο, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, οι οποίοι νομοτύπως και ενόρκως εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία της εκκαλούσας - κατηγορουμένης και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι η εκκαλούσα - κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη διότι αποδείχθηκαν ειδικότερα τα εξής:
Η κατηγορουμένη, κατά το χρονικό διάστημα από το φθινόπωρο του 2007 και έως το καλοκαίρι του 2008, διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με τον εγκαλούντα Γ. Ν., ενώ ήταν και οι δύο παντρεμένοι. Από την ερωτική αυτή σχέση τους απέκτησε ένα παιδί, κοριτσάκι, που γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 2009. Ήδη όμως από το Σεπτέμβριο του 2008, ενώ ήταν ακόμη έγκυος, απειλούσε διαρκώς τον εγκαλούντα ότι θα αποκαλύψει την αλήθεια στην οικογένειά του, καθώς και στο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον και ότι θα τον καταστρέψει κοινωνικά και επαγγελματικά, εάν δεν της κατέβαλλε μηνιαίως αρχικά το ποσό των 2.500 ευρώ και, στη συνέχεια είτε των 3.000 ή των 3.500 ευρώ, για την κάλυψη των εξόδων διατροφής του τέκνου τους, αλλά και της πολυτελούς διαβίωσης της ιδίας (η οποία εν τω μεταξύ χώρισε από τον έως τότε σύζυγό της με τον οποίον δεν είχε αποκτήσει παιδιά, και εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα τα έξοδα συντήρησης του οποίου κάλυπτε ο εγκαλών, εξαναγκασθείς σ’ αυτό από τις ως άνω απειλές της (κατηγορουμένης).
Έτσι κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 2008 έως τον Ιούνιο του 2011, στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών, εξανάγκασε τον εγκαλούντα να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 100.000 ευρώ περίπου, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούσε αντικείμενο νόμιμης απαίτησής της, αφού ούτε η ίδια διατηρούσε για τον εαυτό της νόμιμη αξίωση διατροφής, ούτε η νόμιμη διατροφή που αναλογούσε στο παιδί τους ήταν αυτού του ύψους.
Αντίθετα αποδείχθηκε πως το ύψος της νόμιμης μηνιαίας διατροφής για την ανήλικη κόρη τους ανερχόταν στο ποσό των 800 ευρώ περίπου και όχι στα ποσά των 2.500 - 3.500 ευρώ, τα οποία εξαναγκαζόταν από τις πιο πάνω παράνομες απειλές της να καταβάλει ο εγκαλών, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Αποτέλεσμα δε, της παράνομης αυτής συμπεριφοράς της, την οποίαν μετερχόταν ηθελημένα και σκόπιμα ήταν να αποκομίσει η ίδια παράνομο όφελος κατά την διαφορά των ανωτέρω ποσών και συνολικά περίπου 100.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντα.".
Στη συνέχεια το δικαστήριο εκήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, επί λέξει, του ότι: "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2008 έως τον Ιούνιο του έτους 2011, με περισσότερες πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασε κάποιον με απειλή, σε πράξη από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου και συγκεκριμένα απειλώντας τον εγκαλούντα Γ.
Ν., με τον οποίο διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση και είχε αποκτήσει ένα θήλυ τέκνο, ότι θα αποκαλύψει την αλήθεια στην οικογένειά του καθώς και στο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον και ότι θα τον καταστρέψει κοινωνικά και επαγγελματικά, εάν δεν της κατέβαλε μηνιαίως, αρχικά το ποσό των 2.500 ευρώ και ακολούθως, από τον Φεβρουάριο του έτους 2009, το ποσό των 3.500 ευρώ για την κάλυψη των εξόδων διατροφής του τέκνου τους και της πολυτελούς διαβίωσης της ίδιας, δηλ.
ποσά που δεν αποτελούσαν αντικείμενο νόμιμης απαίτησής της, εξανάγκασε τον παραπάνω εγκαλούντα να της καταβάλει κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ με αποτέλεσμα να αποκομίσει η ίδια (κατ/νη) παράνομο όφελος κατά το ανωτέρω ποσό με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του ως άνω εγκαλούντα".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της κατ’ εξακολούθηση εκβιάσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 1 και 385 παρ. 1 περ.
γ’ του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα εκτίθενται α) τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπ’ όψει το δικαστήριο προς σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του, ήτοι τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης, β) η απειλή της αναιρεσείουσας σε βάρος του μηνυτή, συνισταμένη στο ότι θα απεκάλυπτε στην οικογένειά του και στο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον την μεταξύ τους εξώγαμη σχέση και την εξ αυτής απόκτηση τέκνου τους, καταστρέφοντάς τον έτσι κοινωνικά και επαγγελματικά, εξ αιτίας της οποίας (απειλής αυτής) εξαναγκάσθηκε ο τελευταίος να της καταβάλει, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με βλάβη της περιουσίας του, το ως άνω χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα συνολικώς αποκόμισε χωρίς να έχει γι’ αυτό νόμιμη απαίτηση κατ’ αυτού με αντίστοιχη ζημία του, γ) ο δόλος, ήτοι η γνώση και η θέληση της αναιρεσείουσας να πραγματώσει το έγκλημα αυτό μετερχόμενη τις ανωτέρω απειλές της, ο οποίος δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας, αφού ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των ως άνω πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, δ) επιπροσθέτως, ο σκοπός της αναιρεσείουσας να αποκομίσει η ίδια από τον εξαναγκαζόμενο, με την ως άνω αξιόποινη συμπεριφορά της, μηνυτή, παράνομο περιουσιακό όφελος, που να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την εκ τούτου επελθούσα περιουσιακή ζημία του τελευταίου, το οποίο και αποκόμισε επί ζημία αυτού, ειδικώς εκτιθεμένου, ότι οι προς τούτο ενέργειές της ήταν ηθελημένες και αποσκοπούσαν στην καταβολή του εν λόγω ποσού, παρά το ότι δεν αποτελούσε αντικείμενο νομίμου απαιτήσεώς της και ε) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε τις παραδοχές της αυτές.
Η ειδικότερη αιτίαση που προβάλλει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο κύριο λόγο του δικογράφου της αναιρέσεως ότι υπάρχει αντίφαση και ασάφεια μεταξύ αιτιολογικού και σκεπτικού από τις παραδοχές ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος αυτού για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, συνισταμένη στο ότι ενώ στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι τέλεσε την εκβίαση με την απειλή αποκαλύψεως της αλήθειας στην οικογένειά του και το κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον εάν δεν της κατέβαλε μηνιαίως αρχικά το ποσό των 2.500 ευρώ και στην συνέχεια το ποσό των 3.000 ή των 3.500 ευρώ, στο διατακτικό διαλαμβάνεται ότι την εκβίαση την τέλεσε με την ανωτέρω απειλή εφ’ όσον δεν της κατέβαλε ο μηνυτής αρχικά το ποσό των 2.500 ευρώ και ακολούθως από τον Φεβρουάριο του έτους 2009 το ποσό των 3.500 ευρώ, είναι αβάσιμη.
Και τούτο γιατί το δικαστήριο της ουσίας, σαφώς δέχθηκε, τόσο στο σκεπτικό, όσον και στο διατακτικό, ότι ο παθών Γ. Ν., εξαναγκάσθηκε από την απειλή της, συνισταμένη στο ότι θα αποκαλύψει την σχέση τους στην οικογένειά του και το κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον και ότι θα τον καταστρέψει κοινωνικά και επαγγελματικά εάν δεν της κατέβαλε μηνιαίως αρχικά το ποσό των 2.500 ευρώ και στην συνέχεια εκείνο των 3.000 έως 3.500 ευρώ για την διατροφή της εκτός γάμου ανήλικης θυγατέρας τους και για την πολυτελή διαβίωση της ιδίας και για να αποφύγει τούτο, να καταβάλει, ως αποτέλεσμα της απειλής της αυτής, στην αναιρεσείουσα, κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 έως τον μήνα Ιούνιο του έτους 2011, μηνιαίως αρχικώς το ποσό των 2.500 ευρώ και από του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2009 το ποσό των 3.500 ευρώ, με συνέπεια, μετ’ αφαίρεση εκ των ποσών αυτών του εξ 800 ευρώ ποσού της μηνιαίας διατροφής της ανήλικης θυγατέρας αυτού και της αναιρεσειούσης, να ζημιωθεί το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ, και επομένως δεν υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού.
Περαιτέρω αβάσιμη είναι η αιτίαση της αναιρεσείουσας που προβάλει με το δεύτερο κύριο λόγο αναιρέσεως, ότι στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνονται αντιφάσεις, ασάφειες και λογικά κενά, συνιστάμενα στο ότι εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που αυτή αποκόμισε από την αξιόποινη αυτή πράξη της ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ, χωρίς προηγουμένως να προβεί στην αφαίρεση του ποσού, που για το επίδικο χρονικό διάστημα της χορηγούσε ο μηνυτής για διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους, εν όψει των, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της, σαφών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι στο ανωτέρω συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ ανέρχεται, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, το παράνομο όφελός της (αναιρεσείουσας) και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του μηνυτού της, μετά την αφαίρεση του εξ 800 περίπου ευρώ μηνιαίως ποσού, που από της γεννήσεώς του κατά τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2009 και εφεξής κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, της κατέβαλε ο τελευταίος, ως διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους.
Επίσης απορριπτέα, ως απαράδεκτη, είναι η αιτίαση που προβάλει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο κύριο λόγο αναιρέσεως ότι δεν εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η παράγραφος του άρθρου 385 του ΠΚ, με βάση την οποίαν η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε, αφού μετά την κατάργηση, με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/2003, της περίπτωση Η’ της παρ. 1 του άρθρου 510 του ΚΠΔ, ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως.
Ωστόσο, κατ` εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 514 περ. α’ του ΚΠΔ, αφού η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη της αξιοποίνου πράξεως της κατ’ εξακολούθηση πλημμεληματικής εκβιάσεως, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 εδ. γ’ του ΠΚ, και προκύπτει, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν διαλαμβάνεται, εκ προδήλου παραδρομής, η αναφορά σε αυτή της διατάξεως αυτής της "παρ.1", πρέπει να παρατεθεί, η διάταξη.
Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος κύριοι λόγοι αναιρέσεως και οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι, με τους οποίους υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του δικαστηρίου ως προς το τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο, περιέχουν ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγομένης στην εκτίμηση των πραγμάτων κρίσεως του δικαστηρίου και είναι εκ τούτου απαράδεκτοι.
Επειδή, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως κατά την προεκτεθείσα έννοια, μπορεί να προέλθει και από την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων του αστικού δικαίου, όταν αυτές αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή της ποινικής διατάξεως (ΑΠ 216/2014, ΑΠ 1379/2010 σε συμβ., Α.Π 1281/1985 σε συμβ., Α.Π 918/1988 Ποιν.
Χρον. ΛΘ 40, Καρρά, η αναίρεση στην ποινική δίκη, σελίδα 219, σύμφωνα με τον οποίο η περίπτωση αυτή συνιστά μορφή "εκ πλαγίου παράβασης" ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλημμεληματικής εκβιάσεως απαιτείται και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι όφελος το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο νομίμου απαιτήσεως του δράστη, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτήν, το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, καθ’ όσον αφορά το ποσό των 100.000 ευρώ, που, κατά τα εκτεθέντα, πέραν της διατροφής του κοινού ανηλίκου τέκνου τους, της κατέβαλε εξαναγκασθείς από τις ως άνω απειλές της ο παθών, το κατέβαλε για την κάλυψη των εξόδων της πολυτελούς διαβιώσεως της ιδίας και των εξόδων συντηρήσεως του διαμερίσματος, στο οποίο μετά τον χωρισμό της από τον σύζυγό της εγκαταστάθηκε, και σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούσε αντικείμενο νόμιμης απαίτησής της, αφού ούτε η ίδια διατηρούσε για τον εαυτό της νόμιμη αξίωση διατροφής, ούτε η νόμιμη διατροφή που αναλογούσε στο παιδί τους ήταν αυτού του ύψους.
Με τις παραδοχές αυτές, διέλαβε, ως προς την συνδρομή των στοιχείων αυτών του εγκλήματος για το οποίο εκήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, τις κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία.
Εν όψει δε των ως άνω παραδοχών και περαιτέρω του ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προβάλει λόγο εκ των άρθρων 496 επ. και 498 του ΑΚ, που να δικαιολογεί την καταβολή του ανωτέρω ποσού από τον μηνυτή σε αυτήν (αναιρεσείουσα) και να την καθιστά νόμιμη, ως εκ νομίμου αιτίας γενόμενη, ουδεμία υποχρέωση είχε το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει την συνδρομή των περιπτώσεων των διατάξεων αυτών του Αστικού Κώδικα, όπως επίσης ουδεμία υποχρέωση είχε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις και να καθορίσει το ύψος της διατροφής, που όφειλε ο μηνυτής ως διατροφή του ανηλίκου τέκνου αυτού και της αναιρεσείουσας, έπραξε δε αυτό στην συγκεκριμένη περίπτωση πλεοναστικώς.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζει τα αντίθετα η αναιρεσείουσα και με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση, για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ αναιρετικό λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που προήλθε από την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 496 επ., 498 παρ. 2 και 1489 του ΑΚ.
Επειδή, από τη διάταξη των άρθρων 233 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 171 εδ. δ’ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για την εξέταση κατηγορουμένου, που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, διορίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση διερμηνέας, ο δε μη διορισμός στην περίπτωση αυτή διερμηνέα στον κατηγορούμενο ή η μη διερμήνευση ή η ατελής διερμήνευση σ’ αυτόν όλων όσων έγιναν στη διαδικασία από την ελληνική στη γλώσσα που αυτός ομιλεί και αντιστρόφως αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου και συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασης που εκδίδεται σε βάρος του, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Για να διοριστεί όμως διερμηνέας πρέπει ο κατηγορούμενος να δηλώσει τη μη επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση να το διαπιστώσει με οποιοδήποτε τρόπο, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 920/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 33.072/2015 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε κατά τα ήδη εκτεθέντα, σε ανασταλείσα επί τριετία ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για πλημμεληματική εκβίαση, εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα, διόρισε συνήγορο για να τον υπερασπιστεί την δικηγόρο Α.
Σ. και δεν δήλωσε ότι ως Αλβανή υπήκοος αγνοεί ή δεν έχει επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, ούτε ζήτησε τον διορισμό διερμηνέα, ούτε τέλος αναφέρεται (στα ίδια πρακτικά) ότι η πρόεδρος του δικαστηρίου διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη αυτή αγνοεί ή δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα. Επομένως, ο έβδομος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α’ ΚΠΔ λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, που συνίσταται στο μη διορισμό διερμηνέα στην κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, που δεν γνώριζε επαρκώς την ελληνική γλώσσα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου κύριου και πρόσθετου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 81 από 20-11-2015 αίτηση αναιρέσεως και οι επ’ αυτής από 21-3-2016 πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραθέτει στην αναφερόμενη, στην αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 33.072/2015 απόφαση του Ι’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διάταξη του άρθρου 385 εδ. γ’ του ΠΚ, για το έγκλημα της οποίας κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, την παράγραφο 1 αυτού, ώστε να αναφέρεται ως η διάταξη του άρθρου "385 παρ. 1 εδ. γ’ του ΠΚ".
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 81 από 20-11-2015 αίτηση της K. C. του S., κατοίκου ... και τους επ’ αυτής από 21-3-2016 προσθέτους λόγους της ιδίας, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 33.072/2015 αποφάσεως του Ι’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ