1266/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1465/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3982/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2009 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1266/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) ..., β) ..., γ)από 1-1-1997 η ΕΥΔΑΠ καταβάλλει αποζημίωση σύμφωνα με την §3 του παρόντος κεφαλαίου και κατ' ανώτατο όριο μέχρι τους 22 μηνιαίους μισθούς πλέον της αναλογίας των ετησίως καταβαλλομένων ποσών για δώρα και επιδόματα αδείας ... και από 1-1-1999 24 μηνιαίους μισθούς, πλέον αναλογίας δώρων και επιδομάτων αδείας ... (παρ.1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1266 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1266/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπιο Τάραντο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Τ., 2) Ι.-Γ. Γ., 3) Ι. Κ., 4) Α. Φ., 5) Σ. Η., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τιμόθεο Σιγάλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1465/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3982/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 25/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Περαιτέρω η από 2-7-1991 ΕΣΣΕ που καταρτίστηκε μεταξύ των εκπροσώπων, αφενός της ΕΥΔΑΠ και αφετέρου των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων της και κατατέθηκε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας, είναι επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας με κανονικούς όρους, που εφαρμόζεται άμεσα και αναγκαστικά, έχει δηλαδή ισχύ ουσιαστικού νόμου και επομένως η συνταγματική αρχή της ισότητας καταλαμβάνει και τους κανονιστικούς όρους αυτής.
Με την ΕΣΣΕ προβλέφθηκε η σύσταση ειδικού λογαριασμού για τη χορήγηση στους υπαλλήλους της ΕΥΔΑΠ ειδικής εφάπαξ αποζημιώσεως, με τους διαγραφόμενους σ' αυτήν όρους και προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα στην ως άνω ΕΣΣΕ (Κεφάλαιο Α, αρ.1) αναφέρεται ότι η ΕΥΔΑΠ παρακρατεί ποσοστό 3% επί των τακτικών μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων που αποχωρούν εντός δεκαετίας από της υπογραφής της και ποσοστό 2% επί των τακτικών μηνιαίων αποδοχών για όλους τους υπόλοιπους εργαζόμενους.
Τις ανωτέρω εισφορές θα διαχειρίζεται η ΕΥΔΑΠ κατά τον πλέον επωφελή τρόπο και δικαίωμα εφάπαξ αποζημίωσης αποκτά ο εργαζόμενος όταν: α) απολυθεί από την ΕΥΔΑΠ και υπό τις προϋποθέσεις που ο Νόμος και ο κανονισμός προσωπικού ορίζει, β) συνταξιοδοτηθεί (οικειοθελώς ή υποχρεωτική συνταξιοδότηση), γ) παραιτηθεί, εφόσον έχει συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία στην εταιρεία και το 45ο έτος της ηλικίας τους και το 50ο έτος για τους άνδρες.
Στο κεφάλαιο Β' ορίστηκε ότι η ΕΥΔΑΠ καταβάλλει την προβλεπόμενη από τον Κανονισμό Προσωπικού της, το Ν 1068/80, τις αποφάσεις ΔΣ και τις μέχρι σήμερα ΣΣΕ, τιμαριθμοποιημένη αποζημίωση, προσαυξημένη με τις από την παρούσα προβλεπόμενες εισφορές και τις αποδόσεις αυτών ... και σύμφωνα με την αναλογιστική μελέτη ως κατωτέρω:
α) ..., β) ..., γ)από 1-1-1997 η ΕΥΔΑΠ καταβάλλει αποζημίωση σύμφωνα με την §3 του παρόντος κεφαλαίου και κατ' ανώτατο όριο μέχρι τους 22 μηνιαίους μισθούς πλέον της αναλογίας των ετησίως καταβαλλομένων ποσών για δώρα και επιδόματα αδείας ... και από 1-1-1999 24 μηνιαίους μισθούς, πλέον αναλογίας δώρων και επιδομάτων αδείας ... (παρ.1).
Δικαίωμα εφάπαξ αποζημιώσεως αποκτά ο εργαζόμενος όταν: α) ..., β) συνταξιοδοτηθεί (οικιοθελής ή υποχρεωτική συνταξιοδότηση) ... (παρ.2). Η καταβαλλόμενη αποζημίωση είναι ανάλογη με τα χρόνια υπηρεσίας. Ειδικότερα: α)..., β) ..., γ) ..., ε)όσοι έχουν συμπληρώσει 10 χρόνια πραγματικής υπηρεσίας λαμβάνουν 6 μηνιαίους μισθούς πλέον αναλογίας δώρων και επιδομάτων αδείας, στ)για κάθε χρόνο υπηρεσίας μετά τη δεκαετή πραγματική υπηρεσία, η εφάπαξ αποζημίωση προσαυξάνεται κατά ένα μισθό και μέχρι 22 μηνιαίους μισθούς κατ' ανώτατο όριο, για όσους αποχωρούν μέχρι τις 31-12-1997, πλέον αναλογίας δώρων και επιδομάτων αδείας. 3) πραγματικός χρόνος υπηρεσίας στην ΕΥΔΑΠ λογίζεται ο χρόνος που διήνυσε ο εργαζόμενος με οποιαδήποτε ειδικότητα στην Τ.Ε.Ε.Υ., ΤΟΥ ΟΑΠ και ΕΥΔΑΠ ... (παρ.3).
Επίσης στο Κεφάλαιο Δ' ορίσθηκε ότι "Δικαιούχοι της εφάπαξ αποζημιώσεως που καθιερώνεται με την παρούσα είναι: 1)οι εργαζόμενοι στην ΕΥΔΑΠ που θα καταβάλλουν τις προβλεπόμενες εισφορές ...".
Από τα ανωτέρω προκύπτουν, εκτός των άλλων, τα εξής: 1)Η προαναφερόμενη ειδική εφάπαξ αποζημίωση έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το κεφάλαιο για τη χορήγησή της σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των εργαζομένων, 2)εφόσον δε δεν συνομολογήθηκε παράλληλα επιβάρυνση και της ΕΥΔΑΠ με εργοδοτικές εισφορές, δεν εφαρμόζεται, η διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 Ν. 1876/1990, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 43 παρ.3 του Ν. 1902/1990, που σαφώς εξαιρεί από το ρυθμιστικό πεδίου των ΣΣΕ τα συνταξιοδοτικά θέματα και τη σύσταση, μεταξύ άλλων, ειδικών λογαριασμών που χορηγούν εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη και 3)το προσωπικό της ΕΥΔΑΠ, κατά την αποχώρηση του από την υπηρεσία λαμβάνει την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, η οποία προσαυξάνεται με την ειδική εφάπαξ αποζημίωση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν την 1-1-1973, 27-11-1973, 24-1-1972, 24-6-1970 και 16-1-1978, ο 1ος έως την 5η απ' αυτούς αντίστοιχα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που μετατράπηκαν στη συνέχεια σε αορίστου χρόνου, από την Ελληνική Εταιρεία Υδάτων (ΕΕΥ), η οποία με το Ν. 1068/1980 συγχωνεύθηκε με τον Οργανισμό Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (ΟΑΠ) και ιδρύθηκε η εναγόμενη εταιρεία (ΕΥΔΑΠ).
Σύμφωνα με το Ν. 1068/1980, έγιναν αυτοδικαίως υπάλληλοι της εναγόμενης και εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις από 1-10-1986 με τις ειδικότητες του πολιτικού μηχανικού ο 1ος, του διοικητικού υπαλλήλου οι, 2η, 3ος και 5η και της εργοδηγού-σχεδιάστριας η 4η. Στις 31-12-2005 αποχώρησαν υποχρεωτικά από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησής τους, λαμβάνοντας δύο αποζημιώσεις, ήτοι την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 και την ειδική εφάπαξ αποζημίωσή της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ.
Ειδικότερα, η αποζημίωση του Ν. 2112/1920, όπως αυτή καθορίστηκε με το άρθρο 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 και τιμαριθμοποιήθηκε με τους σχετικούς όρους των από 5-8-1985, 25-4-1989, 2-4-1990 και 2-7-1991 ΕΣΣΕ και την υπ' αριθμ. 6471/1989 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, ανήλθε κατά την ημερομηνία αποχώρησής τους στο ποσό των 18.584 ευρώ, το οποίο και πράγματι έλαβαν.
Περαιτέρω, όμως η ειδική εφάπαξ αποζημίωση που προβλέπεται από την από 2-7-1991 ΕΣΣΕ τους καταβλήθηκε μειωμένη, αφού από το ποσό αυτής αφαιρέθηκε το ποσό των 18.584 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αποζημίωση του Ν. 2112/1920. Το Εφετείο, στη συνέχεια έκρινε ότι εφόσον η ένδικη ασφαλιστική παροχή προέρχεται αποκλειστικά ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων-εναγόντων δεν έπρεπε να καταβληθεί μειωμένη και γι' αυτό αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες17.234,84 ευρώ στον πρώτο, 13.760,28 ευρώ, στη 2η 15161,20 ευρώ, στον 3ο και 22.912,61 ευρώ στην 4η, για διαφορά μεταξύ οφειλόμενης βάσει των ετών υπηρεσίας τους και καταβληθείσας βάσει του πλαφόν ειδικής εφάπαξ αποζημιώσεως.
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγόμενης κατά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή των εναγόντων και αναγνώρισε ότι οι τελευταίοι δικαιούνται τα προαναφερόμενα ποσά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της από 2-7-1991 ΕΣΣΕ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 Ν. 1876/1990, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 43§3 του Ν. 1902/1990, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δέχτηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, καθόσον από το σαφές περιεχόμενο των ανωτέρω όρων της ΕΣΣΕ αυτής προκύπτει ότι οι ενάγοντες-εργαζόμενοι της ΕΥΔΑΠ-εναγόμενης είναι δικαιούχοι της προαναφερόμενης εφάπαξ αποζημιώσεως.
Και τούτο διότι η προβλεφθείσα ειδική εφάπαξ αποζημίωση έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το κεφάλαιο για τη χορήγησή της σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των εργαζομένων-εναγόντων, ενώ δεν συνομολογήθηκε παράλληλα επιβάρυνση και της ΕΥΔΑΠ με εργοδοτικές εισφορές. Επομένως, τα περί του αντιθέτου με τους πρώτο και δεύτερο (κατά τα οικεία μέρη) λόγους αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκτιθέμενα είναι αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό.
Ο ανωτέρω λόγος δεν δημιουργείται όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων, ή την ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με το να δεχθεί "ότι δεν απεδείχθη συμμετοχή της ΕΥΔΑΠ ως εργοδότριας ή του Ελληνικού Δημοσίου κατά το σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου της εν λόγω παροχής ...".
Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το παρατιθέμενο συμπέρασμα δεν έχει χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά χρησιμοποιήθηκε απλώς κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης" για αναίρεση της 3982/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ