Legislator Case Law & Legislation
1266/2011 AI generated

1266/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1266/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρ. 635 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 548/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε κατ' ουσίαν τόσο την από 4.12.2006 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων όσο και την αντίθετη από 6.12.2006 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 363/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 20.9.2005 ανακοπή των αναιρεσειόντων και είχε αντίστοιχα ακυρώσει εν μέρει μόνο την υπ' αριθ. 244/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ως προς το ποσό ειδικότερα της συναλλαγματικής των 48.869 ευρώ, που εξέδωσε ο αναιρεσίβλητος και αποδέχθηκαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι κατά τα λοιπά υποχρεώθηκαν με την αυτή διαταγή πληρωμής να καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο στον αντίδικό τους και το ποσό των 57.227 ευρώ με βάση ισόποση επίσης συναλλαγματική έκδοσής του και αποδοχής δικής τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ)

Legislator headnote

AI generated

1266/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε, πρέπει, τέλος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδά τους, όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

Keywords

AI generated
subcontractor payment non-implementation of the offending agreements accession compensatory amounts contractual consideration third-party payment unfair contract terms
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1266 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1266/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Χ. και 2) Χ. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Γκότη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Καραλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 363/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 548/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 21 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί και οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 548/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρ. 635 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 548/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε κατ' ουσίαν τόσο την από 4.12.2006 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων όσο και την αντίθετη από 6.12.2006 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 363/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 20.9.2005 ανακοπή των αναιρεσειόντων και είχε αντίστοιχα ακυρώσει εν μέρει μόνο την υπ' αριθ. 244/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ως προς το ποσό ειδικότερα της συναλλαγματικής των 48.869 ευρώ, που εξέδωσε ο αναιρεσίβλητος και αποδέχθηκαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι κατά τα λοιπά υποχρεώθηκαν με την αυτή διαταγή πληρωμής να καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο στον αντίδικό τους και το ποσό των 57.227 ευρώ με βάση ισόποση επίσης συναλλαγματική έκδοσής του και αποδοχής δικής τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ)

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 3, 9, 11, 15, 17, 21 & 28 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν" προκύπτει ότι η ενοχή από συναλλαγματική είναι μεν αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, όμως ο οφειλέτης από συναλλαγματική, όπως προπάντων είναι ο αποδέκτης της, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική) σχέση που τον συνδέει με τον εκδότη ή και τον κομιστή της συναλλαγματικής, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ' αυτόν ή αν αυτός κατά την κτήση της συναλλαγματικής ενήργησε εν γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της συναλλαγματικής, είτε διότι αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (λχ.

εικονική) είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική και ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΠ 896/2006, ΑΠ 903/2006), αφού διαφορετικά η πληρωμή της συναλλαγματικής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της συναλλαγματικής κατά τα άρθρ. 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 544/1998, πρβλ. και ΑΠ 1312/1991, ΑΠ 8/1994). Ο οφειλέτης δεν είναι πάντως αναγκαίο για να ελευθερωθεί να επικαλεσθεί ρητά τον προκαλούμενο από την πληρωμή της συναλλαγματικής αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της, αλλά αρκεί να αναφερθεί στα στοιχεία που καθιστούν χωρίς νόμιμη αιτία την υποχρέωσή του και συνεπώς αχρεώστητη την πληρωμή της συναλλαγματικής, ο δε κομιστής αυτής ενεργεί προς βλάβη του οφειλέτη, όταν κατά το χρόνο κτήσης της συναλλαγματικής γνώριζε την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της αιτίας έκδοσης ή οπισθογράφησής της και την απέκτησε για να τον εμποδίσει να αντιτάξει ουσιώδεις ενστάσεις από τις προσωπικές του σχέσεις με τον εκδότη ή τον προηγούμενο κομιστή της συναλλαγματικής και να επιτευχθεί έτσι η πληρωμή της, η οποία χωρίς τη μεταβίβασή της δεν θα επιτυγχανόταν.

Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/ 2003, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994, ΑΠ 140/200,6 AΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, ΑΠ 1668/2005). Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης ανακοπής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες ζήτησαν μ' αυτή την ακύρωση της υπ' αριθ. 244/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (και) κατά το ποσό της συναλλαγματικής των 57.227 ευρώ, που εξέδωσε στις 28.1.2002 ο αντίδικός τους και αυτοί αποδέχθηκαν, προβάλλοντας ως λόγο της ανακοπής τους ότι το ποσό της συναλλαγματικής τελικώς δεν οφείλεται, επειδή δεν επακολούθησε η αιτία για την οποία εκδόθηκε και ειδικότερα εκτίθεται στην ανακοπή ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος επιθυμούσε να συμμετάσχει και ο ίδιος, αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτων προσώπων της δικής του επιλογής, στη μίσθωση που είχε συνάψει ο πρώτος των αναιρεσειόντων με το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας και αφορούσε καλλιεργήσιμους χώρους 2.001 στρεμμάτων της ευρύτερης περιοχής του Στρατιωτικού Αεροδρομίου Λάρισας, κατέβαλε μεν για λογαριασμό του πρώτου αναιρεσείοντος στο Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας το ως άνω ποσό των 57.227 ευρώ ως μέρος του οφειλόμενου απ' αυτόν (πρώτο αναιρεσείοντα) μισθώματος για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αφού όμως προηγουμένως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι το ποσό αυτό, που όφειλε να του επιστρέψει ο πρώτος αναιρεσείων, θα συμψηφιζόταν, στην περίπτωση που θα συμμετείχε στη μίσθωση και ο αναιρεσίβλητος, με το ποσό του μισθώματος που θα όφειλε ο ίδιος πλέον ως συμμισθωτής της αυτής έκτασης, ενώ αν η συμμετοχή του στη μίσθωση ματαιωνόταν, θα έπρεπε οι αναιρεσείοντες να του επέστρεφαν μέχρι τις 31.12.2002 το ποσό αυτό, για το οποίο και προς εξασφάλιση της αντίστοιχης απαίτησής του εκδόθηκε η παραπάνω συναλλαγματική και ότι με τροποποίηση της αρχικής μισθωτικής σύμβασης ο αναιρεσίβλητος υπεισήλθε τελικώς από 29.3.2002, μέσω τρίτων προσώπων, στη μίσθωση και μάλιστα με βάση νεώτερη συμφωνία των διαδίκων καλλιέργησε αποκλειστικά κατά το πρώτο μισθωτικό έτος το σύνολο της μισθωμένης έκτασης, οπότε με την καταβολή του παραπάνω ποσού εκπλήρωσε δική του στην πραγματικότητα υποχρέωση, γι' αυτό και δεν δικαιούται σε είσπραξη της ισόποσης συναλλαγματικής του, αφού η είσπραξή της θα τον καταστήσει αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος των αντιδίκων του, επειδή δεν επακολούθησε η αιτία για την οποία αυτή εκδόθηκε.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: Ο πρώτος των ανακοπτόντων (αναιρεσειόντων) δυνάμει της υπ' αριθ. 34/2001 σύμβασης ...

μίσθωσε, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, από το ΝΠΔΔ ... με την επωνυμία Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας μια έκταση 2.001 στρεμμάτων από τους ελεύθερους χώρους του αεροδρομίου Λάρισας, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει για καλλιέργεια για το χρονικό διάστημα από 19.7.2001 μέχρι 31.8.2004 ... με μίσθωμα 15.300 δραχμές ετησίως ανά στρέμμα μέχρι 31.8.2001, προσαυξανόμενο έκτοτε κατά 5% ετησίως επί του εκάστοτε καταβαλλομένου.

Προκειμένου δε ο πρώτος ανακόπτων να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ως προς την εμπρόθεσμη καταβολή του μισθώματος προς τον ως άνω εκμισθωτή του συμφώνησε με τον καθ' ου η ανακοπή (αναιρεσίβλητο) τόσο αυτός όσο και η δεύτερη ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) με το από 28.1.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό να τους χορηγήσει δάνειο, ύψους 19.500.000 δραχμών ή 57.227 ευρώ, το οποίο ήταν αποδοτέο στον τελευταίο από τους ανακόπτοντες, που ευθύνονταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, το αργότερο μέχρι την 31.12.2002, ενώ προς εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους αυτής αποδέχθηκαν μια ισόποση συναλλαγματική λήξεως 31.12.2002 και εκδόσεως του καθ' ου, ο οποίος και θα έκανε χρήση αυτής μόνον εφόσον κατά τη λήξη της δεν θα του είχε αποδοθεί το δάνειο, αλλιώς ήταν υποχρεωμένος να την επιστρέψει στους ανακόπτοντες και να μην κάνει χρήση αυτής ...

Εξ άλλου με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι στην περίπτωση που θα τροποποιείτο το αρχικό συμφωνητικό μισθώσεως μεταξύ του εκμισθωτή και του μισθωτή και υπεισήρχετο στη μίσθωση ως συμμισθωτής ο καθ' ου η ανακοπή ή τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που θα υποδεικνυόταν απ' αυτόν, σε ποσοστό όχι μικρότερο του 1/2 εξ αδιαιρέτου ή διαιρετώς του όλου μισθίου αγροτικού ακινήτου, θα όφειλε μίσθωμα ανάλογο με το λόγο της συμμετοχής του ιδίου ή των ανωτέρω προσώπων στη μισθωτική σχέση.

Στην περίπτωση δε αυτή οι ανωτέρω απαιτήσεις του καθ' ου θα συμψηφίζονταν με τυχόν καταβολές των ανακοπτόντων για λογαριασμό του. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο καθ' ου κατέβαλε για λογαριασμό του πρώτου ανακόπτοντος στο Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας το ποσό των 19.500.501 δραχμών ή 57.226,71 ευρώ, το οποίο είχαν συμφωνήσει να λάβουν ως δάνειο οι ανακόπτοντες και ήταν αποδοτέο στις 31.12.2002, πλην όμως οι τελευταίοι δεν το απέδωσαν ως όφειλαν κατά την εν λόγω ημερομηνία.

Έτσι ο καθ' ου η ανακοπή, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα και συμφωνηθέντα με το από 28.1.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό όρο, έκανε χρήση της ως άνω πρώτης συναλλαγματικής, με ημερομηνία λήξης 31.12.2002, και με βάση αυτή εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, εφόσον κατά τη λήξη της δεν πληρώθηκε. Ο δε ισχυρισμός-λόγος ανακοπής των ανακοπτόντων, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, ότι ουδέν ποσόν οφείλουν από την ως άνω πρώτη συναλλαγματική, δεδομένου ότι με νεώτερη συμφωνία, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε να χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά ως συμμισθωτές ο καθ' ου και τα υποδειχθησόμενα απ' αυτόν πρόσωπα ολόκληρη την εκμισθωθείσα από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας έκταση και ότι το ποσό των 57.227 ευρώ, που κατέβαλε ο καθ' ου στο τελευταίο για λογαριασμό του πρώτου ανακόπτοντος, αποτέλεσε το μίσθωμα που αυτοί όφειλαν ως αποκλειστικοί πλέον συμμισθωτές των κτημάτων, τα οποία καλλιέργησαν και εσόδευσαν, αποκομίζοντας μεγάλα κέρδη το μισθωτικό έτος 2002, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε.

Και είναι βέβαια αληθές ότι στις 29.3.2002 καταρτίσθηκε στην Αθήνα με τον εκμισθωτή σύμβαση συμπληρωματική της αρχικής συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με την οποία υπεισήλθαν στη μίσθωση ως μισθωτές, με έγκριση του πρώτου ανακόπτοντος-αρχικού μισθωτή, η δεύτερη των ανακοπτόντων, καθώς και τα πρόσωπα που υπέδειξε ο καθ' ου η ανακοπή και δη η σύζυγός του Ο.

Κ. και η εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΩΠΟΝΙΚΟ ΣΠΙΤΙ Α. Λ.-Μ. Ρ.-Χ. Κ. Ο.Ε.", της οποίας ο καθ' ου η ανακοπή είναι διαχειριστής και εκπρόσωπος, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε η άνω συμφωνία περί αποκλειστικής χρήσεως από τους τελευταίους της εκμισθωθείσας έκτασης και καταβολής εκ μέρους τους ολοκλήρου του μισθώματος, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το ποσό των 57.227 ευρώ, που κατέβαλε, κατά τα προεκτεθέντα, ο καθ' ου στο Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας για λογαριασμό του πρώτου ανακόπτοντος, ούτε άλλωστε οι ανακόπτοντες επικαλούνται συμψηφισμό του ποσού αυτού με ανταπαίτησή τους κατά του καθ' ου από τη μισθωτική σύμβαση, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο του από 28.1.2002 συμφωνητικού, εφόσον υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση πρόσωπα υποδειχθησόμενα υπ' αυτού".

Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την έφεση των ανακοπτόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, κρίνοντας, όπως και αυτή, ότι οφείλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό της από 28.1.2002 συναλλαγματικής του που έληξε στις 31.12.2002 και δικαιωματικά συνεπώς αυτός έκανε χρήση της και ζήτησε προς είσπραξή της την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.

Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου ναι μεν κατά την ανέλεγκτη ως προς την ουσία των πραγμάτων κρίση του δεν αποδείχθηκε ότι με νεώτερη συμφωνία των διαδίκων παραχωρήθηκε στον αναιρεσίβλητο και στα ελεγχόμενα απ' αυτόν πρόσωπα η αποκλειστική χρήση της μισθωμένης από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας έκταση για το πρώτο μισθωτικό έτος, ώστε ο αναιρεσίβλητος να οφείλει αποκλειστικά αυτός το σύνολο του αντίστοιχου μισθώματος, σύμφωνα άλλωστε και με τους όρους του από 28.1.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού του με τους αναιρεσείοντες, όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε παράλληλα δεκτό ότι η αρχική μισθωτική συμφωνία τροποποιήθηκε με την από 29.3.2002 μεταγενέστερη συμφωνία των ενδιαφερόμενων μερών και έκτοτε υπεισήλθαν στη μίσθωση, εκτός από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, και τα πρόσωπα που υπέδειξε ο αναιρεσίβλητος.

Έτσι κατά τους όρους του από 28.1.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων ο αναιρεσίβλητος όφειλε να καταβάλει μίσθωμα ανάλογο προς τη συμμετοχή των ελεγχόμενων απ' αυτόν προσώπων στη μίσθωση, με την προϋπόθεση πάντως ότι η συμμετοχή τους δεν ήταν σε ποσοστό μικρότερη του 1/2 εξ αδιαιρέτου ή διαιρετώς της όλης μισθωμένης έκτασης, όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται.

Επομένως εφόσον τελικώς υπεισήλθαν στη μίσθωση τα πρόσωπα που υπέδειξε ο αναιρεσίβλητος, θα έπρεπε να διευκρινιζόταν με την προσβαλλόμενη απόφαση αν η συμμετοχή τους υπερέβη σε ποσοστό το 1/2 της όλης μισθωτικής σχέσης και σε καταφατική περίπτωση το ποσοστό της υπέρβασης, ώστε σε αναλογία με το ποσοστό αυτό να προσδιοριζόταν αντίστοιχα το οφειλόμενο από τον αναιρεσίβλητο μίσθωμα, που κατά τη συμφωνία των διαδίκων συμψηφίζεται αυτομάτως με το ποσό των 57.227 ευρώ, που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος στο Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας για λογαριασμό του πρώτου αναιρεσείοντος.

Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν έλαβε υπόψη και σιωπηρά απέρριψε τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που περιέχονται στην ένδικη ανακοπή τους, αλλά και στην έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με τους οποίους το οφειλόμενο από τον αναιρεσίβλητο μίσθωμα συμψηφίζεται με το ως άνω ποσό των 57.227 ευρώ και το μειώνει αντίστοιχα, με περαιτέρω συνέπεια η επιδίωξη είσπραξης του όλου ποσού των 57.227 ευρώ με βάση την από 28.12.2002 συναλλαγματική του αναιρεσιβλήτου και την έκδοση ως προς αυτή της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής να οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό του σε βάρος των αντιδίκων του.

Είναι έτσι βάσιμοι και οι δυο λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται συνδυαστικά στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε ακολούθως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί όμως υπό άλλη σύνθεση (άρθρ.580§3 ΚΠολΔ).

Ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε, πρέπει, τέλος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδά τους, όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 548/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ