Legislator Case Law & Legislation
1266/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank employee severance payment ruling based on statutory interpretation.

Case Number 1266/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the Hellenic Bank's appeal against a lower court ruling requiring it to pay additional severance compensation to a retiring employee. The court held that the employee, despite being a bank employee, qualified for full statutory severance under specific laws because the bank does not fall under the broader public sector restrictions. Furthermore, the court rejected the argument regarding improperly admitted evidence, noting the appellant had no legal interest in challenging facts they never contested during the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 of Law 3198/1955; Art. 5 of Law 435/1976: Employees of entities not classified as part of the wider public sector retain the right to full statutory severance upon voluntary retirement without the limitations applicable to the wider public sector.

Keywords

AI generated
severance compensation public sector restrictions statutory interpretation voluntary retirement legal interest evidence admissibility severance calculation

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 of Law 3198/1955
Art. 5 of Law 435/1976
Art. 21 of Law 3144/2003
Art. 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP (O) 1/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1266 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1266/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γεωργόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 8670/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 9-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας από αυτούς, την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6 § 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 16/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ.

αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 5 §§ 1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 § 4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 § 1 του Ν. 435/1976 ορίζονται τα εξής:

Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτα να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση.

Οι προαναφερθείσες διατάξεις των εδ. α' και β' του άρθρ. 8 του Ν. 3198/1955 έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και αποσκοπούν στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερήλικων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, με τη συνδρομή των τασσομένων σε αυτές προϋποθέσεων και δη με τη θέσπιση από το δεύτερο εδάφιο της δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση του εργαζομένου ή καταγγελία του εργοδότη).

Είναι δυνατό όμως να εφαρμοσθούν και στις περιπτώσεις που η σχέση εργασίας του υπαλλήλου έχει τη νομική μορφή της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που η λύση αυτής επέρχεται αυτοδικαίως λόγω εκπληρώσεως του οριζόμενου στον νόμο ή τον κανονισμό της επιχειρήσεως ορίου ηλικίας.

Αν με τον κανονισμό όμως έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, εάν δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου (ΑΠ (Ολ) 1110/1986), δηλαδή σε σύμβαση της οποίας δεν είναι ορισμένος ο χρόνος της λύσεως αυτής και μπορεί έτσι να εφαρμοσθεί και επ' αυτής η παραπάνω διάταξη του άρθρ. 8 του Ν. 3198/1955.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου την 17-10-1972 και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του υποδιευθυντή.

Με την από 20-2-2006 αίτησή του γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα την πρόθεσή του να παραιτηθεί. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την 177/22-2-2006 πράξη του Διοικητή της τελευταίας, σύμφωνα με τα άρθρ. 16 και 18 του Γενικού Κανονισμού της Κατάστασης των Υπαλλήλων της. Η σύμβαση Εργασίας του αναιρεσιβλήτου διεπόταν από τον συμβατικής ισχύος Κανονισμό, που πρόβλεπε τη λύση της συμβάσεως εργασίας του με συμπλήρωση ορίου ηλικίας κι επομένως ήταν ορισμένου χρόνου.

Με τον ίδιο Κανονισμό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως με μονομερή δήλωση παραίτησης του μισθωτού. Υπήρχε συνεπώς διαλυτική αίρεση στη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου κατά τα άρθρ. 669 και 202 του ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραίτησης που υπεβλήθη από αυτόν κι έτσι η σύμβαση εργασίας του κατέστη εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με τη συγκατάθεση της εργοδότριας Τράπεζας, η οποία αποδέχθηκε την παραίτησή του από τότε που ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να ισχύσει.

Κατά συνέπεια, είπε το Εφετείο, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την προβλεπόμενη από το άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 αποζημίωση, έχοντας δε συμπληρώσει από την υπηρεσία του στην Τράπεζα συντάξιμο χρόνο 33 ετών 5 μηνών και 3 ημερών και ως επικουρικώς ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, είχε τις προϋποθέσεις να λάβει το κατά το άρθρ. 8 εδ.

β' του άνω νόμου ποσοστό 40% της αποζημιώσεως που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του από την αναιρεσείουσα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 8 § 1 του Ν. 3198/1955 και 202, 669 και 670 του ΑΚ. Ειδικότερα, η έλλειψη ανάλογης πρόβλεψης υπό τη μορφή διαλυτικής αίρεσης στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας ως προς τη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως του μισθωτού και εκ μέρους της με καταγγελία δεν εμποδίζει τη μετατροπή της συμβάσεως του μισθωτού σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στην περίπτωση που πληρωθεί η υπέρ αυτού προβλεπόμενη διαλυτική αίρεση, δηλαδή η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως με παραίτησή του από την υπηρεσία, αφού από τον νόμο δεν τίθεται τέτοια προϋπόθεση.

Εξάλλου, το Εφετείο με συνεπτυγμένη αλλά επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι στην κρινόμενη υπόθεση πληρούνται στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εδ. β' του άρθρ. 8 του Ν. 3198/1955, στο οποίο θεμελιωνόταν η ένδικη αξίωση, ότι δηλαδή αποχώρησε από την υπηρεσία του έχοντας τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος και για τον λόγο αυτό, εφόσον ήταν και επικουρικά ασφαλισμένος, ζητούσε την καταβολή του ποσοστού 40% της αποζημιώσεως που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του από την αναιρεσείουσα.

Άλλωστε, η αναιρεσείουσα ούτε με την έφεση και τις προτάσεις της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας αρνήθηκε τη συνδρομή των διαγραφόμενων στο άρθρ. 8 § 1 εδ. β' του Ν. 3198/1955 προϋποθέσεων στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου κατά τον χρόνο της αποχώρησής του αναφορικά με την υπαγωγή του στην ασφάλιση ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφάλισης για τη χορήγηση σύνταξης γήρατος και συμπλήρωση πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αλλά ισχυρίσθηκε ότι δεν μπορούσε να μετατραπεί η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου σε τέτοια αορίστου χρόνου δια της πρόωρης λύσης της συμβάσεώς του με παραίτηση και εντεύθεν ότι δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή του το άρθρ. 8 § 1 του Ν. 3198/1955.

Κατά συνέπεια, οι από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια αφενός μεν ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της συμβάσεως εργασίας με μονομερή δήλωση παραίτησης του μισθωτού, χωρίς να υφίσταται ανάλογου περιεχομένου πρόβλεψη και υπέρ της αναιρεσείουσας, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου και αφετέρου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι εξαιτίας ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών δεν καθίσταται βέβαιο ποιόν κανόνα δικαίου εφάρμοσε, δηλαδή το εδ.

α' ή το εδ. β' του άρθρ. 8 του Ν. 3198/1955 και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δεν είναι βάσιμοι. Επειδή με το άρθρ. 2 § 2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κλπ, η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ.

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ. με το άρθρ. 1 του ΝΔ 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το άρθρ. 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρ. 21 § 13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 103 §§ 7 και 8 του Συντ., όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο.

Από τις διατάξεις των άρθρ. 9 § 1 του Ν. 1232/1982, 1 § 6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολό της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά τον κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση χρόνο, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα άρθρ. 1§1 και 8§4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρ. 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της).

Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα άρθρ. 2 § 1 εδ. α' έως ζ' και 4 § 1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύστασή της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.

Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5 § 1 του Ν. 435/1976 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρ. 2 § 2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και 1 §§ 1 και 2 του ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ (Ολ) 1/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε επί πλέον ότι ο αναιρεσίβλητος, ως επικουρικώς ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος, εδικαιούτο κατ' άρθρ. 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 το 40% της αποζημιώσεως, την οποία θα ελάμβανε στην περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του από την αναιρεσείουσα, χωρίς τους περιορισμούς του άρθρ. 2 § 2 του ΑΝ 173/1967, όπως ισχύει μετά τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις, έτσι δε η αναιρεσείουσα, που του κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 21 § 13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη στο ποσό των 43.789,94 ευρώ και απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε αποφανθεί ομοίως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., δεν είναι βάσιμος.

Επειδή με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν νομίμως. Ειδικότερα, ότι αν και ο αναιρεσίβλητος με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του δεν κάνει την παραμικρή ειδική αναφορά σε οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο, ούτε ακόμη και στις πρωτόδικες προτάσεις του, τις οποίες επαναφέρει, όχι νομίμως, με αυτούσια ενσωμάτωσή τους, εν τούτοις στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ότι από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν κ' επικαλούνται αποδεικνύονται η ημερομηνία πρόσληψης του αναιρεσιβλήτου και η υποβολή της αιτήσεως παραίτησής του, η αποδοχή της παραίτησης και οι τελευταίες εν ενεργεία αποδοχές του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού η αναιρεσείουσα σε κανένα στάδιο της δικαστικής πορείας της υποθέσεως αμφισβήτησε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα από τα έγγραφα των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη προσκομιδή και επίκληση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.5.2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 8670/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ