Legislator Case Law & Legislation
1266/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment due to defendant's absence and failure to prove evidence was ignored.

Case Number 1266/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tenant company's appeal against the eviction judgment, ruling that the absent defendant failed to appear and the court properly considered the evidence. The tenant argued the lower court ignored witness affidavits, but the court found the eviction decision explicitly acknowledged these documents. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the tenant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 K.Pol.D; Art. 559(11)(c) K.Pol.D: The Supreme Court may proceed with an appeal hearing despite a party's absence if legally summoned, and an appeal based on ignored evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly confirms such evidence was considered.

Keywords

AI generated
tenant eviction appeal party absence procedure evidence consideration witness affidavits legal costs award Supreme Court review procedural default

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 K.Pol.D
Art. 559(11)(c) K.Pol.D
Art. 335 K.Pol.D
Art. 338 K.Pol.D
Art. 339 K.Pol.D
Art. 340 K.Pol.D
Art. 346 K.Pol.D
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1266 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1266/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ..... ΟΕ", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σαλαμαστράκη.

Των αναιρεσίβλητων: Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και Ψ2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαρρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2007 αίτησή της και με τους από 11-3 2008 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 7-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Ρόδου ..., ακριβές αντίγραφο της από 8.3.2007 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 16.4.2008 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στην πρώτη αναιρεσίβλητη, πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή της στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης.

II).Κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ' αυτή της Ελληνικής νομοθεσίας, με το άρθρο 8 παρ.2 ν.510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά από δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε, ο δε νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος είτε με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι εγγεγραμμένος, είτε με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του διευθυντή του κτηματολογικού γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, ήτοι τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, παραπέμπει στις διατάξεις της Ιταλικής νομοθεσίας. Η παραπομπή όμως αυτή, που είναι γνησία, έχει την έννοια ότι η συμπλήρωση των παραπάνω διατάξεων γίνεται όχι με εκείνες της αστικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τη θέσπισή τους, αλλά με αυτές που ισχύουν κάθε φορά.

Συνεπώς, ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 Εισ.Ν.ΑΚ, κατά τον οποίο "στις περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα", είναι σαφές ότι από 30-12-1947, που έχει εισαχθεί στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ.1 στοιχ.α` του πιο πάνω ν. 510/1947, ο ΑΚ, ο Εισ.Ν.ΑΚ και το ν.δ. 7/10-5-1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου", η παραπομπή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 63 παρ.1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας έχει πλέον την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του ελληνικού ΑΚ, που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο, από τις οποίες τώρα διέπεται η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής (Ολ.ΑΠ 188/1980 ).

Επομένως, μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί, κατά τα άρθρα 974 - 979, 1045 και 1051 ΑΚ προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι παλαιά λιθόκτιστη οικοδομή επιφανείας 32 τ.μ. που βρίσκεται στην ... της Ρόδου, επί της οδού ... υπό Κτηματολογικά στοιχεία ΚΜ. ..., τόμος 16 οικοδομών Ρόδου, φύλλο ..., φάκελος ..., νομικής φύσης μουλκ.

Το ακίνητο αυτό ήταν καταχωρημένο στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου στο όνομα των εναγομένων: Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ και Ι. Μετά από αλλεπάλληλες διαδοχικές μεταβολές φέρεται το ακίνητο να είναι καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο στους εναγομένους ως εξής: ο Α κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου 1728/5184, 2) Ζ κατά τα 135/5184, 3) Η 135/5184, 4) Θ 54/5184, 5) Κ 96/5184, 6) Λ 160/5184, 7) Μ 160/5184, 8) Ν 1429/5184 και 9) Ψ2 1287/5184.

Ήδη δε ο τελευταίος (Ψ2) με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίνας Χούλη, που μεταγράφτηκε στα Κτηματολογικά βιβλία στις 21.12.2001 (ήτοι μετά 3 ημέρες από την καταχώρηση της αγωγής στα ίδια βιβλία 18.12.2001) αγόρασε και τα μερίδια της όγδοης εναγομένης (Ν (4287/15552) και έτσι ο Ψ2 φέρεται καταχωρημένος στα κτηματολογικά βιβλία κατά τα μερίδια ...

εξ αδιαιρέτου. Με δήλωση της ενάγουσας στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν εισάγεται η αγωγή ως προς τους εναγομένους από ένα έως και επτά, αλλά μόνο ως προς τους όγδοη (Ν) και ένατο (Ψ2). Όπως προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. ..... πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Ρόδου που προσκομίζει η ενάγουσα, το επίδικο έχει καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο με την υπ' αριθ.

πρωτ. 5947/20.6.1973 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου. Από το ίδιο όμως πιστοποιητικό προκύπτει, ότι με την υπ' αριθμόν 480/1983 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αποδόθηκαν τα μερίδια στον Ξ (δικαιοπάροχο του εναγομένου Ψ2). Επίσης με την υπ' αριθμόν 260/1995 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία επικυρώθηκε με την 16/2001 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, τα μερίδια του Ο, δικαιοπαρόχου της όγδοης εναγομένης Ν, τα μερίδια της οποίας κατά τα προαναφερόμενα αγόρασε στη συνέχεια με το 6088/18.12.2001 συμβόλαιο ο ένατος εναγόμενος Ψ2, αποδόθηκαν στον Ο. ......Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύονται και τα ακόλουθα:

Δυνάμει του υπ' αριθμόν ..... συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ρόδου Χρήστου Γιώρτσου ο Ο (άμεσος δικαιοπάροχος της όγδοης εναγομένης και απώτερος δικαιοπάροχος του ένατου Ψ2), ο οποίος κατά τα προαναφερόμενα ήταν κύριος σημαντικού αριθμού μεριδίων, εκμίσθωσε το επίδικο ακίνητο (το όλο) στο Π, που φέρεται από την ενάγουσα να της έχει μεταβιβάσει άτυπα τη νομή του επιδίκου, αντί μηνιαίου μισθώματος 260 δραχμών.

Η μίσθωση μετά τη λήξη της κατέστη έκτοτε αόριστης διάρκειας και ο φερόμενος από την ενάγουσα ως δικαιοπάροχός της στη νομή του επιδίκου, χρησιμοποίησε έκτοτε το μίσθιο κατάστημα και εγκατέστησε σ' αυτό επιχείρηση εστιατορίου. Ακολούθως με το από 21.6.1973 πρωτόκολλο κατάληψης μετά από την υπ' αριθ. Ο.Ε. 5947/20.6.1973 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου καταλήφθηκε το επίδικο από το Ελληνικό Δημόσιο και με το υπ' αριθμόν .....

μισθωτήριο συμβόλαιο η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ) εκμίσθωσε ποσοστό 87,6 % στο Μιχαήλ Κατσουράκη, ομόρρυθμο μέλος της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρείας, για ένα έτος αντί μηνιαίου μισθώματος 50.000 δραχμών. Στο συμφωνητικό αυτό ρητά δηλώνεται από τους συμβαλλόμενους ότι εκμισθώνετο το ακίνητο στον Π, ως εκπρόσωπο της "Ο.Ε.

Αφοί ....." για να χρησιμοποιηθεί ως εστιατόριο. Την επιχείρηση εστιατορίου άσκησε έκτοτε η ενάγουσα εταιρεία, όπως την άσκησε και ο φερόμενος από αυτήν ως δικαιοπάροχός της στη νομή Π, καταβάλλοντας έκτοτε τα μισθώματα. Από τα παραπάνω βεβαίας χρονολογίας μισθωτήρια συμβόλαια προκύπτει κατά τρόπο σαφή, ότι τόσο ο φερόμενος από την ενάγουσα ως δικαιοπάροχος της Π, όσο και η ίδια η ενάγουσα ευρίσκοντο μέσα στο επίδικο με σχέση μίσθωσης και είχαν απλώς ως μισθωτές τη χρήση του μισθίου ακινήτου και σε καμμία περίπτωση δεν είχαν τη νομή του επιδίκου, απαραίτητου στοιχείου κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού για να αποκτηθεί κυριότητα με κτητική παραγραφή.

Επομένως, εφόσον τόσο ο φερόμενος από την ενάγουσα ως δικαιοπάροχός της Π όσο και αυτή η ίδια η ενάγουσα ευρίσκοντο στο επίδικο ακίνητο από το 1961 μέχρι και την άσκηση της αγωγής με σχέση μίσθωσης, είχαν μόνο τη χρήση αυτού και όχι τη νομή και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο αυτό, επιλαμβανόμενο πλέον, μετά την εξαφάνιση κατά τα παραπάνω της εκκαλουμένης απόφασης της κατ' ουσίαν εκδίκασης της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη....".

Επομένως, το Εφετείο, με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της αγωγής, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις των άρθρων 974- 979, 1045 και 1051 του Α.Κ., ως και του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Ρόδου και επομένως ο 1ος λόγος των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε και επομένως ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, ως και 1ος των προσθέτων λόγων, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ανεπάρκεια στην αιτιολογία δε δεν υπάρχει ούτε ως προς τον χρόνο κατοχής εκ μέρους του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, αφού το Εφετείο δέχεται ανελέγκτως, ότι ο δικαιοπάροχός της Π έλαβε εξ ολοκλήρου στην κατοχή του το επίδικο, δυνάμει της συμβάσεως μισθώσεως, που καταρτίσθηκε με το με αριθμό ..... συμβόλαιο του σ/φου Ρόδου Χρήστου Γιώρτσου, και όχι επομένως από του έτους 1956, όπως διελαμβάνετο στην αγωγή, εκθέτοντας στη συνέχεια με σαφήνεια τον χρόνο καταλήψεως του επιδίκου, ως αδεσπότου, από το 1973, και την εν συνεχεία εκμίσθωσή του από το Ελληνικό Δημόσιο στην αναιρεσείουσα με το με αριθμό .....

μισθωτήριο συμβόλαιο, κατά το ανωτέρω ποσοστό των 87,6%, το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αποδόθηκε μετά από αυτά, κατά τα ανήκοντα στους ως άνω δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων ποσοστά, τα οποία και διεκδικούνται από την αναιρεσείουσα .

III). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέ θέματα. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο προβάλλεται η από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες με επίκληση με αριθ. ....., ....., ....., .....,..... και ..... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της σ/φου Ρόδου Σμαράγδης Παπαοικονόμου, που είχαν ληφθεί νομίμως μετά την προηγουμένη νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη μεταξύ των άλλων εγγράφων τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι χρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση της καθεμιάς, καθορίζονται τη βαρύτητά της ή την επιρροή της στα αποδεικτέα θέματα.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.3.2007 αίτηση, ως και τους 11.3.2008 προσθέτους λόγους της Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ..... Ο.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 301/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ