Supreme Court allows appeal against lower court for missing statutory deadline for compensation determination in expropriation. The court found the appeal admissible because the deadline was calculated from the publication date, not the service date. The lower court erred by declaring the appeal inadmissible due to a procedural mistake.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a First Instance Court decision that had declared an expropriation compensation request inadmissible. The appellants sought a final determination of compensation for their properties, while the appellees (original owners) had missed the six-month deadline to file their request because the First Instance judgment was never served on them. The Court ruled that the deadline for filing the compensation request runs from the publication of the First Instance judgment, not its service, thereby validating the appellants' late filing. Consequently, the lower court's error in declaring the request inadmissible was corrected, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticle 20, paragraphs 1 and 2 of Law 2882/2001; The deadline for requesting a final determination of compensation in expropriation proceedings runs from the publication of the First Instance Court's decision, not from its service, ensuring that interested parties who were not served retain their right to appeal within the statutory period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1266 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1266/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη, Ελένη Μαραμαθά και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ Α.Ε. ΛΑΡΚΟ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος της εταιρείας ..., ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιό του τον δικηγόρο Φίλιππο Φιλιππόπουλο.
Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1...., 2. ..., 3. ..., 4. α...., β. ..., γ. ... και δ. ..., υπεισελθόντων στην παρούσα δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου ..., 5...., 6. ..., 7. ..., 8. ..., 9...., 10. ..., 11. ...., 12. ... και 13..... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σεραφείμ Πέτσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαϊου 2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 292/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή της και τους από 4 Αυγούστου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1626/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 5 Δεκεμβρίου 2005 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανάγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2882/2001 αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής, κατά δε την παρ. 2 αυτού, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής.
Εάν η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης με την επιφύλαξη εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9. Περαιτέρω κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίσθηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση.
Τέλος, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δύναται να ασκηθεί και απευθείας ενώπιον του Εφετείου, εφόσον δεν εκκρεμεί αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου για προσωρινό προσδιορισμό αυτής ή δεν έχει εκδοθεί απόφαση που να την προσδιορίζει προσωρινώς.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 9 παρ. 4, 14 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 19 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι η παραπάνω εξάμηνη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του, δεσμεύει όλους τους ενδιαφερόμενους που κλήθηκαν ή έλαβαν μέρος στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, ενώ δεν δεσμεύει εκείνους που δεν κλήθηκαν ή δεν έλαβαν μέρος στην άνω δίκη, οι οποίοι και μόνον δικαιούνται να ασκήσουν αίτηση απευθείας στο Εφετείο για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης και μετά την πάροδο εξαμήνου από τη δημοσίευση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης μέσα σε προθεσμία πέντε ετών από την κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου συντέλεση της απαλλοτρίωσης και πάντως εντός έξι μηνών από τότε που αποδεδειγμένα έλαβαν γνώση της συντέλεσης αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 15-02-2003 αίτησης των αναιρεσιβλήτων με την οποία αυτοί ζήτησαν τον απευθείας οριστικό προσδιορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα σ' αυτή συστατικά (επικείμενα) των ακινήτων τους, τα οποία απαλλοτριώθηκαν υπέρ και με δαπάνες της αναιρεσείουσας με την υπ' αριθμ.
Δ9Δ/Φ302/ΟΙΚ/8325/126/13-06-2000 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 379/23-06-2000 Τ.Δ). Προηγουμένως η αναιρεσείουσα με την από 24-01-2001 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης στρεφόμενη και κατά των με αρ. 1 έως 11 στο αναιρετήριο, αναιρεσιβλήτων, ζήτησε τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των συστατικών αυτών.
Κατά την συζήτηση της άνω αίτησης άσκησαν παρεμβάσεις και οι με αρ. 12 και 13 στο αναιρετήριο αναιρεσίβλητες, επιπλέον δε όλοι οι αναιρεσίβλητοι με ανταιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στα πρακτικά του άνω δικαστηρίου ζήτησαν να καθορισθεί προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους και τα συστατικά τους περιλαμβανομένων και όσων δεν αναγράφονταν στον κτηματολογικό πίνακα, μεγαλύτερη της αιτουμένης από την αναιρεσείουσα με την αίτησή της.
Επί της άνω αιτήσεως, παρεμβάσεων και ανταιτήσεων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 468/2001 απόφαση του άνω δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-11-2001 και η οποία, όπως ομολογείται από την αναιρεσείουσα ουδέποτε κοινοποιήθηκε στους αναιρεσίβλητους. Κατά ταύτα, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν αλλά και παρέστησαν στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, και των συστατικών τους, δικαιούνταν να ασκήσουν αίτηση στο αρμόδιο Εφετείο για τον οριστικό καθορισμό της άνω αποζημίωσης, εντός της υπό του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2882/2001, που ήδη ίσχυε, εξάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της άνω απόφασης του Μον.
Πρωτοδικείου Κοζάνης, αφού όπως σημειώθηκε αυτή δεν τους επιδόθηκε. Κατά συνέπεια η αίτηση των αναιρεσιβλήτων επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση εφόσον, ως προκύπτει, κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτ. Μακεδονίας στις 16-05-2003, ήτοι μετά την πάροδο της άνω εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας, ήταν απαράδεκτη.
Επομένως το Εφετείο που την έκρινε παραδεκτή απορρίπτοντας τον περί απαραδέκτου αυτής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που προέβαλε με τις προτάσεις της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και είναι βάσιμος ο από τη διάταξη αυτή πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή αυτού ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 292/2003 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1640) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ