Legislator Case Law & Legislation
1265/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming will document was distorted, ruling it concerns evidentiary conclusion not reading error.

Case Number 1265/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a will dispute. The appellant argued the will document was distorted, but the court found this claim concerned the evidentiary conclusion drawn from the document rather than a reading error. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of a document is inadmissible if it concerns an evidentiary conclusion rather than a reading error, as the appellant must prove the document's true content, the distorted version, the specific claim relied upon, and the prejudicial conclusion.

Keywords

AI generated
distortion of document evidentiary conclusion reading error will dispute Code of Civil Procedure legal costs dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 246, 573(1), 569 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1265 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1265/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Δημήτριο Μπούσιο, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. χήρας Γ. Σ. το γένος Ν. Λ., 2) Α. Σ. του Γ. και της Γ., κατοίκων Κερκύρας, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο και Πέτρο Σαμαρά και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 21-6-2018 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1146/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-9-2020 αίτηση και τους από 24-1-2022 προσθέτους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων και πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29.09.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 32/15.06.2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, το οποίο απέρριψε την από 06.11.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1146/13.09.2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 18.04.2018 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε απορρίψει την από 21.06.2018, συνεκδικασθείσα με την αγωγή, ανταγωγή του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, παραδεκτοί είναι και οι από 24.01.2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο και αφορούν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης με την αίτηση αναιρέσεως κεφάλαια, ως και τα μετ' αυτών αναγκαστικά συνεχόμενα (άρθρο 569§2 υπεδ.

α' του Κ.Πολ.Δ.), που επιδόθηκε νόμιμα στις αναιρεσίβλητες (άρθρο 569§2 του Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επομένως, οι παραδεκτοί αναίρεση και πρόσθετοι αυτής λόγοι να συνεκδικασθούν (άρθρα 246, 573§1, 569 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577§1, 3 Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλομένη απόφαση υπήρξε, κατά παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ήδη αναιρεσίβλητες ήγειραν κατά του ήδη αναιρεσείοντος την από 18.04.2018 αγωγή τους, την οποία απηύθηναν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Με την αγωγή τους αυτή ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι η κληρονομουμένη (συγγενής του δικαιοπαρόχου τους Γ. Σ. του Δ.) Α. Β. με την από 14.07.2010 μυστική διαθήκη της, εγκατέστησε τον ήδη αναιρεσείοντα - εναγόμενο κληροδόχο και όχι κληρονόμο της, άλλως, ότι η κληρονομουμένη απέβλεπε στην εγκατάσταση του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου σε δήλο χωρίς να συντρέχει περίπτωση προσαυξήσεως του ποσοστού του από την κληρονομία της, β) να αναγνωρισθεί ότι ο ήδη αναιρεσείων - εναγόμενος δεν διατηρεί καμία αξίωση εις βάρος τους από το επικαλούμενο από τον ίδιο κληρονομικό του δικαίωμα, άλλως και όλως επικουρικώς να αναγνωρισθεί ότι, ακόμη και αν ο ήδη αναιρεσείων - εναγόμενος απέκτησε οποιοδήποτε πρόσθετο κληρονομικό δικαίωμα πέραν των 600.000,00€, που του κατέλιπε η θανούσα με την προαναφερθείσα διαθήκη, το δικαίωμα του να ζητήσει την αφαίρεση, άλλως την κήρυξη ανισχύρου του με αριθμό ...

κληρονομητηρίου ασκείται καταχρηστικά. Ακολούθως, ο ήδη αναιρεσείων - εναγόμενος άσκησε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγουσών την από 21.06.2018 ανταγωγή, την οποία απηύθηνε στο αυτό Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας) και ζήτησε α) να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα, κατά ποσοστό 600.000/3.000.000, ήτοι 1/5 εξ αδιαιρέτου τόσο επί του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας, όσο και επί της μη διατεθείσας, με την από 14.07.2010 μυστική διαθήκη, περιουσίας, που κατά τον χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης ανερχόταν σε 3.563.663,70€, ανερχομένου του ποσοστού 1/5 που αναλογεί στον ίδιο σε 712.732,60€, β) να αναγνωρισθεί ότι οι αντεναγόμενες υποχρεούνται να του αποδώσουν το ως άνω ποσό διαιρετώς, κατά ποσοστό 1/4 η πρώτη και 3/4 η δεύτερη, ήτοι η πρώτη το ποσό των 178.183,00€ και η δεύτερη το ποσό των 534.549,00€ και γ) να υποχρεωθούν οι αντεναγόμενες, να του παραδώσουν κατάλογο των αντικειμένων που συναποτελούσαν την ομάδα της κληρονομίας της Α.

Β. κατά τον χρόνο του θανάτου της και κατάλογο όλων των μεταβολών της κληρονομίας αυτής, από τον χρόνο του θανάτου της μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της ανταγωγής και να του παράσχουν πληροφορίες για την τρέχουσα κατάσταση των αντικειμένων της κληρονομίας, με απαγγελία χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς τους.

Οι άνω αγωγή και ανταγωγή συνεκδικάσθηκαν κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 1146/13.09.2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, με την οποία η μεν αγωγή έγινε δεκτή, η δε ανταγωγή απορρίφθηκε. Κατά της ως άνω κρινάσης αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων - εναγόμενος - αντενάγων άσκησε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, την από 06.11.2019 έφεσή του την οποία απηύθηνε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγουσών - αντεναγομένων.

Συζητήσεως γενομένης επί της ως άνω εφέσεως, κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 32/15.06.2020 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της άνω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ο εκκαλών - εναγόμενος - αντενάγων άσκησε την από 29.09.2020 αίτηση, μετά των από 24.01.2022 προσθέτων λόγων αυτής, ζητώντας την αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/15.06.2020 αποφάσεώς του για τους αναφερομένους στα δικόγραφα της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων λόγους.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την εκφορά της δικαστικής του κρίσεως, δέχθηκε, κατ' αντιγραφήν, τα ακόλουθα: "Στις 17 Ιουλίου 2012 απεβίωσε στην Κέρκυρα η Α. Β. του Χ. και Ε., κάτοικος εν ζωή Κέρκυρας, άγαμη και άτεκνη. Μόνος πλησιέστερος συγγενής της, κατά τον χρόνο του θανάτου της, ήταν ο Γ. Σ., σύζυγος της πρώτης και πατέρα της δεύτερης των εναγουσών, πρώτος εξάδελφος της θανούσης εκ της πατρικής γραμμής.

Η θανούσα είχε συντάξει οκτώ συνολικά διαθήκες, ήτοι, επτά μυστικές και συγκεκριμένα τις από 17-9-1995, 15-06-1998, 22-01-2001, που κατατέθηκαν στον συμβολαιογράφο Κέρκυρας Γ. Ζ., και τις από 03-05-2004, 09-02-2006, 27-6-2008 και 14-7-2010, που κατατέθηκαν στη συμβολαιογράφο Κέρκυρας Ι. Ζ., οι οποίες δημοσιεύθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας κατά τη συνεδρίαση της 15-11-2012 και έλαβαν αντίστοιχα αριθμούς πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης 279/2012, 280/2012, 283/2012, 281/2012, 282/2012, 284/2012 και 285/2012, καθώς και την από 23-9-2008 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε από το Ειρηνοδικείο Κέρκυρας κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 14-5-2018 και έλαβε αριθμό πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης 222/2018.

Στην από 14 -7-2010 μυστική διαθήκη, η οποία είναι μεταγενέστερη όλων των υπολοίπων, η θανούσα περιλαμβάνει δήλωση κατάργησης των προηγούμενων διαθηκών της, με συνέπεια την ανάκληση αυτών (αρθρ. 1763 περ. 1 ΑΚ) και την ισχύ της τελευταίας χρονολογικά συνταχθείσας διαθήκης. Με τη διαθήκη αυτή η θανούσα όρισε τα εξής: "Με ιδιόγραφον μυστική μου αυτήν διαθήκη αφήνω εις τον πρώτον μου εξάδελφο Γ.

Σ. του Δ. και Α. το γένος Β. τον πρώτον όροφο της κατοικίας μου οδός ... ΚΕΡΚΥΡΑ, αποτελούμενον εκ τεσσάρων κυρίων δωματίων, χώλ, κουζίνας, 2 μπάνια και μεγάλη σκεπαστή βεράντα που βλέπει προς την Ιόνιον Βουλή. Αφήνω εις την κουμπάρα μου Ε. Σ. του Χ. και Σ. το γένος Μ., το ισόγειον της κατοικίας μου αυτής ..., Κέρκυρα, αποτελούμενον εκ τεσσάρων κυρίων δωματίων, προχώλ, χώλ, κουζίνας, αποθήκης, μιάς τουαλέττας χωρίς μπάνιο ή ντούς, και μιάς δεύτερης τουαλέττας με μπάνιο κανονικό, μέτριου μεγέθους.

Βεράντα δεν έχει το ισόγειο αυτό, ούτε και μπαλκόνια, γι' αυτό της αφήνω τον κήπο που περιβάλλει ολόκληρον την οικία ισόγειο και πρώτο όροφο, να έχει την αποκλειστική χρήση αυτή αυτού του κήπου και κανείς άλλος, και όχι μόνον την χρήση αλλά και την ιδιοκτησία. Επίσης, επειδή εις την οικία αυτή υπάρχει και αποθήκη υπόγειος που υπάρχει και η εγκατάσταση του καλοριφέρ, λέβητας, καυστήρας, τεπόζιτο πετρελαίου που λειτουργεί το καλοριφέρ αυτό και για τις δύο, δηλαδή Α' όροφον και ισόγειο επί της οικίας αυτής ...

ΚΕΡΚΥΡΑ να έχει την χρήση και ο ξάδελφος μου που θα είναι στον Α' όροφον και η κουμπάρα μου Ε. Σ. που θα είναι στο ισόγειο, θα είναι δηλαδή το υπόγειο αυτό επίκοινος. Επίσης επίκοινα και κοινόχρηστα θα είναι η είσοδος, το οικόπεδο στην οικοδομή, το κλιμακοστάσιο και το δικαίωμα αέρος και υψούν θα ανήκει και εις τους δύο.

Την Ε. Σ. την έχω στεφανώσει και έχω βαπτίσει και την κόρη της Σ.. Επίσης εις την κουμπάρα μου Ε. Γ. - Β. την οποίαν έχω στεφανώσει, και είναι από το Καστρί της Ηπείρου νομός Θεσπρωτίας και παντρεύτηκε στην ΚΕΡΚΥΡΑ τον Β. Β. που έχει πεθάνει πριν ένα χρόνο και είναι χήρα το όνομα του πατρός ήταν Η. και της μητρός της Α., και την έχω στο σπίτι μου οικιακή βοηθό από 1983 της αφήνω ένα διαμέρισμα εις την οδόν ...

στην πολυκατοικία Β., αποτελούμενον εκ τεσσάρων κυρίων δωματίων, χώλ, κουζίνας, μπάνιου, και έχει 2-3 εξώστες (μπαλκόνια) και βλέπει προς την οδό ... και την .... Επίσης της αφήνω και το κατάστημα μου εις την οδόν Βελισσαρίου και ... γωνία, περίπου 65 τ.μ. και η κυρία είσοδός του είναι επί οδού ... και βλέπει και αυτό προς την ....

Το κατάστημά μου γύρω στα 35 τ.μ. ευρισκόμενον επί της οδού ... το αφήνω σε ένα παιδί διανοητικώς ανάπηρο που ονομάζεται Σ. Β. του Γ. και Α. και κατάγεται και κατοικεί στο χωριό ... Κερκύρας μαζί με τους γονείς του και την θεία του. Επίσης εις τον εξάδελφον μου Γ. Σ. Δ. και Α. το γένος Β., αφήνω το 1/3 το μερίδιό μου από το κατάστημα κείμενον εις τας οδούς ...

γωνία. Τα 2/3 τα κατέχει ο εξάδελφός μου εκ κληρονομιάς από την μητέρα του και την θεία του και περιέρχεται δια αυτόν τον τρόπο ολόκληρο στην ιδιοκτησία του. Το 1/3 το κατέχω εγώ εκ κληρονομιάς από τον πατέρα μου. Επίσης εις την κόρη του πρώτου μου εξαδέλφου που αφήνω το 1/3 από το κατάστημα (Γ. Σ.) που αναφέρω πιο πάνω στην κόρη του επαναλαμβάνω ονομαζομένη Α.

Σ. του Γ. και Γ. το γένος Λ. 500.000 μετρητά της αφήνω από τις καταθέσεις μου στην Τράπεζα. Επίσης αφήνω εις την Α. Σ. του Χ. και της Σ.ς αδελφή της κουμπάρας μου Ε. Σ. του Χ. και της Σ.ς της αφήνω 500.000 Ευρώ από τις καταθέσεις μου στην Τράπεζα. Επίσης αφήνω στην αγαπητή μου εξαδέλφη Ρ. Δ. χήρα Β. Δ. διαμένουσα εις το προάστιον χωρίον ...

ΚΕΡΚΥΡΑΣ καταγόμενη από το χωρίον ... Κερκύρας όνομα πατρός Ι. και Α. 100.000 ευρώ από τις καταθέσεις μου στην Τράπεζα. Επίσης αφήνω εις την Μοναχή Σ. Π. του Π. και Γ. το γένος Μ. 100.000 Ευρώ από τις καταθέσεις μου στην Τράπεζα. Επίσης θέλω να αναφέρω ότι εις την Τράπεζα Κύπρου υπάρχει κοινός λογαριασμός στα ονόματα Σ.

και Β.. Τα χρήματα του λογαριασμού αυτού ανήκουν εξ ολοκλήρου στην Ε. Σ., και εγώ δεν έχω κανένα δικαίωμα εις αυτά, και δικαιούχος αυτών είναι και θέλω να είναι η Ε. Σ.. Επίσης αφήνω εις την αναδεχτή μου Μ. Κ. το πατρικόν της του Γ. και της Σ.ς το γένος Β. και είναι παντρεμένη με τον Θ. Γ. από το Αμύνταιο Φλωρίνης μαθηματικός αυτός, φιλόλογος καθηγήτρια αυτή διαμένουσα με την οικογένεια της στην Θεσσαλονίκη οδός ...

στο Νιόκαστρο της αφήνω επαναλαμβάνω 700.000 Ευρώ από τις καταθέσεις μου στην Τράπεζα. Εκτελεστή της διαθήκης αυτής της μυστικής ορίζω τον δικηγόρο μου κ. Φ. Μ., ο οποίος είναι δικηγόρος μου από το 1986, και πιστά και με αφοσίωση εκτελεί κατά τον καλύτερο και τιμιώτερο τρόπο κάθε μου εντολή, και με εξυπηρετεί και με προστατεύει σε κάθε μου ανάγκη, οτιδήποτε και να μου συμβεί.

Εις τον παραπάνω δικηγόρον μου κ. Φ. Μ. αφήνω 600.000 Ευρώ από τις καταθέσεις μου στην Τράπεζα. Ως εκτελεστή διαθήκης του δίνω την εξουσία, εκτός από τις νόμιμες αρμοδιότητες του, και να διανέμει τα χρηματικά ποσά που αναφέρω πιο πάνω εις όσους τα αφήνω. Όσους παραπάνω ανέφερα τούς εγκαθιστώ κληρονόμους μου στα συγκεκριμένα πράγματα, επί δήλων πραγμάτων, κληρονόμους.

Η παρούσα διαθήκη καταργεί κάθε άλλη προηγούμενή μου. Την παρούσα διαθήκη συνέταξα σήμερα 14 Ιουλίου 2010, έχοντας σώας τας φρένας μου και πλήρη συνείδηση, στο σπίτι μου ... πρώτος όροφος στην ΚΕΡΚΥΡΑ". Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο Γ. Σ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης των εναγουσών - αντεναγομένων, με την υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 95/14-2-2013 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ζήτησε την έκδοση κληρονομητηρίου, με το οποίο να βεβαιώνεται ότι είναι εκ διαθήκης κληρονόμος των ακινήτων που του κατέλιπε η αποβιώσασα με την προαναφερόμενη διαθήκη και εξ αδιαθέτου κληρονόμος κάθε άλλης κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτής.

Επί της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε η με αριθμό 963/2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε ο γραμματέας του Δικαστηρίου να χορηγήσει στον αιτούντα κληρονομητήριο, το οποίο να πιστοποιεί ότι η Α. Β. κατέλιπε κατά τον χρόνο θανάτου της την από 14-7-2010 μυστική διαθήκη της που δημοσιεύθηκε με το με αριθμό 285/15-11-2012 πρακτικό, με την οποία ονομάζει και εγκαθιστά κληρονόμο της τον εκεί αιτούντα στα αναφερόμενα στην διαθήκη ακίνητα και ότι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής είναι ο ίδιος στην κινητή και ακίνητη περιουσία της, που δεν περιλαμβάνεται στην ως άνω διαθήκη, ακολούθως δε εκδόθηκε το με αριθμό 12/2013 κληρονομητήριο του γραμματέα του Πρωτοδικείου Κέρκυρας με το ως άνω περιεχόμενο.

Αφετέρου, ο εναγόμενος - αντενάγων αποδέχθηκε το λειτούργημα του εκτελεστή διαθήκης, συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθμ. 1/2012 έκθεσης αποδοχής λειτουργήματος εκτελεστού διαθήκης, του γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ακολούθως δε κατέθεσε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου την με αριθμό κατάθεσης 88/12-2-2013 αίτηση, με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, ώστε να αποδώσει από τις τραπεζικές καταθέσεις της κληρονομουμένης τα αναφερόμενα στη διαθήκη χρηματικά ποσά σε κάθε ένα από τα τιμώμενα πρόσωπα και να παρακρατήσει για τον εαυτό του το καταλειφθέν με τη διαθήκη στον ίδιο ποσό των 600.000 ευρώ.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1199/2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε ο γραμματέας του Δικαστηρίου να χορηγήσει στον αιτούντα κληρονομητήριο, το οποίο να πιστοποιεί ότι η Α. Β. κατέλιπε κατά τον χρόνο του θανάτου της την από 14-7-2010 μυστική διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 285/15-11-2012 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία ονομάζει και εγκαθιστά εκτελεστή αυτής της διαθήκης τον εκεί αιτούντα, στον οποίο παρέχει την εντολή πέραν των νομίμων καθηκόντων του, όπως αποδώσει στα τιμώμενα με τη διαθήκη πρόσωπα τα καταλειφθέντα σε αυτά χρηματικά ποσά και αναλάβει για τον εαυτό του το δια της διαθήκης καταλειφθέν στον ίδιο ποσό των 600.000 ευρώ.

Στη συνέχεια εκδόθηκε από τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Κέρκυρας το με αριθμό 15/2013 κληρονομητήριο με το παραπάνω περιεχόμενο. Αποδείχθηκε εξάλλου, αλλά και συνομολογείται, ότι η Α. Β. κατά το χρόνο θανάτου της, τηρούσε στην τράπεζα Πειραιώς τον με αριθμό ... καταθετικό λογαριασμό με υπόλοιπο την 17-7-2012 ποσού 2.021,94 ευρώ, τον με αριθμό ...

καταθετικό λογαριασμό με υπόλοιπο κατά τον ίδιο χρόνο ποσού 18.463,26 ευρώ, τον με αριθμό ... καταθετικό λογαριασμό με υπόλοιπο 0,10 ευρώ και τον με αριθμό ... καταθετικό λογαριασμό με συνδικαιούχο την Ε. Σ. με υπόλοιπο 2.02 ευρώ. Επίσης, τηρούσε στην ίδια Τράπεζα το με αριθμό 3031 επενδυτικό χαρτοφυλάκιο αποτελούμενο από ένα κρατικό ομόλογο με ονομασία "...)" συνολικής αποτίμησης κατά το χρόνο θανάτου της ποσού 3.933.210.82 ευρώ, ένα εταιρικό ομόλογο με ονομασία "..." συνολικής αποτίμησης κατά το χρόνο θανάτου της ποσού 1.939.881,90 ευρώ και ένα αμοιβαίο κεφάλαιο εξωτερικού με ονομασία "..." συνολικής αποτίμησης κατά τον χρόνο θανάτου της ποσού 170.086,97 ευρώ.

Ακόμη, τηρούσε στην ίδια τράπεζα το με αριθμό 3787 επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με συνδικαιούχο την Ε. Σ. του Χρήστου, αποτελούμενο από ένα εταιρικό ομόλογο με ονομασία "...)", συνολικής αποτίμησης κατά το χρόνο θανάτου της ποσού 771.780.97 ευρώ. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η θανούσα κατά το χρόνο του θανάτου της διέθετε σε καταθετικά υπόλοιπα και επενδυτικά χαρτοφυλάκια, το συνολικό ποσό των 6.835.447,98 ευρώ εκ των οποίων 2.500.000 ευρώ διέθεσε με την ως άνω διαθήκη της, 771.782,99 ευρώ, που αφορούν καταθετικό λογαριασμό και επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με συνδικαιούχο την Ε.

Σ., ανήκαν, σύμφωνα με ρητή αναφορά στην ως άνω διαθήκη στην τελευταία (Ε. Σ.) και έτσι, απέμεινε αδιάθετο ποσό 3.563.664,99 ευρώ, το οποίο δε ρυθμίστηκε με την ως άνω διαθήκη και το οποίο ανέλαβε, δυνάμει του προαναφερθέντος με αριθμό 12/2013 κληρονομητηρίου, ο Γ. Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσας, καταβάλλοντας αντίστοιχο φόρο κληρονομίας ποσού 1.320.848 ευρώ.

Ο Γ. Σ. απεβίωσε στις 17-2-2016 αδιάθετος, καταλείποντας ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την σύζυγό του, πρώτη ενάγουσα-αντεναγομένη και τη θυγατέρα του, δεύτερη ενάγουσα-αντεναγομένη. Στις 21-12-2017, ο εναγόμενος - αντενάγων κοινοποίησε στις ενάγουσες - αντεναγόμενες, υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ.

Σ., την από 10-12-2017 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, με την οποία γνωστοποιούσε σε αυτές ότι αμφισβητεί την ιδιότητα του δικαιοπαρόχου τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσας, δήλωνε ότι στο μη διατεθέν με τη διαθήκη τμήμα της κληρονομίας είναι και αυτός κληρονόμος, το οποίο, κατά το ποσοστό που του αντιστοιχεί παρακρατούν οι ίδιες παράνομα, τις καλούσε δε, να του αποδώσουν λογαριασμό ως προς τα χρήματα που εισέπραξε ο δικαιοπάροχός τους για να προσδιοριστεί η κληρονομική του μερίδα και, τέλος, ζητούσε να του καταβάλουν τόκους υπερημερίας από το χρόνο επαγωγής του καταλειφθέντος σε αυτόν με τη διαθήκη ποσού 600.000 ευρώ μέχρι την εκταμίευσή του την 16-9-2013, ποσού 58.374,60 ευρώ.

Ακολούθως, με την με την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 280/2018 αίτησή του προς το Ειρηνοδικείο Κέρκυρας, ο εναγόμενος - αντενάγων, ζήτησε την αφαίρεση, άλλως κήρυξη ως ανίσχυρου του υπ' αριθμ. 12/2013 πιστοποιητικού κληρονομητηρίου, που είχε χορηγηθεί στο δικαιοπάροχο εναγουσών, Γ. Σ.. Η ως άνω αίτηση συζητήθηκε στις 24-4-2018 χωρίς να προκύπτει μέχρι σήμερα η έκδοση σχετικής απόφασης.

Επομένως, από το εν λόγω κληρονομητήριο εξακολουθεί και πηγάζει νόμιμο τεκμήριο για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του βεβαιούμενου σε αυτό δικαιώματος του Γ. Σ., ως εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Α. Β., ώστε ο εναγόμενος- αντενάγων, που υποστηρίζει ότι ο Γ. Σ.ς δεν είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος, να φέρει το βάρος απόδειξης των περιστατικών που θα μπορούσαν να ανατρέψουν το εν λόγω τεκμήριο. ...

Ο εναγόμενος - αντενάγων ισχυρίζεται ότι ως προς το αδιάθετο ποσό, θα πρέπει να επέλθει επαύξηση των μερίδων των εγκατάστατων με την διαθήκη κληρονόμων, διότι η θανούσα δεν επιθυμούσε να περιέλθει η αδιάθετη περιουσία της στον Γ. Σ. κατά τις διατάξεις της εξ αδιαθέτου διαδοχής, αλλά η αληθής βούληση αυτής, ήταν τα αναφερόμενα στη διαθήκη πρόσωπα να είναι οι μόνοι κληρονόμοι της.

Σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεδομένου ότι εν προκειμένω υπάρχει εγκατάσταση κληρονόμων σε μέρος μόνο της κληρονομίας και μη εξάντληση του κλήρου, καλούνται σε εφαρμογή διαζευκτικά οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1801 και 1802 του ΑΚ. Θα πρέπει δηλαδή, να επέλθει η εξ αδιαθέτου διαδοχή, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1801 ΑΚ, εκτός εάν ο μαχόμενος υπέρ της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1802 ΑΚ και έχων το σχετικό βάρος απόδειξης εναγόμενος - αντενάγων, αποδείξει ότι η διαθέτιδα θέλησε τους εγκατάστατους ως μόνους κληρονόμους της.

Κρίσιμο δηλαδή ζήτημα για τη διάγνωση της εξεταζόμενης διαφοράς είναι εάν η διαθέτιδα ήθελε τα τιμώμενα με τη διαθήκη πρόσωπα να είναι οι μόνοι κληρονόμοι της, δεδομένου ότι άφησε αδιάθετο μεγάλο μέρος της περιουσίας της, για το οποίο η διαθέτιδα παρέλειψε να αναφέρει ο,τιδήποτε στη διαθήκη. Η παράλειψη αυτή, καθιστά ασαφή τη διαθήκη, δύναται δε να αρθεί μόνο με ερμηνεία, προκειμένου να διαπιστωθεί αν προκύπτει θέληση της διαθέτιδας να περιορίσει τους τιμηθέντες μόνο στα ρητώς μνημονευθέντα στη διαθήκη ειδικά περιουσιακά στοιχεία, έτσι ώστε, ως προς την υπόλοιπη κληρονομιαία περιουσία, να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή ή αν θέλησε αυτούς ως μόνους και αποκλειστικούς κληρονόμους της.

Συνεπώς, ενόψει της ασάφειας αυτής, καθίσταται αναγκαία η ερμηνεία της διαθήκης, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη, χωρίς η κρίση της αυτή να πλήττεται. Η ερμηνεία αυτή θα γίνει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, με βάση το περιεχόμενο της ίδιας της διαθήκης και με προσφυγή και σε αποδεικτικά στοιχεία εκτός του κειμένου αυτής που προκύπτουν από τις αποδείξεις.

Εν προκειμένω, κατά τη σύνταξη της διαθήκης η θανούσα, όπως προαναφέρθηκε, περιέλαβε στο τέλος αυτής, δήλωση περί εγκατάστασης των τιμώμενων προσώπων "στα συγκεκριμένα πράγματα, επί δήλων πραγμάτων". Η έκφραση αυτή καταδεικνύει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η μνεία των δήλων έγινε από τη διαθέτιδα με περιοριστικό τρόπο και ότι η βούληση αυτής ήταν τα τιμώμενα πρόσωπα να περιοριστούν στα δήλα πράγματα και όχι να οριστούν μόνοι κληρονόμοι αυτής, αποκλείοντας την εξ αδιαθέτου διαδοχή και τούτο διότι, αν η αληθής βούληση της διαθέτιδας ήταν να εγκαταστήσει τα τιμώμενα πρόσωπα ως μόνους κληρονόμους της σε όλη την περιουσία της, δεν υπήρχε λόγος να προσθέσει ρητά στη διαθήκη την φράση "τους εγκαθιστώ στα συγκεκριμένα πράγματα, επί δήλων πραγμάτων", αλλά θα διαλάμβανε ότι τους εγκαθιστά ως μόνους κληρονόμους της.

Όπως δε συνομολογείται από τους διαδίκους, η διαθέτιδα κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης γνώριζε το ακριβές ύψος της περιουσίας της και κατά συνέπεια είχε επίγνωση ότι με τη διαθήκη αυτή άφηνε αδιάθετο ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, δεδομένου μάλιστα ότι το αρρύθμιστο με τη διαθήκη μέρος της περιουσίας της, που προερχόταν από το τίμημα ποσού 9.500.000 ευρώ που εισέπραξε από την πώληση ακινήτου της δυνάμει του με αριθμό ...

συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Φ. Π., είχε ήδη περιέλθει σε αυτήν δύο χρόνια πριν τη σύνταξη της διαθήκης. Εξάλλου, στην εν λόγω διαθήκη δεν γίνεται μνεία ότι με αυτήν ρυθμίζει όλη την περιουσία της, όπως έπραξε με την από 17-9-1995 διαθήκη της, στην αρχή της οποίας αναφέρει "θέλοντας και έχοντας την επιθυμία μετά τον θάνατό μου η περιουσία μου να διατεθεί ως εξής", που τροποποιήθηκε με τις από 15-6-1998, 22-1-2001, 3-5-2004 και 9-2-2006 μυστικές διαθήκες, αλλά και με την από 27-6-2008 διαθήκη της με την οποία κατήργησε όλες τις προηγούμενες και στην οποία επίσης αναφέρει ότι "διαθέτω την περιουσία μου μετά τον θάνατό μου ως εξής...", γεγονός που ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η διαθέτιδα δεν επιθυμούσε τα τιμώμενα πρόσωπα να είναι καθολικοί διάδοχοι αυτής σε όλη την περιουσία της, αλλά να περιορισθούν μόνο στα ειδικά κατονομαζόμενα με τη διαθήκη πράγματα.

Η παραπάνω κρίση στηρίζεται πρωτίστως σε αυτό τούτο το περιεχόμενο της διαθήκης και στα όσα ειδικότερα η διαθέτιδα προβλέπει για ένα έκαστο των τιμώμενων προσώπων, σε συνδυασμό και με τα όσα είχε ορίσει για τα ίδια πρόσωπα και στις προηγούμενες διαθήκες, όπου επίσης ήταν τετιμημένα. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις της διαθήκης που εκτέθηκαν ανωτέρω, η διαθέτιδα, κατέλιπε, στη δεύτερη ενάγουσα - αντεναγόμενη, στη Ρ.

Δ., στη μοναχή Σ. Π., στη Μ. Κ. και στον εναγόμενο - αντενάγοντα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, από τις τραπεζικές της καταθέσεις, όπως η ίδια στη διαθήκη αναφέρει, εκφράζοντας τη βούλησή της με αυτά τα ποσά, να τιμηθεί το καθένα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, εάν όμως η βούλησή της ήταν τα πρόσωπα αυτά να λάβουν πλέον των ορισθέντων με τη διαθήκη με προσαύξηση και μέρος των αδιάθετων χρημάτων της, το λογικώς αναμενόμενο θα ήταν να περιλάβει και τα αδιάθετα ποσά κατά το μέρος που επιθυμούσε να περιέλθει σε κάθε ένα από τα τιμώμενα πρόσωπα, δεν θα είχε άλλωστε λόγο να περιορίσει τα δήλα πράγματα που τους κατέλειπε στα συγκεκριμένα ποσά.

Είναι δε κρίσιμο το γεγονός, ότι για καθένα των τιμωμένων προσώπων η διαθέτιδα κάνει ειδική αναφορά. Χαρακτηριστικά αναφέρεται, ότι κατά τη διατυπούμενη στη διαθήκη πρόθεσή της, η οποία είχε εκφραστεί και σε πρηγούμενες διαθήκες, για μερικούς από τους εγκαταστάτους, η διαθέτιδα είχε κάνει τις ακόλουθες διευκρινίσεις και παρατηρήσεις για το σκοπό που τους καταλείπει διάφορα χρηματικά ποσά.

Ειδικότερα, στην αναδεκτή της Μ. Κ. - Γ., με την υπό κρίση τελευταία διαθήκη της, αφήνει το ποσό των 700.000 ευρώ. Στην ίδια αναδεκτή της, με την από 27.6.2008 διαθήκη της, είχε αφήσει το ποσό των 800.000 ευρώ, εξηγώντας ότι την εγκαθιστά στο ποσό αυτό ".... για να αγοράσει ένα σπίτι στην Κέρκυρα, να έρχεται να ξεκουράζεται με την οικογένειά της τα καλοκαίρια, διότι αγαπάει πολύ την ιδιαίτερη πατρίδα τους Κέρκυρα.".

Είναι εμφανές, ότι πρόθεση της διαθέτιδας ήταν να εξασφαλίσει μία κατοικία στην Κέρκυρα στην ανωτέρω αναδεκτή της, μείωσε δε το ποσό των 800.000 ευρώ που της είχε αφήσει αρχικά, σε 700.000 ευρώ, με την τελευταία διαθήκη, εκτιμώντας προφανώς ότι το μειωμένο αυτό ποσό εξυπηρετούσε το σκοπό αυτό. Στην έτερη αναδεκτή της, Σ.

Π., με την από 3-5-2004 διαθήκη της, είχε αφήσει το ποσό των 250.000.000 δραχμών "για να σπουδάσει διότι δεν έχει άλλους πόρους". Με τη μεταγενέστερη από 9-2-2006 διαθήκη της, ως προς την ίδια τιμώμενη αναδεκτή της, τροποποίησε τη διάταξή της και όρισε τα εξής: "... . Επειδή όμως η αναδεχτή μου αυτή είναι ανήλικη αφ' ενός και αφ' ετέρου κορίτσι διαζευγμένων γονέων, να μην παραλάβει αυτή αυτά τα χρήματα, αλλά να δωθούν απευθείας και εξ ολοκλήρου στην μητέρα της Ε.

Σ., η οποία και θα τα δαπανήσει όλα για τις σπουδές της κόρης της Σ.ς - Α. Π.. Αλλά ενήλικος να είναι η αναδεχτή μου αυτή πάλι να δωθούν εξ ολοκλήρου στη μητέρα της, διότι ένα νεαρό κορίτσι 18 - 22 ετών είναι επικίνδυνο να λάβει τόσα χρήματα στα χέρια της διότι μπορεί να τα σπαταλήσει και ούτε καν να σπουδάσει.".

Επίσης, όσον αφορά τη Μοναχή Σ. Π., με την από 27-6-2008 διαθήκη, άφησε το ποσό των 200.000 ευρώ, "... για τη φροντίδα και την καθαριότητα που προσέφερε στον τάφο των γονέων μου.". Ήδη με την υπό κρίση διαθήκη, μειώνει το ποσό που αφήνει στην αμέσως ανωτέρω σε 100.000 ευρώ, αποτιμώντας προφανώς διαφορετικά τις υπηρεσίες αυτές.

Στη Ρ. Δ., ενώ με την από 27-6-2008 διαθήκη αφήνει το ποσό των 200.000 ευρώ, "... για τις υπηρεσίες που προσέφερε στη μητέρα μου κατά τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής της.", με την υπό κρίση διαθήκη, μειώνει το ποσό αυτό σε 100.000 ευρώ. Στην κουμπάρα της Ε. Γ. - Β., με την υπό κρίση διαθήκη, κατέλειπε, μεταξύ άλλων και ένα διαμέρισμα εις την οδόν ..., στην Κέρκυρα.

Το ίδιο διαμέρισμα της είχε αφήσει και με την από 17-9-1995 διαθήκη της, αιτιολογώντας την εγκατάσταση αυτή, διότι "δεν έχει απολύτως κάτι δικό της" και " ο άνδρας της από τον οποίο έχει πάρει διαζύγιο την εγκατέλειψε πουλώντας προηγουμένως όλη την περιουσία που είχε εις το Καστρί από τον πατέρα τους Η. Γ.". Χαρακτηριστική, τέλος, είναι και η κατάλειψη με την υπό κρίση διαθήκη, ενός καταστήματος 35 τ.μ., επί της οδού ..., της Κέρκυρας, "...

σε ένα παιδί διανοητικώς ανάπηρο που ονομάζεται Σ. Β. του Γ. και Α. και κατάγεται και κατοικεί στο χωριό ... Κερκύρας μαζί με τους γονείς του και την θεία του." Το πρόσωπο αυτό, η διαθέτιδα συμπεριέλαβε το πρώτον στην από 9-2-2006 διαθήκη της προκειμένου να τον ενισχύσει οικονομικά λόγω προβλήματος υγείας που αυτός αντιμετώπιζε, παρέχοντάς του ένα σταθερό εισόδημα από το μίσθωμα του εν λόγω καταστήματος, αναφέροντας ειδικότερα ότι "...

το κατάστημά μου ... το αφήνω μετά το θάνατό μου σε ένα παιδί διανοητικώς ανάπηρο που ούτε περιουσία έχει ούτε μπορεί να εργασθεί και λέγεται Σ. Β.ς ... ανεπάγγελτος και του το αφήνω για να τον ανακουφίσω οικονομικά και να μαλακώσω τον πόνο των γονέων του. Με την οικογένεια αυτή συνδέομαι φιλικά εδώ και πολλά χρόνια.

Εύχομαι να το χαρεί και αυτός και οι γονείς του, οι οποίοι θα το παραλάβουν", ενώ στην από 27-6-2008 διαθήκη της, αναφέρει ότι αφήνει στον προαναφερόμενο το εν λόγω κατάστημα "για να έχει ένα εισόδημα που θα έχει ανάγκη όταν θα φύγουν οι γονείς του". Είναι προφανές, ότι σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η βούληση της θανούσας ήταν να ενισχύσει έκαστο των τετιμημένων προσώπων, για συγκεκριμένο σκοπό, είτε δηλαδή ανταποδίδοντας κάποιες υπηρεσίες και φροντίδες (π.χ.

φροντίδα μητέρας, καθαρισμός και περιποίηση τάφου), είτε σε ένδειξη αγάπης (π.χ. για τις σπουδές των δύο αναδεκτών της), είτε και από λόγους καθαρά φιλανθρωπικούς, όπως στην περίπτωση του Σ. Β., εκτιμώντας κάθε φορά το ποσό που απαιτείται για την εκπλήρωση του οικείου σκοπού, δηλαδή το ποσό των χρημάτων που απαιτείται, είτε την εγκατάσταση σε προσοδοφόρο ακίνητο, αν κρίνει ότι τα χρήματα δεν είναι το πρόσφορο μέσο.

Καθίσταται εναργές ενόψει όλων των ανωτέρω, ότι η διαθέτιδα ήθελε να εξυπηρετήσει συγκεκριμένο σκοπό με την εγκατάσταση καθενός των ανωτέρω προσώπων σε δήλα πράγματα. Δηλαδή, άφηνε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία στο εκάστοτε τιμώμενο με τη διαθήκη πρόσωπο, θεωρώντας ότι αυτά επαρκούν για να καλύψουν τον επιδιωκόμενο σκοπό και ότι δεν ήταν αναγκαίο να συμπληρωθούν και από το μέρος της περιουσίας που δεν είχε περιληφθεί στην διαθήκη της.

Άλλωστε, εάν επιθυμούσε να αφήσει κάτι περισσότερο με την διαθήκη της για την εξυπηρέτηση του σκοπού, τότε, δεδομένου ότι το αδιάθετο μέρος ήταν χρήματα, που υπήρχαν κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης και η διαθέτιδα το γνώριζε, θα το είχε ήδη πράξει με την διαθήκη της, καταλείποντας περισσότερα χρήματα σε καθένα από τα τιμώμενα πρόσωπα.

Αντ' αυτού παρατηρείται ότι υπήρξαν περιπτώσεις, που αναφέρθηκαν ανωτέρω, κατά τις οποίες, με μεταγενέστερη διαθήκη περιορίστηκαν ποσά που είχαν καταλειφθεί με προηγούμενη. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το αδιάθετο μέρος της περιουσίας της, που υπερέβαινε τα 3.500.000 ευρώ η θανούσα επιθυμούσε να το αναλώσει και γι' αυτό δεν το περιέλαβε στη διαθήκη της, αφενός μεν αποτελεί ανεπέρειστο συμπέρασμα, αφού δεν ενισχύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αφετέρου δε δεν κρίνεται πειστικός, δεδομένου ότι η θανούσα διήγε λιτό βίο, καλύπτοντας τις ανάγκες της από τη σύνταξη που ελάμβανε και τα μισθώματα που εισέπραττε, εισοδήματα ανερχόμενα και κατά τον ίδιο τον εναγόμενο - αντενάγοντα στο ποσό των 45.000 ευρώ ετησίως. (βλ, σχετ.

και τη με αριθμό 4.129/3-9-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Μ. που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγουσες - αντεναγόμενες). Πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να συναχθεί βούληση της διαθέτιδος να είναι οι εγκατάστατοι με τη διαθήκη οι μόνοι κληρονόμοι αυτής, εάν, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, η διαθέτιδα επιφυλάχθηκε να ρυθμίσει το αδιάθετο ποσό με μεταγενέστερη διαθήκη, καθόσον σε αυτήν την περίπτωση δεν υπήρχε διαμορφωμένη βούληση της διαθέτιδος κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, είναι δε όλως αμφίβολος και αβέβαιος ο τρόπος που θα ρύθμιζε το αδιάθετο μέρος της περιουσίας της και τα πρόσωπα στα οποία θα επέλεγε να περιέλθει αυτή.

Συνεπώς, όχι μόνο δεν συνάγεται βούληση της διαθέτιδας να κληρονομηθεί από τους εγκατάστατους της διαθήκης και ως προς το αδιάθετο μέρος της κληρονομίας της, αλλά αντιθέτως, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει αναμφιβόλως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η θέλησή της ήταν τα τιμώμενα με τη διαθήκη πρόσωπα να περιοριστούν στα καταλειφθέντα σε έκαστο εξ αυτών περιουσιακά στοιχεία και μόνον.

Ούτε βεβαίως είναι κρίσιμο, εν προκειμένω, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών, το εάν η διαθέτιδα επιθυμούσε τον εναγόμενο - αντενάγοντα, ως κληρονόμο της στο αδιάθετο μέρος της περιουσίας της, αλλά μόνον, το εάν επιθυμούσε το σύνολο των τιμωμένων με τη διαθήκη προσώπων ως μόνους κληρονόμους της, ή ήθελε αυτούς να περιοριστούν στα καταλειφθέντα με τη διαθήκη, όπως αναφέρθηκε και στην αρχική νομική σκέψη.

Εφόσον λοιπόν, δεν αποδείχθηκε ότι βούληση της διαθέτιδος ήταν να εγκαταστήσει τα τιμώμενα στη διαθήκη της πρόσωπα ως μόνους κληρονόμους της επέρχεται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1801 παρ. 2 ΑΚ η εξ αδιαθέτου διαδοχή και επομένως ο εναγόμενος - αντενάγων δεν φέρει την ιδιότητα του κληρονόμου της Α.

Β. ως προς τον μη ρυθμισθέντα με τη διαθήκη κλήρο. Η εκκαλουμένη απόφαση επομένως, η οποία κατέληξε στην ίδια κρίση και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή και απέρριψε την ανταγωγή, δεν έσφαλε αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, ερμήνευσε δε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1801-1802 του Α.Κ.. Οι λόγοι δε της εφέσεως, με τους οποίους ο εκκαλών υποστηρίζει ότι η εκκαλουμένη λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, δέχθηκε τα ανωτέρω, κρίνονται αβάσιμοι.

Με τον τελευταίο (έκτο στην αρίθμηση), λόγο εφέσεως, ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη με την εκκαλουμένη, της επικουρικώς προταθείσας ένστασής του περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγουσών προς άσκηση της αγωγής τους. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, ότι οι ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς, διότι η θανούσα δεν ήθελε τον δικαιοπάροχό τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της και ούτε επιθυμούσε το αδιάθετο μέρος της περιουσίας της να ρυθμισθεί με βάση την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, αλλά να διανεμηθεί στους ήδη τιμώμενους με την διαθήκη κληρονόμους, και ότι, σε κάθε περίπτωση, εξ αδιαθέτου κληρονόμος είναι το Δημόσιο και όχι ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, Γ.

Σ.. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος, για τους εξής λόγους: Σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει ο έχων έννομο συμφέρον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.

Δηλαδή, για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως, χωρίς, κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. ... . Η έλλειψη εξ άλλου νομιμοποιήσεως, εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως της δίκης.

Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποιήσεως, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποιήσεως περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος ..., ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεώς του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως ... .

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, οι ενάγουσες επικαλούνται προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους και της νομιμοποιήσεώς τους, ότι ο δικαιοπάροχός τους, Γ. Σ., κατ' εφαρμογή του άρθρου 1801 παρ. 2 ΑΚ, τυγχάνει εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσας ως προς το αρρύθμιστο μέρος της περιουσίας της, ότι ως προς το συγκεκριμένο κληρονομικό δικαίωμα είχε εκδοθεί υπέρ αυτού το υπ' αριθμ. 12/2013 κληρονομητήριο και ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί το συγκεκριμένο κληρονομικό δικαίωμα, με την από 17-2-2017 εξώδικη δήλωσή του προς τις ίδιες και τη με αριθμ.

καταθ. 280/2018 αίτησή του περί αφαιρέσεως άλλως κηρύξεως ανισχύρου του ως άνω κληρονομητηρίου, ισχυριζόμενος ότι δεν συντρέχει εξ αδιαθέτου διαδοχή, αλλά προσαύξηση του δικαιώματος των εγκαταστάτων της διαθήκης, μεταξύ των οποίων και αυτός. Με βάση δε αυτά τα περιστατικά, ζητούσαν με την αγωγή, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος δεν είναι δικαιούχος του συγκεκριμένου δικαιώματος.

Τα εκτιθέμενα αυτά στην αγωγή περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγουσών για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής τους, ως δικαιούχων του κληρονομικού δικαιώματος στην αρρύθμιστη περιουσία της θανούσας και συγχρόνως δικαιολογείται το έννομο συμφέρον τους, ενόψει της ρητής αμφισβήτησης που εγείρει ο εναγόμενος, να αναγνωριστεί ότι ο τελευταίος δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα στον αδιάθετο κλήρο, είναι δε αδιάφορη, στο στάδιο αυτό, της έρευνας της νομιμοποίησης των εναγουσών, η ουσιαστική βασιμότητα των περιστατικών αυτών.

Επομένως και οι ειδικότεροι ισχυρισμοί του εναγομένου, ότι οι ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς, διότι η θανούσα δεν ήθελε τον δικαιοπάροχό τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της και ούτε επιθυμούσε το αδιάθετο μέρος της περιουσίας της να ρυθμισθεί με βάση την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, αλλά να διανεμηθεί στους ήδη τιμώμενους με την διαθήκη κληρονόμους, ανάγονται στην ουσιαστική εκτίμηση του δικαιώματος το οποίο φέρεται προς κρίση με την αγωγή και δεν αφορούν τη νομιμοποίηση προς άσκηση αυτής.

Αλλά και ο τελευταίος, σχετικώς, ισχυρισμός του εναγομένου, ότι, σε κάθε περίπτωση, εξ αδιαθέτου κληρονόμος είναι το Δημόσιο και όχι ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, Γ. Σ., δεν είναι ικανός να κλονίσει τη νομιμοποίηση των εναγουσών, διότι, αντικείμενο της αγωγής ήταν να αναγνωρισθεί ότι ο αντίδικος δεν έχει κάποιο δικαίωμα στο αρρύθμιστο τμήμα της περιουσίας της θανούσας, και όχι εάν ο δικαιοπάροχος των εναγουσών είναι ή όχι δικαιούχος του κληρονομικού δικαιώματος, ως προς το οποίο, ούτως ή άλλως ισχύει και το τεκμήριο από το κληρονομητήριο που έχει εκδοθεί υπέρ αυτού, το οποίο δεν έχει ανακληθεί, ούτε έχει κηρυχθεί ανίσχυρο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση η οποία απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου περί μη νομιμοποιήσεως των εναγουσών, ως προς την άσκηση της αγωγής, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και, ως εκ τούτου κρίνεται αβάσιμος και ο υπό κρίση τελευταίος λόγος της εφέσεως." Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1800§2 του Α.Κ., αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάσθηκε κληρονόμος.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι ισχυρή η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος, δηλαδή επί ειδικά καθοριζομένου στοιχείου της κληρονομίας, η οποία υπάρχει αν συνάγεται από τη διαθήκη θέληση του διαθέτη, με τη μνεία του δήλου, να εγκαταστήσει τον τιμώμενο ως κληρονόμο, δηλαδή ως άμεσο καθολικό του διάδοχο σε όλη την κληρονομία του ή σε ποσοστό της.

Μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας, αν δηλαδή δεν προκύπτει θέληση του διαθέτη για εγκατάσταση του τιμωμένου ως κληρονόμου, αυτός που τιμήθηκε με το δήλο πράγμα θεωρείται κληροδόχος. Αναγκαία έννομη συνέπεια του χαρακτηρισμού ως κληρονόμου, αυτού που μόνος ή μαζί με άλλους εγκαταστάθηκε επί ειδικού αντικειμένου, είναι αφενός μεν ότι η μνεία του δήλου έχει την έννοια του προσδιορισμού του ποσοστού (κλάσματος) της κληρονομίας, στο οποίο αυτός καλείται και το οποίο προσδιορίζεται κατά τον λόγο της αξίας του δήλου σε σχέση προς την αξία της όλης κληρονομίας και αποτελεί συνάμα (άρθρο 1890 του Α.Κ.) διάταξη του διαθέτη να περιληφθεί το δήλο στην κατά ποσοστό μερίδα του τιμώμενου (διανεμητική), αφετέρου δε ότι, αν πρόκειται για τέτοια εγκατάσταση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1801§2 και 1802 ΑΚ.

Με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις ορίζεται ότι αν έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι κληρονόμοι, καθένας από τους οποίους έχει περιορισθεί σε ποσοστό και τα ποσοστά δεν εξαντλούν τον κλήρο, ως προς το υπόλοιπο μέρος επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή και με τη δεύτερη ότι, αν, σύμφωνα με τη θέληση του διαθέτη, οι εγκατάστατοι γράφηκαν ως οι μόνοι κληρονόμοι και καθένας από αυτούς εγκαταστάθηκε σε ποσοστό και τα ποσοστά δεν εξαντλούν τον κλήρο, επέρχεται ανάλογη αύξηση των ποσοστών.

Για να επέλθει δηλαδή παράλληλα και η εξ αδιαθέτου διαδοχή απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, πρώτον ότι ο διαθέτης διέθεσε μόνο ένα μέρος από τον κλήρο, δεδομένου ότι αν τα ποσοστά τον εξαντλούν, δεν υπάρχει λόγος για εξ αδιαθέτου διαδοχή και δεύτερον ότι ο διαθέτης εξέφρασε τη θέληση (ή ότι προκύπτει η θέληση) το κληρονομικό δικαίωμα των εγκατάστατων να περιοριστεί στο ποσοστό.

Εφόσον γι' αυτά είναι σαφής η διαθήκη, εφόσον δηλαδή οι λέξεις που έχει χρησιμοποιήσει ο διαθέτης, μόνες τους και χωρίς άλλο, αποδίδουν τη βούλησή του, δεν υπάρχει έδαφος για ερμηνεία της διαθήκης. Διαφορετικά, θα πρέπει να ανευρεθεί η αληθής βούληση του διαθέτη, η οποία αναζητείται με την ερμηνεία της διαθήκης, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 1781 του Α.Κ. (Α.Π. 1342/2021, Α.Π. 1371/2014, Α.Π. 766/2013, Α.Π. 768/2008).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 του Α.Κ. συνάγεται ότι, κατά την ερμηνεία των διαθηκών (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 Α.Κ.) αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά την συναλλακτική καλή πίστη.

Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν είναι δυνατή η ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη, με βάση την πιο πάνω γενική διάταξη του άρθρου 173 του Α.Κ., το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει στην εφαρμογή ειδικών ερμηνευτικών κανόνων (άρθρα 1790 επόμ.

του Α.Κ.), οι οποίοι θεμελιώνουν την υποθετική βούληση του διαθέτη, ώστε να διασωθεί το κύρος της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως αυτού (Α.Π. 1342/2021, Α.Π. 97/2019, Α.Π. 512/2018). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1022/2013).

Ειδικότερα, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, γενικοί (άρθρο 173 του Α.Κ.) και ειδικοί (άρθρα 1790 επόμ. του Α.Κ.). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιάς της (Ολ.Α.Π. 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής (διαθήκη), την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 97/2019, Α.Π. 1179/2010, Α.Π. 1182/2010).

Αντιθέτως, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 97/2019, Α.Π. 1182/2010).

Επιπροσθέτως, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης στην ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1801, 1802, 173 και 1781 επόμ.

του Α.Κ. υπό την έννοια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1801 παρ.2 του ΑΚ, αρκεσθέν σε προϋποθέσεις λιγότερες και διαφορετικές από αυτές που η εφαρμογή της απαιτεί, ενώ, αν ερμήνευε ορθώς το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης, συμφώνως προς τις προβλέψεις του άρθρου 173 του Α.Κ., πρωτίστως, και των άρθρων 1781 επόμ.

του Α.Κ., δευτερευόντως, θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα ότι εφαρμοστέα ήταν, στην ένδικη περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 1802 του Α.Κ. και, επομένως, έπρεπε να χωρήσει προσαύξηση των ποσοστών των κληρονόμων που αναφέρονται στην από 14.07.2010 διαθήκη της Α. Β.. Περαιτέρω, με λόγους αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής (αναιρέσεως), για τους οποίους λείπει συστηματικός τρόπος αριθμήσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος και παρεμβολής πλήθους επιχειρημάτων και νομικών αναλύσεων, ο αναιρεσείων προσάπτει, κατά συνοπτική, αλλά περιεκτική, απόδοση των σχετικών ισχυρισμών του, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη ότι κακώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προχώρησε στην εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έπρεπε να προηγηθεί η ερμηνεία της διαθήκης, συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 173 και 1871 επόμ.

του Α.Κ., και, ακολούθως, να εφαρμοσθούν, εφόσον ήταν αναγκαίο, οι διατάξεις των άρθρων 1801, 1802, 173 και 1781 επόμ. του Α.Κ., οι οποίες, πάντως, ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν εσφαλμένως. Επιπροσθέτως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., παραλείποντας και πάλι την αρίθμηση των σχετικών πρόσθετων λόγων, της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στην ύπαρξη ενδοιαστικών και ελλιπούς αιτιολογίας σχετικά με την παραδοχή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι η κληρονομουμένη δεν θέλησε τους εγκαταστάτους στην ένδικη διαθήκη τους ως μόνους κληρονόμους της.

Οι άνω λόγοι αναιρέσεως (του κύριου δικογράφου και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης) που επιχειρούνται να θεμελιωθουν στον αριθμό 1α' , αλλά και στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς και άνευ αντιφάσεων, αφού διαπίστωσε το προφανές, ότι, δηλαδή, η τελευταία, από 14.07.2010, μυστική διαθήκη της κληρονομουμένης κατήργησε όλες τις προηγούμενες και ότι οι τετιμημένοι εγκαταστάθηκαν ως κληρονόμοι και όχι ως κληροδόχοι, μη εξαντλούντες το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας, αναζήτησε, εφόσον διαπίστωσε κενό, τη βούληση της κληρονομουμένης σχετικά με την τύχη του αδιαθέτου μέρους της περιουσίας της, αν δηλαδή για το αδιάθετο αυτό μέρος η κληρονομουμένη επιθυμούσε να χωρήσει διαδοχή κατά το σύστημα της εξ αδιαθέτου διαδοχής ή προσαύξηση των μερίδων των ήδη εγκαταστάτων, κατέληξε στην πρώτη εκδοχή, συμφώνως προς την οποία η εικαζομένη βούληση της κληρονομουμένης ήταν να χωρήσουν για το αδιάθετο μέρος της περιουσίας της οι κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής.

Συνεπώς, ορθώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφήρμοσε τους προπαρατεθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1342/2021, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 719/2019, Α.Π. 103/2013, Α.Π. 1231/2012).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση, καθώς επίσης, ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν τα διδάγματα αυτά και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει από αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε (Α.Π. 164/2021).

Στην ένδικη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέβη διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1801, 1802, 173 και 1781 επόμ.

του Α.Κ. ως και κατά την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, τούτο, δε διότι στο κύριο δικόγραφο δεν αναφέρονται τα παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας. Η αναφορά εκδοχών του αναιρεσείοντος, αντιθέτων προς τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεν συνιστά αναφορά διδαγμάτων της κοινής πείρας εφαρμοστέων στην υπόψη περίπτωση.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1962 του Α.Κ., 819 και 821 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το αρμοδίως εκδιδόμενο πιστοποιητικό, που αποκαλείται κληρονομητήριο και του οποίου η χορήγηση διατάσσεται με δικαστική απόφαση, εκδιδομένη, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, δημιουργεί νόμιμο μαχητό τεκμήριο, ιδίως ως προς το κληρονομικό δικαίωμα που αναφέρει και το πρόσωπο στο οποίο αυτό ανήκει (κληρονόμο), δυνάμενο να αμφισβητηθεί και να ανατραπεί σε κάθε άλλη τακτική δίκη από τον έχοντα έννομο συμφέρον (Α.Π. 1181/2020, Α.Π. 807/2018, Α.Π. 1373/2006).

Με τον τρίτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1962 του Α.Κ.

και 819 του Κ.Πολ.Δ., χρησιμοποίησε το χορηγηθέν στον κοινό δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Γ. Σ. του Δ. υπ' αριθμ. ... κληρονομητήριο για να ερμηνεύσει την εικαζομένη βούληση της κληρονομουμένης, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, και, τούτο, διότι το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε το άνω κληρονομητήριο για τον λόγο που επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλά για να ενισχύσει το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει, συμφώνως προς τις προβλέψεις του άρθρου 173 του Κ.Πολ.Δ. .

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1711/2008). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 11/1996).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003). Με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αποδιδομένης πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του, ο οποίος συνιστά "πράγμα", συμφώνως προς τον οποίο ο ίδιος (αναιρεσείων) είχε ζητήσει, με αίτησή του, την ανάκληση του ως άνω κληρονομητηρίου και το αρμόδιο δικαστήριο είχε αναβάλει την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της αιτήσεώς του εωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 18.04.2018 αγωγής και της από 21.06.2018 ανταγωγής, περαιτέρω δε το αυτό Δικαστήριο (δευτεροβάθμιο δικαστήριο) αξιολόγησε το άνω κληρονομητήριο ως δεσμευτικό αποδεικτικό μέσο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι ο άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν συνιστά "πράγμα". Περαιτέρω, με λόγους αναιρέσεως, τους οποίους ο αναιρεσείων επίσης δεν αριθμεί που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την ως άνω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έκρινε (συνεπώς δε δεν έλαβε υπόψη του) τους υπ' αυξ.

αριθμούς 14, 16 και 18 του εφετηρίου του λόγους εφέσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του εφετηρίου του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι οι ως άνω λόγοι δεν αφορούν σε ισχυρισμούς (= "πράγματα"), αλλά σε αιτιάσεις για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π.374/2012, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005).

Για την πληρότητα όμως του ιδίου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 567/1996, Α.Π. 1535/1995).

Με αναιρετικούς λόγους που περιέχονται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του αριθμού 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως τα αναφερόμενα στο εν λόγω δικόγραφο έγγραφα (επιστολές της κληρονομουμένης, τραπεζικά έγγραφα, πωλητήριο συμβόλαιο κτλ), τα οποία είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και αφορούσαν στην απόδειξη ουσιωδών ισχυρισμών του.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και, τούτο, διότι, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αφενός μεν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επισημαίνει ότι έλαβε υπόψη του όλα τα προς απόδειξη έγγραφα, με ειδική αναφορά στις υπ'αριθμ.599 και 600/2018 ένορκες βεβαιώσεις που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο εφόσον είχαν προσκομισθεί με νόμιμη επίκληση, αφετέρου δε από την αυτή επισκόπηση αναδύεται το συμπέρασμα ότι το αυτό Δικαστήριο έλαβε υπόψη του κάθε αποδεικτικό έγγραφο, ακόμη και αν δεν το κατονομάζει ρητώς καθώς και τις άνω ένορκες βεβαιώσεις.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δέχθηκε δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 1440/2002). Δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1627/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 402/2004, Α.Π. 627/2003).

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 194/2005, Α.Π. 1315/1993).

Με πρόσθετο λόγο αναιρέσεως που περιέχεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραμόρφωσε το έγγραφο της επίδικης διαθήκης ως προς το αληθές περιεχόμενό του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι αυτός δεν αφορά σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου της διαθήκης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά αφορά σφάλμα σχετικό με το αποδεικτικό συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάγνωσή της, το οποίο (σφάλμα), αληθές υποτιθέμενο, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως.

Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως (κύριος ή πρόσθετος) προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), λόγω της ήττας του, συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.09.2020 αίτηση, του Φ. Μ. του Γ. μετά των από 24.01.2022 προσθέτων λόγων αυτής, κατά των Γ. χήρας Γ. Σ. το γένος Ν. Λ. και Α. Σ. του Γ. και της Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/15.06.2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου