Supreme Court allows appeal on client fees and lost profits due to missed three-month notice period under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the appellate court failed to address specific claims for client fees and lost profits due to a missed notice period, while the appellee contended the claims were inadmissible. The court found the appeal admissible and valid regarding the missed notice period but dismissed the claim for lost profits as it was not properly argued.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361 of the Civil Code; Article 1 of Presidential Decree 219/1991; The court held that an appeal is admissible when the lower court fails to address specific claims regarding client fees and lost profits due to a missed statutory notice period, but dismisses such claims if not substantiated by the appellant's arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1265 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1265/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Σ. «Α., που εδρεύει στη ... Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σαββόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Κ. Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σκουτέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2018 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 129/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 4-7-2018 κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, ύστερα από την υπ'αριθ.129/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στις 21-10-2019 κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως. Με την κρινόμενη από 4-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 29/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο δίκασε επί της από 23-10-2015 έφεσης της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης και της από 26-10-2015 έφεσης της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας, κατά της 118/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 5-10-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας, και απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την άνω αγωγή ως μη νόμιμη. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ.2 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ.4 ν.3577/2007 προκύπτει ότι, ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής των διατάξεων του Π.Δ.219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, όμως, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ/τος και στις συμβάσεις αυτές, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, δηλαδή του διανομέα και του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου, προσομοιάζει μ' αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες μ' αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (4 παρ.1 Π.Δ.219/91) και ειδικότερα α)να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασης τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. (ΟλΑΠ 15 και 16/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε το π.δ. 219/1991, "κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο μέρος, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της συμβάσεως, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα (§1).
Η παράγραφος 1 δεν παρεμποδίζει κράτος μέλος να ορίσει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη μόνο αν καταρτισθεί εγγράφως" (§ 2). Με βάση την παρεχόμενη από τις διατάξεις αυτές της οδηγίας ευχέρεια ο έλληνας νομοθέτης, με το άρθρο 8 παρ. 1α του π.δ. 219/1991, κατά την αρχική διατύπωσή του, όρισε τον έγγραφο τύπο ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του εν λόγω διατάγματος.
Με τη διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ. 312/1995, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 8 του Π.Δ. 219/1992, στην οποία ορίζεται πλέον ότι "1.α) Δια την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως, β) Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της.
Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα". Οι ρυθμίσεις αυτές ως προς τον τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αντιφατικές, αφού με την πρώτη απαιτείται έγγραφος τύπος και με τη δεύτερη παρέχεται το δικαίωμα, από το οποίο μάλιστα τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν, να ζητήσει κάθε μέρος ενυπόγραφο έγγραφο με το περιεχόμενο της συμβάσεως και τις τροποποιήσεις της.
Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών, ορθότερη είναι η άποψη ότι ή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίζεται ατύπως, το δε "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει το άρθρο 8 παρ. 1 περ. β' του Π.Δ. 219/1991, δεν συνιστά συστατικό τύπο αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της συμβάσεως (ΑΠ 355/2015, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1301/2006, 635/2004).
Ο ως άνω άτυπος χαρακτήρας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπάγεται επομένως, χωρίς αμφιβολία, ότι η μη εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος π.δ 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, το ίδιο δε ισχύει και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής κατά την ανάλογη εφαρμογή επ'αυτής του εν λόγω π.δ/τος.
Η τυχόν μη έγγραφη κατάρτιση της οικείας σύμβασης, ως μόνη συνέπεια μπορεί να έχει απλώς την πρόκληση αποδεικτικών δυσχερειών σε σχέση με το περιεχόμενο της συναφθείσας συμφωνίας και όχι την ακυρότητά της ή το ανεφάρμοστο των προστατευτικών υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου ή του αποκλειστικού διανομέα διατάξεων του π.δ 219/1991. (ΑΠ 355/2015, ΑΠ 1449/2014).
Η άποψη αυτή ενισχύεται άλλωστε και από τη νέα νομοθετική ρύθμιση της παρ. 3 στοιχ. α1 του άρθρου 14 του ν. 3557/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε η περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Π.Δ 219/1991 (που προέβλεπε τον έγγραφο τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας για την εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος), που ρητώς ορίζει πλέον ότι "για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου", με παράλληλη διαγραφή από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 β' του π.δ. 219/1991 της φράσεως "δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα" (άρθρο 14 παρ.3β' του ν. 3555/2007) (ΑΠ 1670/2008, ΑΠ 455/14 αντιθ.
ΑΠ 1739/2009). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1εδ.α' του ως άνω π.δ. 219/1991 ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή κατ' ανάλογη εφαρμογή ο αποκλειστικός διανομέας, δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, αντίστοιχα, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία, (κατά ποσό) δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδυνάμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιεικείας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Τις προαναφερόμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις γένεσης της απαίτησής του πρέπει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής του, και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος - διανομέας (ΑΠ 139/2010), χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος ούτε η ονομαστική αναφορά των νέων πελατών που έφερε αυτός καθώς και των παλαιών (πελατών), των οποίων οι υποθέσεις παρουσίασαν σημαντική προαγωγή, ούτε η διάκριση αυτών σε νέους και παλαιούς ούτε τέλος το ποσό που εισέπραξε από καθένα από αυτούς (ΑΠ 176/2010).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 8§§ 3, 4 και 8 του άνω π.δ/τος 219/1991, όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, ή κατ' αναλογική εφαρμογή η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών.
Δικαίωμα του αντιπροσωπευόμενου αποτελεί η τακτική από μέρους του καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία και ούτε συνεπάγεται γι' αυτόν επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική, κατά το άρθρ. 281 ΑΚ, άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση δηλαδή της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρ. 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη εξ αιτίας της καταγγελίας ζημία ή και ηθική βλάβη.
Αντίθετα μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί ωστόσο για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 979/2014, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 390/2004, ΑΠ 849/2002, ΑΠ 588/2002).
Σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας, εκτός από την αναφερόμενη στο άρθρο 9 εδ.α' του π.δ. 219/1991, αποζημίωση πελατείας, δικαιούται, κατά τη ρητή (και αναλογικά εφαρμοζομένη) διάταξη του εδ. γ' του ίδιου άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, και αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΟλΑΠ 16/2013), για την ανόρθωση κάθε περαιτέρω, θετικής ή αποθετικής, ζημίας του λόγω της λύσεως της συμβάσεως.
Η ζημία αυτή και όταν ακόμη συνίσταται σε διαφυγόν κέρδος δεν ταυτίζεται με τις αναφερόμενες στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α' του π.δ. 219/1991 προμήθειες, που χάνει ο αντιπρόσωπος. Δηλαδή, η προς ανόρθωση αυτή ζημία έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρoνικό διάστημα μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, αφαιρουμένων των εξόδων, που αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο (ΑΠ 979/2014, ΑΠ 849/2002).
Στην περίπτωση, δε, της συμβάσεως αορίστου διάρκειας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η κατά περίπτωση προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 8§§ 3, 4 και 8 του άνω π.δ/τος 219/1991.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ'αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν, ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 11/2018).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8 παρ.1α, 4, 9 παρ.1α και παρ.1γ του Π.Δ. 219/1991, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή της, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ενώ εάν εφάρμοζε ορθά τις διατάξεις αυτές, θα έκρινε νόμιμη την αγωγή της και θα απέρριπτε την έφεση της αντιδίκου της.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την από 24-10-2006 προφορική σύμβαση αορίστου χρόνου αποκλειστικής διανομής και περαιτέρω άκαιρη, χωρίς την τήρηση της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 8 παρ.4 του π.δ. 219/1991, αλλά και παράνομη, ως καταχρηστική, καταγγελία της σύμβασης αυτής εκ μέρους της εναγομένης στις 5-11-2010, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει α) ως αποζημίωση πελατείας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 παρ.1α'του π.δ. 219/1991 το ποσό των 34.026,10 ευρώ β) ως αποζημίωση-διαφυγόντα κέρδη β1) του χρονικού διαστήματος από Απρίλιο του 2010 έως 5-11-2010 (χρόνο καταγγελίας), το ποσό των (2.569,22 ευρώ μηνιαίως Χ 7 μήνες=) 17.984,54 ευρώ, και β2) του χρονικού διαστήματος από 5-11-2010 έως 5-2-2011, λόγω μη τήρησης της εκ του άρθρου 8 παρ.4 του π.δ.219/1991 τρίμηνης προθεσμίας καταγγελίας, το ποσό των (2.569,22 ευρώ μηνιαίως Χ3 μήνες=) 7.707,66 ευρώ, ήτοι διαφυγόντα κέρδη συνολικού ποσού (17.984,54+7.707,66=) 25.692,20 ευρώ και γ) ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης εκ της καταχρηστικής καταγγελίας της αντιδίκου της το ποσό των 50.000 ευρώ, όπως παραδεκτά περιορίστηκε η αγωγή κατά τούτο.
Επί της άνω αγωγής της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η 118/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία κρίθηκε νόμιμη και έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή της και υποχρεώθηκε η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει α) το ποσό των 20.000 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας και β) το ποσό των (776,09 ευρώ Χ 3 μήνες=) 2.328,27 ευρώ ως διαφυγόντα κέρδη της τρίμηνης προθεσμίας που έπρεπε να τηρηθεί για την ένδικη άκαιρη καταγγελία της εναγομένης.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη την από 23-10-2015 έφεσή της και η ενάγουσα-αναιρεσείουσα την από 26-10-2015 έφεσή της και επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 29/2017, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με την τελευταία, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της, κρίνοντας ότι στην επίδικη προφορική σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν τυγχάνει εφαρμογής το π.δ. 219/1991, λόγω μη τηρήσεως κατά την κατάρτισή της του απαιτούμενου έγγραφου τύπου και ότι οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας, με επίκληση των διατάξεων του άνω π.δ, για επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας και διαφυγόντων κερδών λόγω μη τήρησης της τρίμηνης προθεσμίας για την καταγγελία, είναι μη νόμιμες, ως και οι λοιπές αξιώσεις των διαφυγόντων κερδών και της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, λόγω του σύννομου και μη άκαιρου της ένδικης καταγγελίας.
Με το να κρίνει όμως έτσι το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 8 παρ.1α, 4, 9 παρ.1α και παρ.1γ του π.δ. 219/1991, αξιώνοντας έγγραφο τύπο για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής προς εφαρμογή του εν λόγω π.δ. ενώ ο τύπος αυτός δεν ήταν συστατικός και αναγκαίος προς τούτο και οι άνω διατάξεις ήταν εφαρμοστέες και στην ένδικη προφορική σύμβαση αποκλειστικής διανομής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, επί των διατάξεων δε αυτών του π.δ. 219/1991 βρίσκουν έρεισμα οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας α) της αποζημίωσης πελατείας εκ του άρθρου 9 παρ.1α του π.δ 219/1991 και β) των διαφυγόντων κερδών λόγω μη τήρησης τρίμηνης προθεσμίας της καταγγελίας εκ του άρθρου 8 παρ.4 και 9 παρ.1γ' του άνω π.δ., και, κατά τούτο, η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη.
Επομένως, το Εφετείο με το να κρίνει μη νόμιμη την αγωγή, ως προς τις άνω αξιώσεις της ενάγουσας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. και είναι βάσιμος ο ερευνώμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά στις ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις.
Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, για την απόρριψη της αγωγής της ως μη νόμιμης, ως προς τα λοιπά αιτούμενα, διαφυγόντα κέρδη της, του χρονικού διαστήματος από Απρίλιο 2010 έως 5-11-2010 (ήτοι των 7 μηνών μέχρι το χρόνο της καταγγελίας), προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την ίδια, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι η ιστορούμενη στην αγωγή της άκαιρη και καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης κατά την καταγγελία της σύμβασής τους, στήριζε την άνω αξίωσή της που θεμελιωνόταν στο άρθρο 9 παρ.1γ του π.δ.219/1991, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 914 και 919 ΑΚ, και το Εφετείο εσφαλμένως δεν τις εφάρμοσε, ενώ εάν εφάρμοζε αυτές θα έκρινε νόμιμη και την άνω αξίωσή της.
Ο υπό κρίση λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον οι άνω διατάξεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής για την εν λόγω αξίωση της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας, διότι α) η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1γ του π.δ. 219/1991, εφαρμόζεται μόνο όταν ζητείται από τον αποκλειστικό διανομέα αποζημίωση για περαιτέρω ζημία, όπως και τα διαφυγόντα κέρδη, κατά τις γενικές διατάξεις του ΑΚ, λόγω της λύσης της σύμβασης εξαιτίας της καταγγελίας της από τον αντισυμβαλλόμενό του, μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της σύμβασης-τρίμηνη εν προκειμένω- και όχι για χρονικό διάστημα προγενέστερο της καταγγελίας, όπως ζητεί η ενάγουσα-αναιρεσείουσα και β) η ιστορούμενη συμπεριφορά της εναγομένης αφορά στην καταχρηστική καταγγελία της ένδικης σύμβασης εκ μέρους της και συνεπώς δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αξιούμενη, κατά τις ανωτέρω περί αδικοπραξιών διατάξεις, αποζημίωση που αφορά σε προγενέστερο της καταγγελίας χρονικό διάστημα.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "αίτηση", νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.
Τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας και πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι, όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον ως άνω από τον αρ.9 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 988/2021, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 431/2016, ΑΠ 567/2009).
Ο λόγος, αυτός δεν ιδρύεται, επίσης, αν από την απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο δίκασε το αίτημα και το απέρριψε εν όλω ή εν μέρει, για οποιονδήποτε λόγο ουσιαστικό ή δικονομικό (ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1710/2011), ενώ ο λόγος αυτός, προτείνεται παραδεκτά το πρώτον στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2α Κ.Πολ.Δ., όταν η πλημμέλεια της απόφασης δεν υπήρχε κατά το χρόνο της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 219/2009, ΑΠ 54/2005).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 102/2020, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1951/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ12/1991, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικουρικά, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτησή της ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το λόγο της εφέσεώς της που αφορούσε σε παράπονα για την απόρριψη, με την πρωτοβάθμια απόφαση, της αγωγικής της αξίωσης αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών της για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του 2010 έως 5-11-2010.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν θεωρείται "αίτηση" ο λόγος εφέσεως με συνέπεια η επικαλούμενη παράλειψη να μην ιδρύει τον εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9, επικουρικά δε από τον αριθμό 8, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την εκδίκαση της αγωγής της, άφησε αδίκαστη την αγωγική της αξίωση αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών της για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του 2010 έως 5-11-2010, άλλως στο ότι δεν έλαβε υπόψη του την εν λόγω αγωγική της αξίωση δηλαδή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος τόσο κατά το κύριο όσο και κατά το επικουρικό σκέλος του, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, εξέτασε και απέρριψε ως μη νόμιμη την εν λόγω αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται παραπάνω (της αποζημίωσης πελατείας, του άρθρου 9 παρ.1α'του π.δ. 219/1991, και της αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 5-11-2010 έως 5-2-2011, του άρθρου 9 παρ.1 γ του ίδιου π.δ., λόγω μη τήρησης της εκ του άρθρου 8 παρ.4 του τελευταίου (π.δ.219/1991) τρίμηνης προθεσμίας καταγγελίας)-σημειουμένου ότι το κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης περί της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν προσβλήθηκε με λόγο αναίρεσης- και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.
Πολ. Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της αναιρεσείουσας, που παρέστη αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματός της, υποβληθέντος δια της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα, ορίζεται, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 29/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ