Legislator Case Law & Legislation
1265/2019 AI generated

Supreme Court orders joint appeal of two requests and dismisses one due to lack of legal interest.

Case Number 1265/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court ordered the joint hearing of two separate appeal requests to streamline the proceedings and reduce costs. While the first appeal was accepted, the second was dismissed because the contested appellate decision rejecting a statute of limitations objection was not final and thus lacked legal interest for further review. Consequently, the court annulled the specific portion of the lower court's decision regarding the first appellant and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 246 K.Pol.D.; Art. 573 K.Pol.D.; Art. 569 para. 2 lit. a' K.Pol.D.; Art. 559 no. 1, 8, 19 K.Pol.D.; Art. 579 para. 1 K.Pol.D.; Art. 495 para. 4 K.Pol.D.; Art. 176, 183 K.Pol.D.; The court must order joint trials of appeals concerning the same subject matter to expedite justice, while dismissing subsequent appeals against non-final decisions that reject procedural objections due to lack of legal interest.

Keywords

AI generated
joint appeal procedure lack of legal interest non-final decision appeal statute of limitations objection remand for retrial legal costs allocation procedural efficiency

Cited Legislation

AI generated
Art. 246 K.Pol.D.
Art. 573 K.Pol.D.
Art. 569 para. 2 lit. a' K.Pol.D.
Art. 559 no. 1, 8, 19 K.Pol.D.
Art. 579 para. 1 K.Pol.D.
Art. 495 para. 4 K.Pol.D.
Art. 176, 183 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1265 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1265/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-4-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-5-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2013 αγωγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5228/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1289/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 26-3-2018 και 14-11-2018 αιτήσεις τους και η αναιρεσείουσα της από 26-3-2018 αίτησης και με τους από 30-3-2019 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, ο πληρεξούσιος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και την παραδοχή των από 30-3-2019 προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου μέρους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 26-3-2018 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." εναντίον της εταιρίας με την επωνυμία "...", μετά των από 30-3-2019 προσθέτων λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1289/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και η από 14-11-2018 αίτηση της τελευταίας εναντίον της πρώτης για αναίρεση της ίδιας απόφασης πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα το με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 26-3-2018, ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟ 30-3-2019 ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ:

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 26-3-2018 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1289/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε η 13-5-2019. Η αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 30-3-2019 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 1-4-2019, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο της 13-5-2019.

Από την υπ' αριθμ. ...04/2-4-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ευάγγελου Έξαρχου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 2-4-2019, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς, πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Ιδρύεται, επομένως, ο ως άνω λόγος, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής. Δεν ιδρύεται όμως ο ως άνω λόγος όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (ΑΠ 108/2014, ΑΠ 45/2006).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1, 8 και 10 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλουμένων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το ουσιαστικό Δικαστήριο (πρωτοδικείο ή εφετείο), το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εννόμων σχέσεων που αναδύονται εκ των επικαλουμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, και όπως αυτά στη συνέχεια προκύπτουν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό, αλλά και χωρίς, κατά τη διαφορετική αυτή νομική εκτίμηση, το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή να λαμβάνει υπόψη πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη (ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1752/2014, ΑΠ 734/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον εξεταζόμενο έκτο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Η... εναγομένη εταιρεία... (αναιρεσίβλητη) έχει αντικείμενο την παραγωγή, βιομηχανοποίηση και εμπορία παγωτών.

Τα προϊόντα της η εναγομένη διακινεί σε ολόκληρη την Ελλάδα μέσω των κατά τόπους εμπορικών της συνεργατών. Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) το έτος 1987, συνήψε με τη δικαιοπάροχο της εναγομένης, ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕ", η οποία συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη εταιρεία τροφίμων "... ΑΕ" και μετονομάστηκε σε "..." και αργότερα σε "...", το πρώτον έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου, με αντικείμενο την αντιπροσώπευση, διακίνηση και διάθεση παγωτών παραγωγής της πρώτης εναγόμενης στις περιοχές του νομού .....

και της νήσου .... και ακολούθως διαδοχικές συμβάσεις διετούς ή τριετούς διάρκειας με ταυτόσημο ή έστω ίδιο κατά το μεγαλύτερο μέρος τους περιεχόμενο. Η τελευταία ορισμένου χρόνου σύμβαση μεταξύ των διαδίκων συνήφθη εγγράφως στις 8.3.1994 και η λήξη της ορίστηκε στις 30.11.1996. Η συνεργασία των διαδίκων συνίστατο στην έναντι ανταλλάγματος υποχρέωση της ενάγουσας να προωθεί αυτή αποκλειστικά τις πωλήσεις των προϊόντων παραγωγής της εναγομένης, έχοντας όλη την απαραίτητη υποδομή (κατάστημα, κεφάλαια, επαγγελματική πείρα, υπαλληλικό και βοηθητικό προσωπικό, μέσα κίνησης και διανομής).

Συγκεκριμένα, ανέλαβε να διακινεί με ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, φέρον τα χρώματα και τα εμπορικά σήματα των προϊόντων της εναγομένης, εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο, ψυκτικό μηχάνημα σε καλή λειτουργία, και να διαθέτει κατ' αποκλειστικότητα, απαγορευμένου ρητώς του ανταγωνισμού με την πώληση ομοειδών προϊόντων άλλων εταιρειών, τα παγωτά παραγωγής της εναγομένης, σε διάφορα γεωγραφικά σημεία πώλησης, και δη σε περίπτερα, εστιατόρια, καφέ, φούρνους, σούπερ μάρκετ στις παραπάνω περιοχές.

Ως αντάλλαγμα (αμοιβή) της ενάγουσας για την προώθηση και τη μεταπώληση των παγωτών της εναγομένης, συμφωνήθηκε έκπτωση ποσοστού 19% επί του τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής που εξέδιδε η πρώτη εναγομένη, η δε τελική εκκαθάριση της αμοιβής της ενάγουσας εκκαθαριζόταν μεταξύ των διαδίκων στο τέλος κάθε σαιζόν.

Στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης, ήταν εκείνη που φρόντιζε για την προώθηση των συμφερόντων της εναγομένης, υπό την έννοια της ανευρέσεως νέων σημείων πώλησης, δηλαδή νέων πελατών, αλλά και για την διατήρηση της υφισταμένης πελατείας στις υπόψη περιοχές, προβαίνοντας σε τακτικές επιθεωρήσεις των σημείων πώλησης ώστε να ελέγχεται η ορθή λειτουργία τους, η επάρκεια των αποθεμάτων τους, η καλή εμφάνιση και κατάστασή τους λόγω της φύσης τους ως ευαλοίωτων προϊόντων και η τοποθέτηση του σχετικού διαφημιστικού υλικού.

Αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι η παραπάνω συνεργασία των διαδίκων έλαβε χώρα στα πλαίσια σύμβασης αποκλειστικής διανομής, καθόσον η ενάγουσα, ως ανεξάρτητη επαγγελματίας με δική της επιχείρηση με διαμορφωμένη υποδομή, ήταν ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της εναγομένης παραγωγού, με ασθενή θέση ως αντισυμβαλλομένη και με έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αφού τηρούσε τους εμπορικούς όρους της τελευταίας, δηλαδή διαφήμιση, σήματα και τρόπο εξυπηρέτησης, ώστε το αγοραστικό κοινό ήταν εξοικειωμένο με τα πωλούμενα προϊόντα αυτά καθαυτά και όχι με την επιχειρηματία-διανομέα ενάγουσα, ενώ προμηθευόταν κατ' αποκλειστικότητα τα προϊόντα της εναγομένης και μόνον, η οποία παρεκτός του ότι έλεγχε τακτικά την συναλλακτική της δραστηριότητα, της παρείχε συνεχή υποστήριξη, την κατηύθυνε μέσω των στελεχών της στην προώθηση των προϊόντων της και την εφοδίαζε με αυτά καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως, τα οποία στη συνέχεια η ενάγουσα μεταπωλούσε σε εκ των προτέρων συμβατικώς προσδιορισθείσα γεωγραφική περιοχή, και σε γνωστό στην εναγομένη αριθμό πελατών (πελατολόγιο), στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό (ενάγουσας), αναλαμβάνοντας πλήρως, αφενός μεν, την υποχρέωση να συμβάλει στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης και την αύξηση του τζίρου της, αφού όφειλε να τηρεί τους ετήσιους στόχους πωλήσεων και να μην ανταγωνίζεται την τελευταία, αφετέρου δε και τον επιχειρηματικό κίνδυνο, αφού είχε ήδη προκαταβάλει την αξία των εμπορευμάτων που διακινούσε.

Συνακόλουθα, από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά καθίσταται σαφές, ότι η συνδέουσα τους διαδίκους ένδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, είναι αορίστου χρόνου, σύμβαση δηλαδή που διήρκεσε επί μακρό χρόνο, με καταρτισθείσες όμοιες κατά περιεχόμενο μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και ομοιάζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε δεδομένου ότι αυτή έχει συνομολογηθεί εγγράφως (άρθρο 8 παρ. 1 π.δ. 219/1991) εφαρμόζονται αναλογικά στην προκειμένη περίπτωση, και οι διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων".

Με τον έκτο λόγο (ορθόν έβδομο) της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την επίκληση ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι η μεταξύ των διαδίκων εμπορική συνεργασία είχε το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από κάποιον διάδικο, καθόσον στην αγωγή γίνεται λόγος για σύμβαση ορισμένου χρόνου, "ενώ ουδεμία αναφορά κάνει και η εναγόμενη στην έφεσή της και στις από 12-10-2016

αντίστοιχες προτάσεις της για σύμβαση καταστάσα αορίστου χρόνου, λόγω των αλλεπάλληλων ανανεώσεων". Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν αιτιάται ότι το Εφετείο, πέραν της ως άνω παραδοχής, έλαβε υπόψη και άλλα, ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πραγματικά περιστατικά που δεν περιλαμβάνονται στην κατ' αυτής αγωγή, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προέβη στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της σύμβασης και υπήγαγε τα παρά των διαδίκων προταθέντα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου, με συνέπεια να μην ιδρύεται, όπως προαναφέρθηκε, η προβλεπόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ πλημμέλεια (ΑΠ 315/2016).

Περαιτέρω, σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Ωστόσο, με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.

Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού κατά το άρθρ. 1§2 του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" χαρακτηρίζεται ως εμπορικός αντιπρόσωπος ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχής είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, δηλαδή σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις, έχει όμως τα στοιχεία εντολής, οπότε το υφιστάμενο ακούσιο (γνήσιο) κενό καλύπτεται με αναλογική κατ' αρχήν εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729). Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007 ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ' αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιο του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.

Αποκλείεται έτσι και υπό την ισχύ του ν. 3577/2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία ευθεία εφαρμογή αποκλειόταν βέβαια και προηγουμένως (ΟλΑΠ 15 και 16/2013, ΑΠ 979/2014). Στο πλαίσιο αυτό εφαρμόζονται αναλόγως στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 (άρθρα 17, 18 και 19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ), όπως αυτό διαμορφώθηκε με το π.δ. 312/1995, που ορίζει τα εξής. "1.

α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...".

Επομένως, μετά τη λύση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση πελατείας κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς, κρίσιμοι δε χρόνοι για τη σχετική σύγκριση και τη διαπίστωση ή μη της εισφοράς νέων πελατών και της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους παλαιούς πελάτες είναι η έναρξη και η λήξη της συμβάσεως (ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 1441/2015).

Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.

Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.ΑΠ 15 και 16/2013).

Αντιθέτως, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διατάξεως το ουσιαστικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων γενέσεως της αξιώσεως για αποζημίωση πελατείας (ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 141/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, πέραν των όσων ήδη εκτέθηκαν, δέχθηκε, όσον αφορά το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση στην ενάγουσα εταιρεία αποζημίωση πελατείας, τα ακόλουθα: "...Η μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση λειτούργησε ομαλά, μέχρι τη λύση της με καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), με την επίδοση στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα) στις 20.12.1995 εξώδικης δήλωσης - καταγγελίας, η δε ενάγουσα εξυπηρετούσε σταθερό κύκλο πελατών στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή δράσης της, και δη στην ...., ...., ...., ..... ..., ..., ..., ...., ..., ....

Πλην όμως... δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατόρθωσε να προαγάγει τις υποθέσεις της εναγομένης με τους υπάρχοντες πελάτες της κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας προ της καταγγελίας της σύμβασης, ή να εισφέρει νέους πελάτες από τη δραστηριότητά της. Ισχυρίστηκε η ενάγουσα στην αγωγή της ότι αφ' ενός εισέφερε 170 νέους πελάτες και αφ' ετέρου ότι αύξησε τις πωλήσεις της εναγομένης με τους παλιούς της πελάτες.

Επί των κρίσιμων αυτών για την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας, ζητημάτων ουδείς μάρτυρας εξετάστηκε κατά πρόταση της ενάγουσας, από δε την προσκομιζόμενη εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων του Πρωτοδικείου Πρεβέζης που λήφθηκε στα πλαίσια προηγούμενης δίκης μεταξύ των διαδίκων και εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, προέκυψε ότι την τελευταία διετία προ της καταγγελίας της υπόψη σύμβασης οι πωλήσεις της εναγομένης παρουσίασαν κάμψη, ενώ από κανένα στοιχείο...

δεν προέκυψε ο αριθμός των νέων πελατών που κατά τους ισχυρισμούς της, η ενάγουσα εισέφερε στην εναγομένη, καθόσον στην εισηγητική έκθεση γίνεται αναφορά συλλήβδην πελατών, χωρίς εξειδίκευση ποιοι εξ αυτών είναι οι εισφερθέντες από την ενάγουσα νέοι πελάτες, ούτε εξ άλλου κατέστη δυνατό το παρόν Δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση συναφώς προς την ισχυριζόμενη με την αγωγή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της εναγομένης με τους υφισταμένους πελάτες της ενάγουσας, δεδομένου ότι δεν προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα η οικονομική κίνηση του χρονικού διαστήματος προ της κρίσιμης πενταετίας, ώστε να είναι δυνατό να συναχθεί από τη διαφορά μεταξύ αυτής και της αντίστοιχης εντός της πενταετίας τυχόν κερδοφορία της εναγομένης.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι την τελευταία διετία προ της καταγγελίας, οι σχέσεις συνεργασίας των διαδίκων διεταράχθησαν και καθώς συνομολογείται εκατέρωθεν, οι πελάτες της εναγομένης δεν ήσαν ικανοποιημένοι, ώστε δεν δύναται να γίνει λόγος για διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικών και οικονομικών ωφελειών για την εναγόμενη, δηλαδή του τυχόν ευνοϊκού οικονομικού αποτελέσματος που θα είχαν οι προωθητικές των πωλουμένων προϊόντων δραστηριότητες (μάρκετινγκ) της ενάγουσας υπέρ της εναγομένης.

Συνεπώς, και ανεξαρτήτως της ύπαρξης υπαιτιότητος ή μη στο πρόσωπο της αποκλειστικής διανομέως για την υπόψη καταγγελία, εξ αιτίας της οποίας η αποζημίωση πελατείας δεν ήταν επιδικαστέα κατά νόμον, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, εν προκειμένω δεν αποδείχθηκαν οι σωρευτικώς κατά νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις για την επιδίκασή της, δηλαδή, η εισφορά νέων πελατών, η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες, καθώς και η διατήρηση μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για την εναγομένη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, με επάλληλη αιτιολογία, ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη το αίτημα της αγωγής για την καταβολή αποζημιώσεως πελατείας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε, κατά την κύρια αιτιολογία, την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, της μη συνδρομής των προϋποθέσεων επιδικάσεως υπέρ της αναιρεσείουσας αποζημιώσεως πελατείας, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 9 παρ.1 του π.δ/τος 219/1991. Και τούτο διότι:

1) Ενώ κρίσιμοι χρόνοι για τη σύγκριση του πελατολογίου και τη διαπίστωση της αύξησης ή μη αυτού, όπως και της προαγωγής ή μη των υποθέσεων με τους παλαιούς πελάτες, είναι η έναρξη και η λήξη της συμβάσεως, η προσβαλλομένη έκρινε ότι η ενάγουσα δεν προήγαγε τις υποθέσεις της εναγομένης με τους υπάρχοντες πελάτες της κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας προ της καταγγελίας της σύμβασης, καθόσον δεν προέκυψε η οικονομική κίνηση του χρονικού διαστήματος προ της κρίσιμης πενταετίας, ώστε να είναι δυνατό να συναχθεί από τη διαφορά μεταξύ αυτής και της αντίστοιχης εντός της πενταετίας τυχόν κερδοφορία της εναγομένης, με αποτέλεσμα, από τις αιτιολογίες αυτές, να προκαλείται ασάφεια ως προς τους χρόνους, τους οποίους θεώρησε το Εφετείο κρίσιμους για τη σχετική σύγκριση και τη συνακόλουθη διαπίστωση, αν πράγματι η ενάγουσα προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της τελευταίας με τους υπάρχοντες πελάτες κατά τη διάρκεια της συμβάσεως.

Δηλαδή, είναι ασαφές, αν έλαβε υπόψη τον κύκλο των εμπορικών συναλλαγών της εναγομένης με τους παλαιούς πελάτες της στο χρόνο έναρξης της συνεργασίας των διαδίκων, τον οποίο τοποθετεί στο έτος 1987, ή τον κύκλο των εμπορικών συναλλαγών σε μεταγενέστερο χρόνο και ποιος είναι ο χρόνος αυτός, αφού όλως αορίστως κάνει λόγο για οικονομική κίνηση "προ της κρίσιμης πενταετίας" από την καταγγελία της σύμβασης, και επίσης αν έλαβε υπόψη ως δεύτερο συγκριτικό στοιχείο τον κύκλο των εμπορικών συναλλαγών της εναγομένης με τους ίδιους παλαιούς πελάτες της κατά το χρόνο λύσης της σύμβασης (η οποία επήλθε, όπως δέχεται, στις 20-12-1995) ή κατά το χρόνο της τελευταίας πενταετίας προ της λύσεως, χωρίς μάλιστα, στην τελευταία αυτή περίπτωση, να διευκρινίζει, γιατί έλαβε υπόψη μόνον τον κύκλο των εμπορικών συναλλαγών της εν λόγω πενταετίας και όχι και αυτόν από της ενάρξεως της συνεργασίας των διαδίκων μέχρι τη λύση της.

Η ασάφεια αυτή επιτείνεται και από την αναφορά, σχετικά με την μη σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της εναγομένης, σε "υφιστάμενους πελάτες της ενάγουσας", με αποτέλεσμα να μην προκύπτει σαφώς, αν η προσβαλλομένη συνήγαγε το πόρισμά της με βάση τους παλαιούς, πράγματι, πελάτες της εναγομένης ή, αντιθέτως, τους εν γένει υφιστάμενους κατά την "τελευταία πενταετία" πελάτες της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή και των νέων πελατών, επί πλέον δε, δεν προκύπτει, αν με την παραδοχή περί κερδοφορίας της εναγομένης εννοείται ο κύκλος των εμπορικών συναλλαγών της εναγομένης ή το εναπομένον από το γενικό τζίρο πωλήσεων καθαρό κέρδος της.

2) Ενώ, προκειμένου ν' αποφανθεί ότι η ενάγουσα δεν εξασφάλισε νέους πελάτες στην εναγομένη, έπρεπε να λάβει υπόψη τον αριθμό των πελατών στην παραχωρηθείσα περιοχή κατά την έναρξη και τη λήξη της ένδικης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης περί κρίσιμης πενταετίας προ της καταγγελίας της σύμβασης και περί χρονικού διαστήματος προ της ανωτέρω πενταετίας, καθιστούν ασαφές αν για τη σύγκριση ελήφθησαν υπόψη οι ως άνω προβλεπόμενοι στο νόμο κρίσιμοι χρόνοι ή αν το Εφετείο περιορίστηκε στη σύγκριση των πελατών κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στην απόφαση χρονικά διαστήματα.

3) Αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι την τελευταία διετία προ της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης οι πωλήσεις της εναγομένης παρουσίασαν κάμψη, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρονται οι προγενέστερες της διετίας πωλήσεις, σε σύγκριση με τις οποίες προέκυψε η αναφερόμενη ως άνω κάμψη, και χωρίς να διευκρινίζεται αν η διετία αυτή θεωρείται κρίσιμη για την έρευνα σχετικά με την εισφορά νέων πελατών και την προαγωγή των υποθέσεων της εναγομένης.

4) Δεν εξηγείται επαρκώς, γιατί η ενάγουσα δεν εισέφερε νέους πελάτες και δεν προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους παλαιούς πελάτες, ενόψει των αμέσως προηγούμενων παραδοχών της, ότι μέχρι τη λύση της λειτούργησε ομαλά η ένδικη σύμβαση, στο πλαίσιο της οποίας η ενάγουσα εξυπηρετούσε σταθερό κύκλο πελατών, φρόντιζε για την ανεύρεση νέων σημείων πώλησης, δηλαδή νέων πελατών, αλλά και για τη διατήρηση της υφισταμένης πελατείας στις συμβατικές περιοχές, τηρώντας τους ετήσιους στόχους πωλήσεων.

5) Ενώ δέχεται, κατά τα ανωτέρω, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση λειτούργησε ομαλά μέχρι τη λύση της, στη συνέχεια δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι την τελευταία διετία προ της καταγγελίας, οι σχέσεις συνεργασίας των διαδίκων διαταράχθηκαν και οι πελάτες της εναγομένης δεν ήσαν ικανοποιημένοι, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει λόγος για διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικών και οικονομικών ωφελειών για την εναγόμενη. Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991, που αναλογικά εφαρμόζεται και στην ένδικη συμβατική σχέση της αποκλειστικής διανομής, και, συνεπώς, οι υπό στοιχ. III. 1 (κατά τη νοηματική εκτίμηση), 2 και 5γ, λόγοι της αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 α' και 3 περ. α του ίδιου ως άνω π.δ/τος, προκύπτει ότι αποζημίωση δεν οφείλεται, όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, που δικαιολογεί καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, ενώ κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του διανομέα, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω Π.Δ/τος προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του, κατ' ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία).

Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπερβάσεως των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του Α.Κ.

γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους (ΑΠ 1317/2018, ΑΠ 1559/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε το αγωγικό αίτημα για αποζημίωση πελατείας με την επάλληλη αιτιολογία "ανεξαρτήτως της ύπαρξης υπαιτιότητος ή μη στο πρόσωπο της αποκλειστικής διανομέως για την υπόψη καταγγελία, εξ αιτίας της οποίας η αποζημίωση πελατείας δεν ήταν επιδικαστέα κατά νόμον".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 περ. α' του π.δ. 219/1991, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης, και ειδικότερα δεν περιέλαβε παραδοχές σχετικά με τη συνδρομή σοβαρών παραβιάσεων ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων από την αναιρεσείουσα, που δικαιολογούσαν την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης έκτακτη καταγγελία της αορίστου χρόνου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ένδικης σύμβασης.

Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία πλήττεται η πιο πάνω επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον η αναιρετική εμβέλεια των γενομένων δεκτών ως άνω λόγων καταλαμβάνει και τους λοιπούς λόγους του κυρίως δικογράφου, καθώς και του5 προσθέτους λόγους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση [και ως προς το παρεπόμενο και αναγκαίως συνεχόμενο κεφάλαιο των τόκων (ΑΠ 237/2017)] και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), πρέπει δε να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτή για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 14-11-2018, ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ:

Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ,Πολ.Δ., πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίηση του αιτούντος.

Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για το νικήσαντα διάδικο, όπως και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία αφορά στο νομικό συλλογισμό?που αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης που κρίθηκε και άρα φέρει αφ' εαυτής προσόντα διατακτικού κατά το άρθρο 578 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 41/2016).

Ο νικήσας διάδικος μπορεί να ασκήσει αναίρεση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του αντιδίκου του (επικουρική αναίρεση ή αναίρεση υπό αίρεση), εφόσον επικαλείται και δικαιολογεί ειδικό έννομο συμφέρον κατά την πιο πάνω έννοια (ΑΠ 533/2017, ΑΠ 1764/2013, ΑΠ 925/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, η νικήσασα εναγομένη, ασκεί την υπό κρίση από 14-11-2018 αίτηση αναιρέσεως επικουρικώς, για την περίπτωση και μόνο που θα γίνει δεκτή η αντίθετη ασκηθείσα κατ' αυτής από 26- 3-2018 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η από 20-7-2013 αγωγή της τελευταίας απορρίφθηκε, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της ιδίας (αναιρεσείουσας), ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν, παράλληλα, και οι παρακάτω ισχυρισμοί αυτής (αναιρεσείουσας - εναγομένης), οι οποίοι κατέτειναν στην ουσιαστική απόρριψη της αγωγής με άλλες αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να δημιουργείται δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς την απόρριψη αυτών, κατά την επανεξέταση της υπόθεσης σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αναίρεση της ενάγουσας.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο: α) ενώ η προγενέστερη, από 2-7-1996, αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) για αποζημίωση πελατείας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την 4863/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η δε ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την 16/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, παρ' όλα αυτά δέχθηκε, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321 και 322.1 δεύτερο εδάφιο και 578 ΚΠολΔ, ότι από την δεύτερη ως άνω απόφαση προέκυψε τυπικό δεδικασμένο, που δεν αποκλείει την επανέγερση της υπό κρίση, νεότερης, από 20-7-2013 αγωγής, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και έτσι β) κατά παράβαση εκ πλαγίου του άρθρου 250 αρ. 1 ΑΚ που ορίζει πενταετή παραγραφή για την ένδικη αξίωση και ευθεία του άρθρου 263 παρ. 2 ΑΚ, δέχθηκε ότι νόμιμα ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή εντός εξαμήνου από την έκδοση της παραπάνω αναιρετικής απόφασης, χωρίς να λάβει υπόψη, άλλως απορρίπτοντας σιωπηρά, χωρίς αιτιολογία, τη νομίμως προβληθείσα με το δικόγραφο της έφεσης κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ αλλά και με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ένσταση περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης, υποπίπτοντας στις από το άρθρο 559 αρ. 1,8 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Ήδη, όμως, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, εφόσον η από 26-3-2018 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας γίνεται δεκτή και αναιρείται η προσβαλλόμενη 1289/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οπότε, κατ' άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της απόφασης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, οι αιτιάσεις για την απόρριψη από το Εφετείο της ένστασης παραγραφής, μπορούν να προταθούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο της παραπομπής, δεδομένου ότι η απορρίπτουσα την ένσταση απόφαση δεν είναι οριστική και, ως εκ τούτου, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.

Σε κάθε περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, ως απορρίπτουσα την ένσταση παραγραφής, δεν είναι οριστική και δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 1764/2013). Πρέπει, επομένως, η από 14-11-2018 αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 26-3-2018 αίτηση αναιρέσεως της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τους από 30-3-2019 προσθέτους αυτής λόγους με την από 14-11-2018 επικουρική αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας με την επωνυμία "...".

Απορρίπτει την από 14-11-2018 επικουρική αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της ως άνω 1289/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την ανωτέρω αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την 1289/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την αιτούσα της από 26-3-2018 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 30-3-2019 προσθέτων λόγων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Και

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ