1265/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1265/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την από 15-6-2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Full text
Απόφαση 1265 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1265/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Τ. χήρας Σ. Μ., το γένος Η. Ρ., 2 Κ. Σ. Μ., κατοίκων ..., 3.Θ. συζ. Χ. Μ., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ..., 4. Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..."που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Νικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Αριστείδη Παρασκευόπουλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1990 μη οριστική,393/2003 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, 391/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 242/2015 του Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 13-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 13-6-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 242/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία, καθό μέρος ενδιαφέρει, έγινε δεκτή εν μέρει κατ’ ουσία η υπ’ αριθμ. έκθ.κατάθ....-7-2008 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 393/2013 μη οριστικής απόφασης και κατά της 391/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η .../27-3-1989 αγωγή του αναιρεσιβλήτου).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την από 15-6-2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου .
Η δε σχετική επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠλοΔ, που αφορά τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου εγγράφων για άμεση ή έμμεση απόδειξη με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ’ έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των αυτοτελών ισχυρισμών και των εγγράφων (Ολ.ΑΠ 9/2000, Ολ.ΑΠ 14/2005, Ολ.ΑΠ 23/2008).
Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ’ έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αντίστοιχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ. 794/2017, ΑΠ1509/2014, 476/2011, ΑΠ 865/2009).
Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου ισχυρισμών και εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ* έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται και να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι είχε προτείνει και στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο από τη μη νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 α’ έως γ’ ΚΠολΔ.
3. Με τον πρώτο στοιχ.α λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, επικαλούνται πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν νομότυπα καθόσο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου που προτάθηκαν στο Πρωτοδικείο και επαναφέρθηκαν χωρίς νομότυπο τρόπο στο εφετείο με τις υποβληθείσες ,κατά τρόπο απαράδεκτο .προτάσεις ,γιατί αποτελούσαν ενσωμάτωση των προτάσεων που είχαν κατατεθεί στο Πρωτοδικείο χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στις σελίδες αυτών.
Επίσης με τον πρώτο στοιχ.β λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, επικαλούνται πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις υποβληθείσες στο εφετείο προτάσεις του αναιρεσιβλήτου για υποστήριξη έφεσής του κατά αναιρεσειόντων κατά της 391/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αφού σ’ αυτές ενσωμάτωσε απλά όλες τις προτάσεις που είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε διάφορες συζητήσεις της υπόθεσης (επί της οποίας εκδόθηκαν η 14/1990 αναβλητική ,393/2003 εν μέρει οριστική και 391/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών)χωρίς να κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις σελίδες αυτών και στους ισχυρισμούς που επαναφέρει .Με τις προτάσεις αυτές επανέφερε, παράνομα τον ισχυρισμό του ότι ήταν" εξώγαμο και δικαστικά αναγνωρισμένο παιδί του κληρονομουμένου Σ.
Μ."του οποίου νόμιμοι κληρονόμοι τυγχάνουν οι αναιρεσείοντες και το εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την επαναφορά των ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου με τις προτάσεις του στο εφετείο και την προσκόμιση των επικληθεισών (με τις απαράδεκτα προσκομισθείσες προτάσεις) αποδείξεων και παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, με νόμιμη επίκληση, στην κατ’ έφεση δίκη.
Και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο στήριξε τις παραδοχές του και την κρίση του για απόρριψη της έφεσης σε έγγραφα, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος κατά την πρωτόδικη δίκη, χωρίς να γίνεται ειδική επίκληση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης ή με αναφορά μέσω των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων της πρωτόδικης δίκης, όπου γίνεται ειδική και ορισμένη αναφορά των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, αλλά υπάρχει απλή ενσωμάτωση στις εφετειακές προτάσεις των πρωτόδικων προτάσεων και της προσθήκης αυτών και γενική επίκληση του περιεχομένου τους, όπου προσδιορίζονται αναλυτικά οι σχετικές βεβαιώσεις και τα έγγραφα.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου, συμπεριλήφθηκε σ’ αυτές αυτούσιο το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων (χωρίς πράξη κατάθεσης και υπογραφή πληρεξουσίου δικηγόρου) και της σχετικής προσθήκης σε ενιαίο κείμενο δικογράφου, το οποίο κατατέθηκε την προηγούμενη ημέρα της δευτεροβάθμιας συζήτησης και το οποίο χαρακτηρίζεται ως προτάσεις (μόνο) ενώπιον του Εφετείου.
Με το δικόγραφο των προτάσεων αυτών ο αναιρεσίβλητος - εφεσίβλητος επικαλέστηκε, προς απόδειξη των ισχυρισμών του, και όλα τα έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει κατά τις προηγούμενες δίκες και τα οποία ρητά μνημονεύει στις σελίδες 45 έως 51 του ενιαίου κειμένου του δικογράφου των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου.
Το δικόγραφο των εφετειακών προτάσεων υπογράφεται ως ενιαίο όλον από τον πληρεξούσιο δικηγόρο (Δ. Σ.), που το συνέταξε και εκπροσώπησε την αναιρεσίβλητη στην κατ’ έφεση δίκη, το δε αιτητικό του περιέχει ως αίτημα την παραδοχή των προτάσεων και την αποδοχή της έφεσής του .Στα έγγραφα που επικαλέσθηκε με τις ανωτέρω προτάσεις του και προσκόμισε στο εφετείο ο αναιρεσίβλητος περιλαμβάνονται και τα μνημονευόμενα στην αίτηση αναίρεσης 68 έγγραφα.
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι δεν πρόκειται για απλή φωτοτυπική ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων, ως αυτοτελούς και διακριτής διαδικαστικής πράξης, στις εφετειακές προτάσεις, αλλά για συμπερίληψη του περιεχομένου του δικογράφου των προτάσεων της πρωτόδικης δίκης και για ενοποίηση αυτού σε ενιαίο ολικό κείμενο του δικογράφου των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο επιπλέον ρητά περιέχεται ευθεία και άμεση επίκληση των ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου και των εν λόγω εγγράφων κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο.
Επομένως και σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη, η σχετική επίκληση είναι νόμιμη, και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμος οι σχετικοί πρώτος στοιχ.α και β και δεύτερος και τρίτος στοιχ.4 λόγος αναίρεσης από τους αριθμ .8, 11 περ.β, 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 β’ προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της έφεσης συγχωρείται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη 513§2 ΚΠολΔ: "Εάν προσβληθεί με έφεση ο οριστική απόφαση, θεωρείται ότι μαζί έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές αποφάσεις, που είχαν προηγουμένως εκδοθεί και εάν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους". Από την ανωτέρω διάταξη, συνάγεται με σαφήνεια, ότι με την άσκηση εφέσεως, για την εξαφάνιση οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, θεωρούνται ως συνεκκληθείσες και όλες οι προεκδοθείσες μη οριστικές αποφάσεις, ακόμη και εάν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς και κατ’ αυτών.
Εάν, όμως, η προεκδοθείσα απόφαση περιέχει οριστική διάταξη (π.χ. επιδικάζει αυτοτελώς κονδύλιο) δεν θεωρείται ως συνεκκληθείσα και η προεκδοθείσα εν μέρει οριστική απόφαση, εκτός εάν η έφεση ρητώς απευθύνεται και κατά της εν μέρει οριστικής απόφασης και προβάλλονται λόγοι εφέσεως, που αφορούν τις οριστικές διατάξεις αυτής και αιτείται την εξαφάνισή της (ΑΠ 1823/2008) Με τον τρίτο στοιχείο 1.λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
αποδίδεται στο εφετείο το σφάλμα ότι έκρινε, απαράδεκτα, σιωπηρά, ως εμπρόθεσμη την από 2-5-2008 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 393/2003 (μη οριστικής) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών με την αιτιολογία ότι η έφεση(που στρέφεται κατά των 391/2007 (οριστικής) και 393/2003 (μη οριστικής) αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 391/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών ενώ δεν αναφέρει για ποιό λόγο ασκείται παραδεκτά και εμπρόθεσμα έφεση κατά της 393/2003 μη οριστικής απόφασης.
Ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί γιατί σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις η μη οριστική απόφαση δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση πριν την έκδοση οριστικής απόφασης, οπότε και αρχίζει η σχετική προθεσμία άσκησης έφεσης και κατά των δυο αποφάσεων. Με τον τρίτο στοιχείο 2, λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
αποδίδεται στο εφετείο το σφάλμα ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη μεταβολή και τη διεύρυνση του αιτήματος της αγωγής του αναιρεσιβλήτου για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ’ άρθρο 525 ΚΠολΔ. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων ισχυριζόμενος ότι ήταν εξώγαμο τέκνο του κληρονομουμένου που αναγνωρίσθηκε δικαστικά ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης του, κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα του, να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες να του αποδώσουν την κληρονομιά που ανέρχεται σε ποσοστό 248 ο/οο σε όλα τα κληρονομιαία ακίνητα και ότι με βάση το νόμο εδικαιούτο τη νόμιμη μοίρα που ανερχόταν στο 1/2 της εξ αδιαθέτου μερίδας του επί της κληρονομιάς που θα ανευρισκόταν.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 391/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο ενάγων έχει κληρονομικό δικαίωμα νόμιμης μοίρας κατά ποσοστό 94 ο/οο εξ αδιαιρέτου επί των αναφερόμενων στην απόφαση κληρονομιαίων ακινήτων της πραγματικής κληρονομιάς. Με την από 7-7-2008 έφεσή του ο ενάγων διεύρυνε το αίτημα της αγωγής του ισχυριζόμενος ότι δεν δικαιούται ως νόμιμη μοίρα το 1/2 της εξ αδιαθέτου κληρονομικής του μερίδας αλλά ότι δήθεν μετά την ρύθμιση του Ν. 1329/1983 δικαιούται ως νόμιμη μοίρα όλο το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής του μερίδας δεδομένου ότι και με βάση το Ν. 1329/1983 που υπήρχε από το 1983 τα τέκνα κληρονομούν κατ’ ισομοιρία.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων :1) Ο ενάγων με την από 23-3-1989 αγωγή του ζητεί να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα συνιστάμενο σε ποσοστό 248 ο/οο επί των αναφερόμενων στην αγωγή ακινήτων .2. με την 391/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων έχει κληρονομικό δικαίωμα νόμιμης μοίρας κατά ποσοστό 94 ο/οο εξ αδιαιρέτου επί των καταληφθέντων κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων).Με την από 23-7-2008 έφεσή του ο ενάγων με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρίσθηκε ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση προσδιόρισε το ποσοστό της νόμιμης μοίρας στο 94 ο/οο αντί του ορθού 248 ο/οο .Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος ανέρχεται σε ποσοστό 188 ο/οο επί των κληρονομιαίων ακινήτων.Ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος γιατί οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι προέβαλαν σχετικό ισχυρισμό περί απαραδέκτου στο εφετείο προς απόκρουση σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ.).
Σε κάθε περίπτωση δεν επήλθε διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης και επιχειρείται υπό την επίκληση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου να πληγεί η ανέλεγκτη περί τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης κρίση του εφετείου(άρθρο 561 ΚΠολΔ). Για τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέοι ως αόριστοι οι υπό στοιχεία τρίτος στοιχ.3 λόγος αναίρεσης.
5. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι από τον αναιρεσίβλητο, ή να επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από τον αναιρεσείοντα και τέλος να άφησε αίτηση αδίκαστη του αναιρεσείοντος. (ΑΠ 721/2017, ΑΠ 795/2004). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητούσε με την κρινόμενη αγωγή του ο ενάγων - αναιρεσίβλητος. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-6-2016 αίτηση προς αναίρεση της 242/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ