Legislator Case Law & Legislation
1265/2017 AI generated

1265/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1265/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1265/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1265 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1265/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: T. T. (Τ. - Τ.) C. F. (Κ. Φ.) του E. (Ε.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φωτίου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ο. Δ. του Δ., κατοίκου ... και 2)Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γκολέμη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/9/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α’ του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017, 1184/2015).

Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 674/2016, 1086/2014, 121/2014). Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998). 2.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενώ με τις παραδοχές της δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είναι σχεδόν αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου εργατικού ατυχήματος, στη συνέχεια, αντιφατικά προς τα ανωτέρω, δέχεται ότι αυτός βαρύνεται με ποσοστό συνυπαιτιότητας 40% μόνο στην επέλευση αυτού και επιδικάζει στον αναιρεσείοντα παθόντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ευτελές ποσό των 1.000 ευρώ, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο ένδικο εργατικό ατύχημα κατά ποσοστό 60% και για συνυπαιτιότητα σ’ αυτό του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά ποσοστό 40%, προκειμένου να ελεγχθεί αν το δικαστήριο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος στο ποσό των 1.000 ευρώ, υπερέβη ή όχι τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ.

γ’ του Συντάγματος, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης. Ειδικότερα ο αναιρεσείων περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο από τις παραδοχές μόνο τα εξής: ‘ ‘ Ο αναιρεσίβλητος δεν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή του τραυματισμού του εργαζόμενου, ήτοι απομάκρυνση του άδειου βαρελιού από το χώρο του εργοταξίου, ως επικίνδυνο πλέον υλικό και παραμονή του στο χώρο του έργου ή ετέρου προσώπου που να τον αναπληρώνει, προκειμένου να καθοδηγεί διαρκώς τους εργαζόμενους για τα απαιτούμενα κατά φάση εργασίας μέτρα.

Πρόκειται για παράνομη και υπαίτια (από αμέλεια) παράλειψη του πρώτου εναγομένου, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία του ενάγοντος’ ‘ , χωρίς να αναφερθεί, έστω και συνοπτικά, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.

Επίσης, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τους προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ούτε αναφέρει σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση και ούτε προβαίνει στην εξειδίκευση των επικαλούμενων αντιφάσεων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

3. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 237§1, 335, 338, 339, 340, 346 και 524§1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008, 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, μολονότι ήταν παραδεκτά και νόμιμα, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή τους στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος, για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου, πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1409/2015,1320/2011, 1185/2010).

Εξ άλλου, αφορά την εκτίμηση πραγμάτων η περιεχόμενη στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας βεβαίωση ότι προσκομίσθηκαν ή δεν προσκομίσθηκαν σ` αυτό τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, γι` αυτό και δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την υπ’ αριθμ. 144/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, την οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και είχε προσκομίσει ως σχετικό 11, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος αναιρεσίβλητος για την πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του αναιρεσείοντος και η οποία είχε το περιγραφόμενο σκεπτικό και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, καθώς και τις αποφάσεις του ΙΚΑ, τις οποίες επίσης είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξη του κρίσιμου ισχυρισμού του ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου εργατικού ατυχήματος ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, άλλως ότι ήταν συνυπαίτιοι και οι δύο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ποια έγγραφα του ΙΚΑ επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο και ποιο το περιεχόμενο ενός εκάστου εξ αυτών, ούτε επικαλείται το περιεχόμενο των ισχυρισμών, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των οποίων ήταν κρίσιμα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, ώστε να κριθεί αν αυτοί ήταν ουσιώδεις.

4. Συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-9-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 129/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ