Legislator Case Law & Legislation
1265/2015 AI generated

1265/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1265/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1265/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 1 §§ 1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως ισχύει σήμερα, 2 § 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 713 επ., 726 ΑΚ, τις οποίες και δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Keywords

AI generated
savings deposit depositor repurchase agreement custodian voting right escrow deposit contract capital contribution and withdrawal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1265 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1265/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Β. Ν. του Α., και 2. Σ. Ν. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Παπαρρηγόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." ως καθολικής διαδόχου της αρχικώς εναγομένης - εκκαλούσας - ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή, 2. Β. (Ε.) χήρας Σ. Ν., το γένος Κ. Θ. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αγγελίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ 3.Θ. θυγ. Γ. Ν., συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., 4. Ι. Π. του Δ. κατοίκου ... 5. Α. θυγ. Δ. Π., κατοίκου ..., 6. Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 7. Α. θυγ. Δ. Π., συζύγου Θ. Α., κατοίκου ..., 8. Ε. θυγ. Κ. Ν., συζ. Κ. Μ., κατοίκου ..., 9. Γ. Ν. του Κ. κατοίκου ... και 10. Ε. Ν. του Κ. κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων η πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσίβλητης ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.

Το δικαστήριο διασκέφτηκε και δια της προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4629/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5233/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της εφετειακής απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 26-5-2009 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1646/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την 14-3-2014 κλήση των καλούντων-αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν , όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 4-5-2012 έκθεσή της κωλυομένης να μετάσχει στην σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 4ου και 2ου λόγου κατά το μέρος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της παραστάσας πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 14-3-2014 κλήση των αναιρεσειόντων, φέρεται νόμιμα προς συζήτηση η από 26-5-2009 αίτηση αυτών προς αναίρεση της 5233/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1646/2013 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 14-1-2013, λόγω μη νόμιμης κλητεύσεως των απολιπομένων αναιρεσιβλήτων.

Από τις .../21-7-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αγρινίου Β. Λ., τις .../22-7-2010 όμοιες της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Σ. Β., σε συνδυασμό με τα .../24-7-2010 και .../31-7-2010 φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων των Αθηνών "..." και "...", αντίστοιχα, στα οποία δημοσιεύθηκε περίληψη του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, και την .../24-7-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ροδόπης Δ.

Π., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι επέδωσαν αυτοί στους τρίτη, τέταρτο, έκτο, όγδοη, ένατο και δέκατο των αναιρεσιβλήτων και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τις αγνώστου διαμονής πέμπτη και έβδομη αυτών, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αναιρέσεως. Εξάλλου, από τις .../26-6-2014, .../27-6-2014 και .../21-7-2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αγρινίου Β.

Λ., την .../17-7-2014 όμοια της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς Ε. Μ. - Κ. και την 11178/25-6-2014 όμοια του δικαστικού επιμελητή Ροδόπης Δ. Π., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι επέδωσαν αυτοί στους τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη, ένατο και δέκατο των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσεως με πράξη ορισμού δικάσιμου αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως.

Επομένως, εφόσον οι εν λόγω καθών δεν εμφανίσθηκαν στη συζήτηση, οπότε και εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως της υποθέσεως θα χωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 §§ 1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte ... account) είναι εν τη έννοια του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 § 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 § 2).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της καταθέσεως) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού να γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της καταθέσεως σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως, αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.

Εξάλλου, εκείνος από τους δικαιούχους, που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως, καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος του άλλου δικαιούχου, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα σε σχέση προς αυτόν που τα απέσυρε. Ο άλλος δικαιούχος ενοχική μόνον έχει αξίωση κατ' αυτού που ανέλαβε τα χρήματα για την επιστροφή τους, ανάλογα με τη συμφωνία που έχουν κάνει μεταξύ τους οι καταθέτες, σε περίπτωση δε ελλείψεως μιας τέτοιας συμφωνίας, του ημίσεως των χρημάτων (ΑΠ 380/2006).

Τέλος, με τη σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε Τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, συνάπτεται μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων στην Τράπεζα (re) και χορηγείται συγχρόνως πληρεξουσιότητα προς αυτήν να αποδώσει τα κατατεθέντα στο δικαιούχο. Συνέπεια τούτων είναι ότι μετά την κατάθεση αποκόπτεται κάθε δεσμός μεταξύ καταθέτη και καταθέσεως, δικαιούχος της οποίας είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε, η δε Τράπεζα, από τότε που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων, έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο, όταν της ζητηθεί, ο δε τρίτος καθίσταται κύριος των κατατεθέντων αμέσως μετά την κατάθεση των χρημάτων και δεν επηρεάζεται από το μεταγενέστερο θάνατο του καταθέτη (ΑΠ 432/1990, 467/1990).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.

Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομίας ή άλλου τέλους. Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου." και ότι "Διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ...

ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των περισσοτέρων καταθετών, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της Τράπεζας στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και προς τις προηγούμενες, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της Τράπεζας, κατά της οποίας δεν μπορούν να στραφούν αυτοί επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας.

Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της Τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της καταθέσεως, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.

Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ' εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.

Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τράπεζας θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τράπεζας ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (ΑΠ 380/2006).

Ωστόσο και παράλληλα προς τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό από έναν ή περισσότερους συνδικαιούχους στο όνομα αυτών και άλλων με την Τράπεζα αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου, και μάλιστα γνήσια. Από τη σύμβαση δε αυτή τρίτος, μη συμβαλλόμενος, αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υποσχέσεως (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης (δέκτης της υποσχέσεως) έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υποσχέσεως - Τράπεζα για τον εαυτό του.

Δημιουργείται, δηλαδή, ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μια sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βουλήσεως, κυρίως όμως με βάση το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 5638/1932. Η ιδιομορφία της τραπεζικής αυτής συμβάσεως έγκειται στο γεγονός ότι επιτρέπει στον καταθέτη και δέκτη της υποσχέσεως να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής όχι μόνο στον τρίτο αλλά και στον εαυτό του, σε αντίθεση με τη σύμβαση υπέρ τρίτου (410 ΑΚ), όπου ο δέκτης της υποσχέσεως μπορεί να απαιτήσει μόνο την στον τρίτο εκπλήρωση της παροχής, ενώ διαφέρει και από την καθαρή μορφή της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (489 ΑΚ), γιατί ο τρίτος καθίσταται δανειστής, όχι επειδή προβαίνει στην κατάρτιση της συμβάσεως καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, αλλά επειδή το όνομά του τέθηκε σε αυτά των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού.

Έννομη συνέπεια της πολυδιάστατης νομικής φύσεως της συμβάσεως αυτής είναι η συνδυασμένη εφαρμογή διατάξεων, κατ' αρχήν αυτών του ν. 5638/1932 και συμπληρωματικά διατάξεων της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (489 επ ΑΚ) καθώς και διατάξεων της γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου (411 ΑΚ), υπό την προϋπόθεση ότι συνάδουν με τη φύση της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό και το ν. 5638/1932.

Συνακόλουθα τούτων, από τις διατάξεις της συμβάσεως υπέρ τρίτου εφαρμοστέες είναι εκείνες των άρθρων 411 και 413 ΑΚ.

Συνεπώς, στη σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό ο τρίτος, που δεν συμβλήθηκε με την Τράπεζα, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από αυτόν που υποσχέθηκε (τράπεζα), τόσο επειδή αυτή είναι η θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί (καταθέτη και τράπεζας), όσο και επειδή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, αφού προϋπόθεση του ν. 5638/1932 είναι το δικαίωμα για ατομική χρήση της καταθέσεως και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων.

Παρέχεται, φυσικά, το δικαίωμα στον τρίτο, αφότου λάβει γνώση της υπέρ αυτού καταθέσεως, να αποποιηθεί το δικαίωμά του για χρήση της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, οπότε θεωρείται ότι το δικαίωμά του αυτό δεν αποκτήθηκε. Εξάλλου, διατάξεις από τη σύμβαση υπέρ τρίτου, που δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, γιατί έρχονται σε αντίθεση με τη φύση και το σκοπό της καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό του ν. 5638/1932, είναι εκείνες των άρθρων 414 ΑΚ, με το οποίο καθιερώνεται το απρόβλητο των ενστάσεων από τον οφειλέτη στον τρίτο, καθώς και του άρθρου 412 ΑΚ, με βάση την οποία παρέχεται η εξουσία στο δέκτη της υποσχέσεως - συμβαλλόμενο καταθέτη να ανακαλέσει την υπέρ τρίτου κατάθεση σε κοινό λογαριασμό.

Η δήλωση του συμβαλλόμενου καταθέτη πρέπει να είναι ανέκκλητη για την ασφάλεια των συναλλαγών, ενόψει και του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, που απαγορεύει κάθε διάθεση της καταθέσεως. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 726 ΑΚ η εντολή λύεται, αν δεν ορίστηκε το αντίθετο, με το θάνατο του εντολέα ή του εντολοδόχου. Κατά συνέπεια, αν στη σύμβαση εντολής ορίστηκε ρητά το αντίθετο ή συνάγεται τούτο σιωπηρά ή προκύπτει από τη φύση της σχέσεως, (όπως όταν η εντολή αφορά το συμφέρον και του εντολοδόχου ή τρίτου ή όταν η εκτέλεση της εντολής ανάγεται σε χρόνο μετά το θάνατο του εντολέα), τότε η εντολή δεν λύεται, αλλά συνεχίζεται κανονικά με μεταβολή μόνο των υποκειμένων της σχέσεως, οπότε στη θέση του εντολέα υπεισέρχεται ο κληρονόμος του (ΑΠ 947/2006), ο οποίος έχει τις υποχρεώσεις -και την υποχρέωση αναγγελίας του θανάτου του πρώτου- και τα δικαιώματα του εντολέα -και το δικαίωμα ανακλήσεως της εντολής κατ' άρθρο 724 ΑΚ, όχι όμως και επί mandatum post mortem (ΑΠ 1691/2014).

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση συμβάσεως πωλήσεως - επαναγοράς άυλων τίτλων (REPOS) μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και επενδυτή, στην οποία περιέχεται όρος όπως το καταβλητέο ποσό περιέλθει κατά τη λήξη της επενδύσεως σε άλλο λογαριασμό του ίδιου διαθέτη ή σε κοινό λογαριασμό του διαθέτη με τρίτο, που τηρούνται στην ίδια ή άλλη Τράπεζα, ή κατατεθεί το προϊόν αυτού σε λογαριασμό τρίτου, ιδίως αν αυτό γίνεται σε εκπλήρωση υποχρεώσεως του καταθέτη προς τον τρίτο, τότε, σε περίπτωση θανάτου του καταθέτη πριν τη λήξη της επενδύσεως, η εντολή αυτή δεν λύεται, ο δε κληρονόμος του καταθέτη δεν δικαιούται να ανακαλέσει την εντολή και η εντολοδόχος Τράπεζα από την πλευρά της υποχρεούται να την εκτελέσει.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο Σ. Ν. του Γ., θείος των εναγόντων, διατηρούσε στην εναγομένη Τράπεζα ... από τις 31-8-2000 ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό .... Από το λογαριασμό αυτό αναλάμβανε χρήματα και πραγματοποιούσε επενδύσεις σε άυλους τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου με δικαίωμα επαναγοράς (repos).

Στις 10-9-2003 μετέτρεψε τον ατομικό τούτο λογαριασμό σε κοινό, καθιστώντας συνδικαιούχους τους ενάγοντες. Στις 22-9-2003 ανέλαβε από τον λογαριασμό αυτό το ποσό των 925.121 ευρώ και κατήρτισε με την εναγομένη την αριθμ.... σύμβαση πώλησης - επαναγοράς άυλων τίτλων (repos), με τον ίδιο μόνο δικαιούχο της επένδυσης, η οποία έληξε στις 24-11-2003, με απόδοση ποσού 928.433, 40 ευρώ, που πιστώθηκε στον εν λόγω λογαριασμό.

Ακολούθως, στις 24/11/2003 κατήρτισε με την εναγομένη την επίδικη, αριθ. 36570 σύμβαση πώλησης-επαναγοράς άυλων τίτλων (repos), με τίμημα πώλησης 928.435 ευρώ, ημερομηνία λήξης της επένδυσης την 26-1-2004, τίμημα επαναγοράς 932.009,47 ευρώ και καταβλητέο ποσό κατά τη λήξη της επένδυσης 931.759,26 ευρώ (αφαιρουμένου ποσού 250,21 ευρώ για αναλογούντα φόρο από το ως άνω τίμημα επαναγοράς).

Η κατάθεση του προϊόντος αυτού της συναλλαγής συμφωνήθηκε να γίνει από την εναγομένη, κατά την ημερομηνία λήξης της επένδυσης, στον παραπάνω αριθ. ... κοινό λογαριασμό. Στην επίδικη αυτή σύμβαση, η οποία φέρει έντυπους όρους συναλλαγών, ορίζεται ότι αυτή διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 5638/1932 "Περί κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό".

Τούτο όμως στερείται έννομης συνέπειας στην προκειμένη περίπτωση, αφού ο Σ. Ν. αναφέρεται ως μόνος επενδυτής, όπως και στην προηγούμενη ως άνω .../22-9-2003 όμοια σύμβαση, χωρίς να έχει ορίσει συνδικαιούχους της επένδυσης, δεδομένου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η σύμβαση στην οικεία θέση με όνομα συνδικαιούχου ή συνδικαιούχων.

Στις 12-1-2004, ήτοι πριν από τη λήξη της επένδυσης, ο Σ. Ν. απεβίωσε, σε ηλικία 72 ετών. Στις 26-1-2004 που έληξε η επένδυση η εναγομένη πίστωσε με το ποσό των 931.759,26 ευρώ το παραπάνω κοινό λογαριασμό, ταυτοχρόνως όμως μετέφερε το ποσό τούτο σε άλλο δεσμευμένο, έντοκο, λογαριασμό, καθόσον η σύζυγος του επενδυτή Σ. Ν., Β.

Ν. (πρώτη εκ των παρεμβαινόντων), με την οποία είχε τελέσει γάμο στις 20-2-2000, είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη το γεγονός του θανάτου του. Με την αριθ. 7243/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων των ήδη εναγόντων, διατάχθηκε η δέσμευση του έντοκου λογαριασμού καταθέσεων, στον οποίο μετέφερε η εναγομένη το ως άνω προϊόν της επένδυσης, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της ασκηθησομένης αγωγής των αιτούντων, για την άσκηση της οποίας τάχθηκε προθεσμία 60 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης.

Ήδη οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ..... ότι με την επίδικη σύμβαση δόθηκε στην εναγομένη ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να πιστώσει τον κοινό λογαριασμό με το τίμημα επαναγοράς των τίτλων και ότι έτσι καταρτίστηκε μεταξύ του Σ. Ν. και της εναγομένης γνήσια σύμβαση υπέρ των εναγόντων ως τρίτων, κατά την έννοια του άρθρου 411 ΑΚ, οι οποίοι δικαιούνται να αξιώσουν την πίστωση του κοινού λογαριασμού με το προϊόν επένδυσης.

Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της επίδικης αριθ. 36570/24-11-2003 σύμβασης, δεν τίθεται ζήτημα χορήγησης πληρεξουσιότητας προς την εναγομένη, δηλαδή εξουσίας αντιπροσώπευσης του επενδυτή Σ. Ν. στην κατάρτιση κάποιας δικαιοπραξίας (άρθρα 211, 216 ΑΚ). Τούτο δε, διότι η σύμβαση πώλησης-επαναγοράς των άυλων τίτλων ολοκληρώθηκε την ημερομηνία κατάρτισης της συναλλαγής (24-11-2003) και ορίστηκε η ημερομηνία λήξης της επένδυσης (26-1-2004), δηλαδή η υποχρέωση της εναγομένης να επαναγοράσει τους τίτλους ήταν δεδομένη, τελούσα υπό αναβλητική προθεσμία (ΑΚ 210).

Απέμενε μόνο στις 26-1-2004 να καταθέσει το προϊόν της συναλλαγής στον κοινό λογαριασμό, προκειμένου με την υλική πράξη της καταβολής να αποσβεσθεί η οφειλή της προς τον επενδυτή (ΑΚ 416). Η ως άνω συναλλαγή σαφώς περιέχει σύμβαση εντολής (άρθρο 713 ΑΚ), βάσει της οποίας η εναγομένη στις 26-1-2004 έπρεπε να πιστώσει τον κοινό λογαριασμό με το προϊόν της επένδυσης, όπως και αρχικά έπραξε, πριν μεταφέρει το ποσό σε προσωρινό δεσμευμένο λογαριασμό.

Η εν λόγω εντολή δεν λύθηκε με το θάνατο του εντολέα, αφού από τη φύση της έπρεπε να εκτελεσθεί στις 26-1-2004, δηλαδή μετά τον προσυμβάντα θάνατό του. Έτσι υπεισήλθαν στη θέση του εντολέα οι νόμιμοι κληρονόμοι του, οι οποίοι δεν ανακάλεσαν την εντολή. Από μόνη, όμως, την εντολή αυτή να καταβληθεί το προϊόν της επένδυσης, των 931.759,26 ευρώ, με πίστωση του ως άνω κοινού λογαριασμού δεν συνάγεται κατάρτιση σύμβασης γνήσιας υπέρ των εναγόντων ως τρίτων, συνδικαιούχων του κοινού αυτού λογαριασμού, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται.

Στην επίδικη σύμβαση πώλησης-επαναφοράς των τίτλων δεν αποτυπώνεται τέτοια θέληση των συμβληθέντων μερών, αφού δεν ορίζονται οι ενάγοντες ως συνδικαιούχοι της επένδυσης. Ερμηνευομένη δε η αληθής βούλησή τους κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τις αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν μπορεί να εξαχθεί θέληση των μερών να καταστήσει ο Σ.

Ν. συνδικαιούχους της επένδυσης τους ενάγοντες, αφού σε καταφατική περίπτωση δεν είχε παρά να τους κατονομάσει ως τέτοιους στην οικεία θέση του εντύπου της σύμβασης που προορίζεται για την αναγραφή τυχόν συνδικαιούχων. Ούτε άλλωστε από τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως δικαιολογείται τέτοια αναγνώριση δικαιώματος στους ενάγοντες, δηλαδή περιουσιακής επίδοσης προς αυτούς με την συγκεκριμένη σύμβαση, δεδομένου και του ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη αναλυτική κίνηση του λογαριασμού, ο Σ.

Ν. αναλάμβανε μόνος του μεγάλα ποσά τα οποία επένδυε σε repos, όπως στις 22-9-2003 (επένδυση ποσού 925.121 ευρώ με αριθ. ... σύμβασης) και 20-8-2003 (επένδυση ποσού 817.166 ευρώ με 30781 σύμβαση), στις οποίες προηγούμενες συμβάσεις ήταν ωσαύτως ο μόνος επενδυτής... Σε κάθε δε περίπτωση η ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή που δημιουργείται με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό δεν συμβιβάζεται, όπως προαναφέρθηκε, με την γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, δηλαδή στην κρινομένη περίπτωση εάν ο Σ.

Ν. δεν είχε αποβιώσει θα μπορούσε μετά την 26-1-2004 να αναλάβει το ποσό της επένδυσης και να το επανεπενδύσει, κατά τη συνήθεια του, ενώ εάν είχε καταρτίσει γνήσια σύμβαση υπέρ των εναγόντων μόνοι αυτοί θα εδικαιούντο το προϊόν της επένδυσης της 24-11-2003. Με τα δεδομένα αυτά δεν είναι οι ενάγοντες δικαιούχοι του ποσού των 931.759,26 ευρώ.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι οι ενάγοντες δεν είναι δικαιούχοι του προϊόντος της επενδύσεως από τη σύμβαση επαναγοράς άυλων τίτλων, (REPOS) του αποβιώσαντος θείου τους Σ. Ν., δεχόμενο ότι ο τελευταίος απεβίωσε πριν τη λήξη της επενδύσεως, με συνέπεια, η αξίωσή του από αυτήν, δηλαδή η υποχρέωση της εναγομένης να επαναγοράσει τους τίτλους στις 26-1-2004 και να αποδώσει το προϊόν της, δηλαδή ποσό 931.759,26 ευρώ, μεταβιβάστηκε στους νόμιμους κληρονόμους του ως έννομη σχέση του ενοχικού δικαίου, και συνακόλουθα έκρινε ότι δικαιούνται αυτοί να αναλάβουν μόνο τις καταθέσεις, που υπήρχαν στον κοινό λογαριασμό κατά το χρόνο θανάτου του παραπάνω συνδικαιούχου, βάσει του οικείου συμβατικού τους δικαιώματος με την αντισυμβαλλόμενη Τράπεζα, δηλαδή το ποσόν των 5.350,52 ευρώ, για το λόγο ότι το ποσόν επαναγοράς των άυλων τίτλων, με το οποίο έπρεπε να πιστωθεί ο κοινός λογαριασμός κατά την ως άνω εντολή του (αποβιώσαντος) καταθέτη, ήταν ατομική του απαίτηση, η οποία ως περιουσιακό στοιχείο της κληρονομίας του κληρονομήθηκε.

Κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς τις κύριες βάσεις από τη σύμβαση εντολής και τη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και, ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποφανθεί αντιθέτως, δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση και απέρριψε την αγωγή, ενώ δεν ερεύνησε την επικουρική της βάση, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την είχε απορρίψει ως μη νόμιμη και οι ενάγοντες δεν είχαν ασκήσει έφεση ως προς το ζήτημα τούτο, ενώ στη συνέχεια ερεύνησε την κυρία παρέμβαση των λοιπών αναιρεσίβλητων και δέχθηκε ότι αυτοί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Σ.

Ν. κατά διάφορα ποσοστά ο καθένας τους, δικαιούνται το ως άνω ποσόν, επιμεριζόμενο στον καθένα κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας και αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης αναιρεσίβλητης να καταβάλει νομιμοτόκως στον καθένα το αναλογούν στη μερίδα του ποσόν.

Έτσι που αποφάνθηκε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 1 §§ 1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως ισχύει σήμερα, 2 § 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, καθώς και αυτές των άρθρων 713 επ., 726 ΑΚ, τις οποίες και δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ειδικότερα, και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η εντολή του καταθέτη - επενδυτή Σ. Ν. να πιστωθεί το προϊόν της επενδύσεώς του από τη σύμβαση επαναγοράς άυλων τίτλων κατά τη λήξη της στον κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε αυτός στην αναιρεσίβλητη, με συνδικαιούχους τους αναιρεσείοντες ανεψιούς του, συνιστούσε ιδιόμορφη γνήσια σύμβαση υπέρ αυτών, στην οποία εφαρμογή έχουν προεχόντως οι διατάξεις του ν. 5638/1932 και συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων περί ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής (489 επ.

ΑΚ) και περί συμβάσεως υπέρ τρίτου (411 επ. ΑΚ), και κατά συνέπεια η αναιρεσίβλητη όφειλε να τους αποδώσει μετά την παρέλευση της προθεσμίας το προϊόν της επενδύσεως, ως συνδικαιούχους του ποσού τούτου, έχοντας αυτοί απευθείας αξίωση προς απόδοσή του με βάση τις διατάξεις του ν. 5638/1932. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο παραβίασε και τις περί εντολής διατάξεις, εφόσον η εντολή αυτή από τη φύση της δεν λύθηκε με το θάνατο του επενδυτή, χωρίς μάλιστα οι κληρονόμοι του να δικαιούνται να ανακαλέσουν την εντολή αυτή, ενώ και η εντολοδόχος Τράπεζα από την πλευρά της είχε υποχρέωση να εκτελέσει την εντολή του και να πιστώσει με το προϊόν της επαναγοράς των άυλων τίτλων τον κοινό λογαριασμό τούτου με τους αναιρεσείοντες.

Ειδικότερα, εφόσον μέχρι την 26-1-2004, οπότε έληγε η επένδυση επαναγοράς των άυλων τίτλων του Σ. Ν., η εντολή για πίστωση του σχετικού ποσού μετά τη λήξη της στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε αυτός με τους αναιρεσείοντες δεν είχε ανακληθεί ούτε από τον ίδιο ούτε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίοι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπεισήλθαν στη θέση του καταθέτη -επενδυτή, δεν ετίθετο πλέον θέμα ανάκλησης της εντολής αυτής, αφού με την πίστωση του σχετικού ποσού στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο Σ.

Ν. με τους αναιρεσείοντες κατέστησαν αυτοί συνδικαιούχοι του σχετικού ποσού και δικαιούντο να ζητήσουν από την αναιρεσίβλητη ευθέως την απόδοση του στους ίδιους. Κατόπιν αυτού οι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι.

Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρο 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5233/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ποσόν των οποίων ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ