Legislator Case Law & Legislation
1265/2010 AI generated

1265/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1265/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1265/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το καθήκον αληθείας θεμελιώνεται κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 2 §1, 14 §5 του Συντάγματος, 57, 59, 920, 288, 281, 914, 919, 932, Α. Κ. και 362, 363 και 365, του Ποινικού Κώδικα. Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι ο τύπος οφείλει να εξαντλεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, προκειμένου να ελέγξει το περιεχόμενο, την αλήθεια και την προέλευση των ειδήσεων που πρόκειται να δουν το φως της δημοσιότητας.

Keywords

AI generated
false statements regarding commercial business misleading advertising fraudulent bankruptcy nutrition claims financial disclosure principle of company name truthfulness
AI generated
356/2010
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, εκ παραδρομής του δόθηκε εσφαλμένη ενημέρωση για την εισηγητική έκθεση του εισηγητή.
333/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
201/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18043/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 734/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/11/2016 αίτησή του.
2244/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελική Πρόταση.
1508/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1265 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1265/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ... ΕΠΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ Ψ ΑΕ" που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μίντζηρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7050/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3283/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-7-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 11-3-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την α) αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου, δευτέρου, τρίτου και τετάρτου 9κατά το πρώτο μέρος του)λόγων της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και β) την απόρριψη της αναιρέσεως κατά τα λοιπά.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στη προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις των δυο προηγούμενων άρθρων (άρα και του 57), το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του τελευταίου. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Εξ άλλου και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζομένων σ' αυτό άυλων αγαθών.

Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ, προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (που υπέστη από την προσβολή), η οποία μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού. Δικαίωμα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει ο θιγόμενος και κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ, εφόσον η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας συνιστά και αδικοπραξία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ.

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 920 του Α.Κ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής (άρθρο 920 ΑΚ) πρέπει ο ενάγων όχι μόνο να αναφέρει στην αγωγή του, αλλά και να αποδείξει τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, ότι δηλαδή ο εναγόμενος διέδωσε ή υποστήριξε ειδήσεις με γνώση ή με υπαίτια άγνοια ότι ήταν αναληθείς.

Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγόμενου. Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "Ειδήσεις".

Επιπλέον, οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη. Ακόμη οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικά αναφερόμενα σε αυτή αγαθά του θιγόμενου φυσικού η νομικού προσώπου, γιατί δεν αρκεί η διαπίστωση ότι είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν σε κίνδυνο τα αγαθά αυτά, αυτός δε που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών.

Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. Έτσι από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, η αξίωση προς αποζημίωση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 59 ΑΚ ή του 914 ΑΚ ή του άρθρου 920 ΑΚ, καθώς και η ευθύνη του ιδιοκτήτη εντύπου σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου (αιτιώδους συνάφειας) μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της ζημίας.

Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά, όταν παραβιάζονται οι συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, είτε με θετική επέμβαση του προσβάλλοντος στο προστατευτέο πεδίο της προσωπικότητας του ατόμου, είτε με παράλειψη τηρήσεως των υποχρεώσεων αυτόν (όπως του καθήκοντος αληθείας). Η παράβαση των συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου συνιστά, κατ' αρχήν, αμελή και συνεπώς υπαίτια συμπεριφορά.

Όσον αφορά δε τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, αυτές αποτελούν τα εγγενή όρια της ελευθεροτυπίας, τα οποία εκφράζονται από τον συνταγματικό νομοθέτη στην επιφύλαξη "τηρώντας τους νόμους του κράτους", αλλά και στο άρθρο 10 εδάφιο 2 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης που προβλέπει τη δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.

Το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώνεται επίσης και στο άρθρο 19 παράγραφος 2 του Διεθνούς Συμφώνου για ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (νόμος 2462/1997). Η άσκηση όμως του παραπάνω δικαιώματος συνεπάγεται, σύμφωνα με την παραγρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, "πολιτικά καθήκοντα και ευθύνες" και επομένως υπόκειται σε περιορισμούς μεταξύ των οποίων είναι και ο σεβασμός τον δικαιωμάτων και της υπόληψης των άλλων.

Η μη τήρηση των αρχών που μετουσιώνονται στις συναλλαγματικές υποχρεώσεις του τύπου, χάριν της προστασίας της προσωπικότητας, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και θεμελίωση του παρανόμου χαρακτήρα της συμπεριφοράς, υπό την έννοια του άρθρου 914 του Α. Κ. Οι συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου προσδιορίζουν την συμπεριφορά την οποία οφείλει να επιδείξει ένας μέσος συνετός δημοσιογράφος, ο μέσος δηλαδή τυπικός εκπρόσωπος του τύπου και η παραβίαση τους συνιστά αμέλεια σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 330 εδάφιο 2.

Μία εκ των συναλλακτικών υποχρεώσεων που βαρύνουν τον τύπο είναι και το καθήκον αληθείας, το οποίο συνίσταται στην προκειμένη περίπτωση στην υποχρέωση ελέγχου της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων πριν από την δημοσίευση τους. Ο τύπος πρέπει να απέχει από διαστρεβλώσεις και παραποιήσεις, φήμες δε και υποθέσεις δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως γεγονότα.

Το καθήκον αληθείας θεμελιώνεται κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 2 §1, 14 §5 του Συντάγματος, 57, 59, 920, 288, 281, 914, 919, 932, Α. Κ. και 362, 363 και 365, του Ποινικού Κώδικα. Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι ο τύπος οφείλει να εξαντλεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, προκειμένου να ελέγξει το περιεχόμενο, την αλήθεια και την προέλευση των ειδήσεων που πρόκειται να δουν το φως της δημοσιότητας.

Η ανακρίβεια στην παρουσίαση της ειδήσεως είναι δυνατόν να συνίσταται στην μη πληρότητα, υπό την έννοια ότι παραλείπονται ουσιώδη στοιχεία και αποδίδεται παραποιημένη η εικόνα της πραγματικότητας. Ως παράβαση του καθήκοντος αληθείας θεωρείται και η μονομερής παρουσίας της. Έτσι, από τα πορίσματα μιας δημοσιογραφικής έρευνας ή το περιεχόμενο μιας ειδήσεως δεν πρέπει να παρουσιάζεται η αρνητική μόνο πλευρά, αλλά και θετικά στοιχεία.

Αποφασιστικό κριτήριο για την ακρίβεια μιας ειδήσεως δεν είναι η υποκειμενική γνώμη του δημοσιογράφου, αλλά η αντικειμενική εντύπωση του μέσου αμερόληπτου αναγνώστη. Κάθε φορά που αφορμή μιας κρίσης ή ενός σχόλιου είναι ένα πραγματικό γεγονός, όπως συμβαίνει συχνά, το καθήκον αληθείας με το παραπάνω περιεχόμενο και έκταση, επεκτείνεται και σε αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Στο φύλλο της 16-12-2001 της εβδομαδιαίας πολιτικής εφημερίδας με τον τίτλο "..., ιδιοκτησίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία (εφημερίδα) εκδίδεται στην ... και κυκλοφορεί σε όλη χώρα, δημοσιεύθηκε στην 8η σελίδα αυτής ανυπόγραφο δημοσίευμα, το οποίο ανέφερε ότι "...Ήδη, εκτός των μετοχοδανείων, που έχει πάρει (η εταιρεία) από την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, βάζοντας ενέχυρο μετοχές του ΔΟΛ, μετοχοδάνειο ύψους 20 δις, που δεν έχει γραφεί είχε πάρει και ο Ψ και από τη ΕURΟΒΑΝΚ! και δεν μπορεί να καλύψει την διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ της τιμής κτήσεως και της τωρινής τιμής στην οποία έχει κατρακυλήσει η μετοχή του ΔΟΛ!....".

Επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2001, η πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε χρηματοδοτηθεί από την τράπεζα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ κατά το συνολικό ποσό του ενός εκατομμυρίου εξακοσίων χιλιάδων (1.600.000) ευρώ, ποσό που όμως δεν καλυπτόταν από εγγυήσεις και λοιπές εμπράγματες ασφάλειες.

Για τα δύο παραπάνω δάνεια αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν χρησιμοποίησε την πρακτική της ενεχύρασης μετοχών της που ήταν εισηγμένες στο χρηματιστήριο, ως εγγύηση.

Συνεπώς, όσα πιο πάνω ισχυρίστηκε ο άγνωστος συντάκτης στο προαναφερόμενο μέρος του κειμένου που δημοσιεύθηκε και περιήλθαν σε γνώση των αναγνωστών της παραπάνω εφημερίδας είναι αναληθή, αφού, σύμφωνα με όσα πιο πάνω αποδείχτηκαν, η αναιρεσίβλητη εταιρεία αποδείχθηκε ότι είχε πάρει δάνειο από την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ύψους 1.600.000 ευρώ κατά τον κρίσιμο χρόνο που έλαβε χώρα το πιο πάνω δημοσίευμα, χωρίς όμως να δοθεί εγγύηση με ενεχύραση των μετοχών της (εταιρείας), οι οποίες είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο.

Ακόμη, αποδείχτηκε ότι ο συνολικός δανεισμός της αναιρεσίβλητης εταιρείας για την εταιρική χρήση από 1 Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 2001 ανήλθε στο ποσό των 4.823.513.000 δραχμών ή στο ποσό των 14.155.579,43 ευρώ. Επίσης (συνεχίζει το Εφετείο) αποδείχτηκε ότι, ο εκδότης και ο διευθυντής συντάξεως της παραπάνω εφημερίδας, οι οποίοι έχουν την προσωπική ευθύνη, καθώς έχουν τη φροντίδα για τη διεύθυνση του εντύπου και των κειμένων την επιλογή αντίστοιχα και θεωρούνται προστηθέντες της αναιρεσείουσας εταιρείας, ιδιοκτήτριας της ανωτέρω αναφερόμενης εφημερίδας, αγνοούσαν υπαίτια την αναλήθεια των παραπάνω περιστατικών, επειδή δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη από τις συναλλαγές επιμέλεια, επέλεξαν δε και επέτρεψαν την δημοσίευση του επίμαχου δημοσιεύματος, (που είχε συνταχθεί από άγνωστο συντάκτη) στο πλαίσιο των καθηκόντων που είχαν από τις παραπάνω ιδιότητές τους, παραβιάζοντας έτσι τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου.

Πιο συγκεκριμένα, η αμελής συμπεριφορά (υπαίτια άγνοια) των παραπάνω προστηθέντων της αναιρεσείουσας εταιρείας αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αυτοί είχαν την δυνατότητα να ελέγξουν την αλήθεια και την ακρίβεια των όσων ανέφερε στο επίμαχο δημοσίευμα ο άγνωστος συντάκτης για τον δανεισμό της αναιρεσίβλητης εταιρείας, αψηφώντας τον ισολογισμό του 2001 που κάλυπτε την εταιρική χρήση από 1 Ιανουαρίου έως 20 Σεπτεμβρίου 2001 της αναιρεσίβλητης εταιρείας από τον οποίο θα μπορούσαν να διαπιστώσουν πιο ήταν το πραγματικό ύψος του δανεισμού της κατά τον επίμαχο χρόνο που έλαβε χώρα το δημοσίευμα.

Περαιτέρω, για το αν είχε συσταθεί ή όχι ενέχυρο σε μετοχές της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ως εγγύηση των δανείων που είχε λάβει η τελευταία, οι παραπάνω προστηθέντες της αναιρεσείουσας εταιρείας μπορούσαν να εξακριβώσουν την αλήθεια της παραπάνω είδησης, αν έλεγχαν τις στήλες των εντύπων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, προκειμένου να διαπιστώσουν αν η σύσταση ενεχύρου, που ισχυριζόταν ο άγνωστος συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος ότι έχει γίνει σε μετοχές της αναιρεσίβλητης εταιρείας, έχει γνωστοποιηθεί μέσω αυτών, αφού για το έγκυρο της σύστασης εμπραγμάτου δικαιώματος επί μετοχών εκδοτικής επιχείρησης καθιερώνεται υποχρεωτική διαδικασία δημοσιότητας επί ποινή ακυρότητας της σύστασης σε περίπτωση παράλειψης της (άρθρο 24 παραγρ. 4 του Νόμου 1746/1986).

Επομένως, οι ανωτέρω αναφερόμενοι προστηθέντες, με την παραπάνω αμελή συμπεριφορά τους, η οποία κατά τα ανωτέρω συνίσταται στο ότι παραβίασαν τις συναλλακτικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον τύπο, δεν τήρησαν το καθήκον αληθείας, σύμφωνα με το οποίο όφειλαν να εξαντλήσουν όλα τα μέσα που είχαν στην διάθεση τους προκειμένου να ελέγξουν το περιεχόμενο, την αλήθεια και την προέλευση της συγκεκριμένης είδησης που είδε το φως της δημοσιότητας.

Έκρινε δε το Εφετείο ότι από τα ανωτέρω σαφώς αποδείχτηκε η παράνομη συμπεριφορά του αγνώστου συντάκτη του επίμαχου δημοσιεύματος, καθώς και η υπαιτιότητα των προστηθέντων της αναιρεσείουσας εταιρείας, ότι τα παραπάνω στοιχεία θεμελιώνουν την αντικειμενική ευθύνη για το επίμαχο δημοσίευμα της αναιρεσείουσας εταιρείας, ιδιοκτήτριας της εφημερίδας, στην οποία δημοσιεύθηκε αυτό, αφού η ευθύνη της οφείλεται στο γεγονός ότι η ίδια έχει ορίσει τον εκδότη και διευθυντή της εφημερίδας της και τους έχει έτσι καταστήσει υπευθύνους απέναντι στους τρίτους για την τήρηση και τον έλεγχο των συναλλακτικών υποχρεώσεων.

Ότι η κρίση του αυτή (Εφετείου) ενισχύεται και από το γεγονός ότι στην εφημερίδα της αναιρεσείουσας εταιρείας στο φύλλο της 13ης 1 - 2002 στην σελίδα οκτώ δημοσιεύθηκε δημοσίευμα, στο οποίο περιέχεται η διάψευση της αναιρεσίβλητης εταιρείας σε σχέση με το επίμαχο δημοσίευμα όπου όμως ο συντάκτης αυτού μετά την απάντηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας συμπληρώνει επί λέξει "Παρά της αντίθετες επίμονες φήμες που κυκλοφορούν στην πιάτσα...", γεγονός από το οποίο σαφώς προκύπτει ότι όσα περιελήφθησαν στο επίμαχο δημοσίευμα σχετικά με τον δανεισμό και την ενεχύραση μετοχών της αναιρεσίβλητης εταιρείας στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο σε φήμες, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να παρουσιάζονται σαν γεγονότα και ότι από τις παραπάνω αναληθείς ειδήσεις που περιείχε το προαναφερόμενο δημοσίευμα δημιουργήθηκαν δυσμενείς παραστάσεις στους τρίτους και ειδικότερα σε εκείνους με τους οποίους σχετίζεται οικονομικά ή επαγγελματικά η αναιρεσίβλητη εταιρεία.

Αποτέλεσμα δε των ανωτέρω ήταν να υποστεί ηθική βλάβη η αναιρεσίβλητη από το σε βάρος της ανέλεγκτο δημοσίευμα, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζει αν κινδύνευσαν η εμπορική πίστη, η επαγγελματική υπόσταση ή το εμπορικό μέλλον της αναιρεσίβλητης, ούτε εξειδικεύει τον κίνδυνο στον οποίο τα ως άνω στοιχεία εκτέθηκαν. Η δε παραδοχή του, ότι από τις αναληθείς ειδήσεις που περιείχε το επίμαχο δημοσίευμα δημιουργήθηκαν δυσμενείς παραστάσεις στους τρίτους και ειδικότερα σε εκείνους με τους οποίους σχετίζεται οικονομικά ή επαγγελματικά ή αναιρεσίβλητη εταιρεία, ενέχει αοριστία και ελλείψεις, διότι δεν καθορίζονται οι δυσμενείς αυτές παραστάσεις, ούτε αναφέρεται ποιοι ήσαν εκείνοι (τρίτοι) με τους οποίους σχετίζεται οικονομικά ή επαγγελματικά η αναιρεσίβλητη και τέθηκε σε κίνδυνο η εμπορική πίστη και επιχειρηματική λειτουργία αυτής, ούτε ακόμη προσδιορίζεται η υλική ζημία που υπέστη η αναιρεσίβλητη, δηλαδή η συγκεκριμένη βλάβη και το μέγεθός της.

Επίσης, ενώ δέχεται ότι το συνολικό ποσό των 1.600.000 ευρώ κατά το οποίο χρηματοδοτήθηκε η αναιρεσίβλητη από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ, δεν καλύπτονταν από εγγυήσεις και λοιπές εμπράγματες ασφάλειες και δεν χρησιμοποιήθηκε από την αναιρεσίβλητη η πρακτική της ενεχύρασης μετοχών της για το παραπάνω δάνειό της από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ, εν συνεχεία δέχεται αντιφατικά ότι ο συνολικός δανεισμός της αναιρεσίβλητης για την εταιρική χρήση από 1-1-2001 έως 31-12-2001 ανήλθε στο ποσό των 4.823.513.000 δραχ.

ή 14.155.579,43 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζεται αν το ποσό αυτό δανείου έχει ληφθεί από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ ή άλλο δανειστή και με την πρακτική της ενεχύρασης των εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών της αναιρεσίβλητης και αν και πότε επεστράφησαν τα δάνεια αυτά. Έτι περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι ο χρόνος έκδοσης της από 8-6-2005 επιστολής της ALPHA BANK και του από 31-12-2001 ισολογισμού της αναιρεσίβλητης είναι μεταγενέστερος του επίμαχου δημοσιεύματος, εν τούτοις δέχεται ότι οι προστηθέντες από την αναιρεσείουσα, εκδότης και διευθυντής, είχαν τη δυνατότητα να διαπιστώσουν από τον ισολογισμό του 2001 το πραγματικό ύψος του δανεισμού της αναιρεσίβλητης κατά τον επίμαχο χρόνο που έλαβε χώρα το δημοσίευμα.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. καταλογίζεται στο Εφετείο αληθώς η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3283/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο (2.000) χιλιάδες Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ