Supreme Court dismisses appeal against port authority ruling allowing private fuel terminal use without mandatory union labor.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 86 heirs against a multi-member first-instance court ruling regarding port operations. The heirs argued that the port companies violated labor regulations by using their own personnel and machinery for fuel transfers without mandatory union involvement or specific administrative permits. The court held that the companies legally possessed the right to use their own resources and that the existing administrative license did not require prior authorization for employing private staff, thus upholding the lower court's decision as legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 of PD 4/1932; Art. 14 of Law 5167/1932: The port authority ruling allowing companies to use their own personnel and machinery for cargo operations without mandatory union labor or prior administrative license is valid and does not violate general public interest or common ownership of the harbor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1265 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1265/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ... έως και 86) Χ86, κατοίκου ..., ως κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός ... . Όλοι τους (σύνολο 86) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπανικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SHELL HELLAS A.E.", η οποία εδρεύει στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "BP HELLAS A.E.", η οποία εδρεύει στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κρεμαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-4-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 10-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως των Χ1, Χ2, κ.λ.π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 228/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της και καθένας από αυτούς, την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1 του Π.Δ. 4|9 Μαρτίου 1932, "περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των Ν. 3459|1928 και 5167|1931 περί ρυθμίσεως των εις τους λιμένας φορτοεκφορτωτικών εργασιών", "εις τα εκφορτώσεις εμπορευμάτων εις τους διαφόρους λιμένας του κράτους, απαγορεύεται η εργασία εις εργάτας, μη εφωδιασμένους δι' αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτού (δηλαδή διά βιβλιαρίου επαγγελματικής ταυτότητος).
Ως φορτοεκφορτωταί νοούνται τα πρόσωπα, τα επί μισθώ ή επί αμοιβή, κατά μονάδα εργασίας προσλαμβανόμενα παρά των εργολάβων φορτοεκφορτώσεων, των πρακτόρων εμπορικών πλοίων ή και παρά παντός φορτωτού, προς διενέργειαν α) μεταφοράς, φορτώσεως ή παραδόσεως εμπορευμάτων και διαφόρων άλλων ειδών, εκ των προκυμαιών και των επ' αυτών αποθηκών, εργοστασίων ή καταστημάτων εις φορτηγίδας ή πλοία ή από φορτηγίδας ή πλοίου εις φορτηγίδα ή πλοίον και β) εκφορτώσεως και παραλαβής ή μεταφοράς εμπορευμάτων και διαφόρων άλλων ειδών εκ των πλοίων ή φορτηγίδων εις πλοία ή φορτηγίδας ή εκ τούτων εις τους τελωνειακούς χώρους ή προκυμαίας ή εις τας υπ' αυτών αποθήκας, εργοστάσια ή καταστήματα, κατά δε το άρθρο 13 του νόμου αυτού, "εφεξής η ισχύς των διατάξεων του παρόντος περιορίζεται εις μόνους τους λιμένας, ων ο πληθυσμός δεν είναι κατώτερος των 20.000 κατοίκων...".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1254|1949 "ως φορτοεκφορτωτική εργασία ξηράς νοείται η εκ του σημείου εναποθέσεως ή αποθηκεύσεως παντός προς μεταφοράν ή μετακίνησιν εμπορεύματος ή είδους φόρτωσις επί οιουδήποτε μεταφορικού μέσου, η εκ τούτου εκφόρτωσις εις αποθήκας, εργοστάσια, καταστήματα και λοιπά σημεία και σταθμούς αποθέσεως ή αποθηκεύσεως των ειδών τούτων και τανάπαλιν.
Προσέτι η παρ' αυτών τούτων των εργατών μεταφορά των εν λόγω ειδών ως και η στοιβασία, ζύγισις, ταξινόμησις και διαλογή αυτών, οσάκις απαιτείται να ενεργηθή αύτη. Αι κατά την παρ. 1 του παρόντος φορτοεκφορτωτικαί εργασία, αι πραγματοποιούμεναι εις χώρους κοινής χρήσεως, διενεργούνται αποκλειστικώς παρ' εργατών, εφωδιασμένων δι' επαγγελματικού βιβλιαρίου φορτοεκφορτωτού ξηράς".
Περαιτέρω, με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου αυτού (όπως η παρ. 2 αντικ. δια του άρθρου 7 Ν. 1082|1980) ορίζεται η έννοια των "κοινοχρήστων χώρων" (οι χαρακτηριζόμενοι από τα άρθρα 966 και 967 Α.Κ. καθώς και οι χώροι, των οποίων η κατά προορισμό χρήση συνίσταται στη συγκέντρωση, εναπόθεση και αποθήκευση ή αποταμίευση πάσης φύσεως αγαθών και των οποίων -χώρων- τη χρήση έχουν το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι Γεωργικοί Συνεταιρισμοί κ.λπ.) Σύμφωνα, επίσης, με την παρ. 7 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 1082|1980, "επιφυλασσομένων των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του παρόντος, αι ιδιωτικαί επιχειρήσεις δύνανται να διενεργούν τας διά τας ανάγκας των φορτοεκφορτώσεις εντός των επαγγελματικών των χώρων και εγκαταστάσεων, δι' ιδίων εργατικών δυνάμεων, εφόσον απασχολούν, δυνάμει συμβάσεως εργασίας, επαρκή διά την αιτίαν αυτήν αριθμόν εργατών.
Προς τούτο αποφαίνεται δι' αποφάσεώς της η αρμοδία κατά τόπον Επιτροπή Ρυθμίσεως Φορτοεκφορτώσεων, επί τη αιτήσει της επιχειρήσεως, υποβαλλομένης εντός εξ μηνών από τη προσλήψεως του τοιούτου προσωπικού". Οι διατάξεις, όμως, αυτές, που επιβάλλουν απαγόρευση φόρτωσης και εκφόρτωσης εμπορευμάτων μέσα σε λιμάνια, σε εργάτες, που δεν έχουν εφοδιασθεί με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή και τίθεται υπό την προϋπόθεση παροχής ειδικής αδείας η απευθείας διενέργεια των ως άνω εργασιών, εφόσον η εργοδότρια επιχείρηση έχει τα αναγκαία μηχανικά ή επαγγελματικά μέσα, έρχονται σε αντίθεση με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της ελευθερίας, προς συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και του δικαιώματος προς εργασία (άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), συνεπαγόμενες συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων.
Τούτο, όμως, συμβαίνει μόνο κατά το μέρος, που οι ως άνω διατάξεις αποκλείουν την διεξαγωγή από τις επιχειρήσεις των δικών τους φορτοεκφορτωτικών εργασιών με δικούς τους εργάτες και φορτοεκφορτωτικά μέσα, οι οποίες (εργασίες φορτοεκφορτώσεως) εκτελούνται σε χώρους των επαγγελματικών τους εγκαταστάσεων.
Αντίθετα, αν οι εργασίες φορτοεκφορτώσεως εμπορευμάτων εκτελούνται σε χώρους κοινής χρήσεως, όπως αυτοί ανωτέρω προσδιορίζονται, τότε αυτές πρέπει, κατά νόμο, να γίνονται από τους έχοντες με σχετική άδεια εφοδιασθεί εργάτες, κατά τα ανωτέρω (Ολ. Α.Π.590|1983, ολ.Α.Π.234|1979, Α.Π. 696|2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του Συντάγματος "με νόμο ρυθμίζονται τα σχετικά με την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση και διαχείριση των λιμνοθαλασσών και των μεγάλων λιμνών ...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ "πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών".
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 967 ΑΚ "πράγματα κοινής χρήσης είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους". Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 969, 970, 971 και 1054 ΑΚ στα κοινόχρηστα πράγματα, τα οποία ανήκουν στο δημόσιο, αν δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, μπορούν να αποκτηθούν με παραχώρηση της αρχής κατά τους όρους του νόμου ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, εφόσον με τα δικαιώματα αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση, ενώ αποβάλλουν την ιδιότητά τους αυτή (εκτός συναλλαγής) από τότε που έπαψε ο προορισμός τους για την κοινή χρήση ή για δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό ή θρησκευτικό σκοπό (Α.Π. 1033|2000).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 967, 968 Α.Κ. και 1 του Ν. 2971/2001 "περί αιγιαλού και παραλίας" προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της. Αποτελεί φυσική δημόσια κτήση, αφού δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας, αλλά προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα (ΣτΕ 491/1973, 3814/1977, ΑΠ 546/1978 ΝοΒ 27,389) και είναι πράγμα κοινόχρηστο ανήκον στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκει σε Δήμο ή Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει άλλως, με κύριο δεδομένο προορισμό την εξυπηρέτηση της επικοινωνίας από και προς τη θάλασσα.
Υπό το ισχύον δίκαιο ουδέποτε χωρεί εκποίηση ή κατ` άλλον τρόπο απόκτηση κυριότητας επί του αιγιαλού. Μόνο παραχώρηση της χρήσης του αιγιαλού δύναται να λάβει χώρα υπό τους περιορισμούς των συνδυαζομένων άρθρων 970 του Α.Κ και 13 Ν. 2971/2001, κατά τα οποία είναι δυνατή η παραχώρηση ιδιαιτέρων δικαιωμάτων επί κοινοχρήστων πραγμάτων, κατά τους όρους του νόμου, μόνον εάν και εφόσον και μετά την παραχώρηση εξακολουθεί να εξυπηρετείται ή τουλάχιστον να μην αναιρείται η κατά τον προορισμό του πράγματος κοινή του χρήση (ΣτΕ 1377/1971, 2799/1972 Ε.Δ.Δ.Δ. 16, 380, Σ.τ.Ε. 61/1974 Ε.Δ.Δ.Δ. 18, 248).
Ειδικότερα για τον αιγιαλό, η παραχώρηση ιδιαιτέρων δικαιωμάτων γίνεται με ατομικές, μονομερείς και προσωποπαγείς πράξεις της αρμόδιας αρχής κατ` ενάσκηση δημόσιας εξουσίας (ΑΠ 1331/1980 ΝοΒ 29,668), υπό τον περιορισμό να μη βλάπτεται το φυσικό περιβάλλον, να μην περιορίζεται η έκταση της θαλάσσιας λωρίδας, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους λουόμενους και να μην παρεμποδίζεται η από το ευρύ κοινό απόλαυση της θάλασσας, που αποτελεί αγαθό κοινό σε όλους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Ότι η πρώτη από τις εναγόμενες εταιρείες, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, προέβη στην κατασκευή εγκαταστάσεως αποθήκευσης υγρών καυσίμων στην περιοχή του όρμου τσιμέντων ...
και ήδη από το 1950, δυνάμει της υπ' αριθμ. Ε.7867|7-9-1950 αδείας του Υπουργού Οικονομικών, κατασκεύασε με δικές της δαπάνες, στη θαλάσσια περιοχή, έμπροσθεν των χερσαίων εγκαταστάσεών της, προβλήτα, μαζί με τις αναγκαίες σωληνώσεις, την οποία θα χρησιμοποιούσε αποκλειστικά και μόνο για τη διακίνηση υγρών καυσίμων.
Μέσω της προβλήτας αυτής μεταφέρονταν και μεταφέρονται από πλοία, που προσδένουν σ' αυτή, υγρά καύσιμα με μηχανικά μέσα, με τις υπάρχουσες σωληνώσεις, που διέρχονται κάτω από την εθνική οδό ... - ..., στο χώρο των δεξαμενών των χερσαίων εγκαταστάσεών της και, στη συνέχεια, διοχετεύονται σε πρατήρια πωλήσεως.
Σε αντάλλαγμα για το δικαίωμα χρήσεως της εν λόγω προβλήτας, αρχικά η πρώτη εναγομένη και, στη συνέχεια, η αποτελούμενη από τις δύο εναγόμενες εταιρείες κοινωνία, καταβάλλει μηνιαία αποζημίωση στο Λιμενικό Ταμείο ... . Έτσι, με την προμνησθείσα άδεια, η οποία ουδέποτε ακυρώθηκε, παραχωρήθηκε στην κοινωνία δικαίου των εναγομένων το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης της εν λόγω προβλήτας, που κατασκευάσθηκε με δαπάνες της πρώτης εναγομένης, με σκοπό τη διακίνηση, μέσω αυτής, υγρών καυσίμων, ήτοι παραχωρήθηκε ιδιωτικό δικαίωμα, το οποίο επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου συμφέροντος, δηλαδή αυτού της διακίνησης ενεργειακών πόρων στην ευρύτερη περιοχή, με αυτή δε ουδόλως αναιρείται η κοινή χρήση του λιμένος ή του αιγιαλού, καθόσον η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης της προβλήτας από την κοινωνία των εναγομένων δεν μεταβάλει τον χαρακτήρα του τμήματος αυτού του λιμένος, ως κοινοχρήστου πράγματος ούτε δημιουργεί για τις υπέρ των οποίων η παραχώρηση επιχειρήσεις δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού, αλλά απλώς αναγνωρίζει σε αυτές το δικαίωμα να πραγματοποιούν, μόνον αυτές, εκφορτώσεις υγρών καυσίμων από πλοία που προσδένουν στην προβλήτα.
Συνεπώς, η κατασκευασθείσα από την πρώτη εναγομένη εταιρεία προβλήτα, αποτελούσε και αποτελεί χώρο της επαγγελματικής εγκατάστασης αυτής, συνεχόμενο με τις λοιπές χερσαίες εγκαταστάσεις της...". Με βάση τα ανωτέρω, το δικαστήριο δέχθηκε : α) ότι οι εναγόμενες εταιρείες είχαν το δικαίωμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 Ν. 5167|1932, να χρησιμοποιούν δικά τους μηχανικά μέσα και προσωπικό, για τη διενέργεια των εκφορτώσεων αυτών, β) ότι δεν ήταν υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν, αποκλειστικά και μόνο, για τις εργασίες αυτές τους ενάγοντες-μέλη του νόμιμα συνεστημένου Επαγγελματικού Σωματείου Φορτοεκφορτωτών Λιμένος Βόλου και γ) ότι, για την χρησιμοποίηση δικού τους προσωπικού, για τη διενέργεια των εκφορτώσεων αυτών δεν ήταν υποχρεωμένες να εφοδιασθούν προηγουμένως με σχετική άδεια της Διοίκησης.
Έτσι, όπως έκρινε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο και υπό τις άνω παραδοχές, ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ.4|1932, με το οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις των Ν.3459|1928 και 5167|1931, "περί ρυθμίσεως των εις τους λιμένας φορτοεκφορτωτικών εργασιών", του Ν. 2971|2001, "περί αιγιαλού και παραλίας" και άρθρων 967, 969, 970, 971 και 1054 Α.Κ.
εφήρμοσε, κατά τα στη μείζονα πρόταση της παρούσας ειδικότερα εκτιθέμενα και, συνεπώς η ένδικη αίτηση, με την οποία και με το σύνολο των λόγων αυτής, στηριζομένων στο άρθρο 560 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ., τα αντίθετα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση των Χ1, Χ2, κ.λπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 228|2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ