1265/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1265/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ίδιο ισχύει και για τη μεταβολή της θέσης, στην οποία ασκείται έως τώρα στο ακίνητο η δουλεία, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1132 ΑΚ, αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας και, όταν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι, ο καθένας από αυτούς, έχει δικαίωμα, σε περίπτωση προσβολής, να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1265 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1265/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 , 2. Χ2 και 3) Χ3 . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάντεση-Θανασούλα και οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο παραπάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΚΑΓΙΑ ΡΟΥΑΓΙΑΛ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαστιχάρι Δήμου Ηρακλειδών Κω, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μαντζουράνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 92/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-10-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 16-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
l.
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1128 ΑΚ, ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου δικαιούται να απαιτήσει, έναντι προκαταβολής της απαιτουμένης δαπάνης, να μεταβληθεί ο τρόπος, που ασκείται η δουλεία, αν ο οικονομικός της σκοπός πραγματοποιείται εξίσου με αυτή τη μεταβολή και ο έως τώρα τρόπος της ασκήσεώς της είναι γι' αυτόν ιδιαίτερα επαχθής.
Το ίδιο ισχύει και για τη μεταβολή της θέσης, στην οποία ασκείται έως τώρα στο ακίνητο η δουλεία, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1132 ΑΚ, αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας και, όταν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι, ο καθένας από αυτούς, έχει δικαίωμα, σε περίπτωση προσβολής, να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον.
Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Το δικαίωμα της προηγουμένης παραγράφου δεν παρέχεται, αν εκείνος, που έκανε την προσβολή, ενέργησε δυνάμει δικαιώματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Από το συνδυασμό των δύο πρώτων από τις παραπάνω διατάξεις, που προβλέπουν η μεν πρώτη (άρθρ. 1128 ΑΚ) το δικαίωμα του κυρίου του δουλεύοντος ακινήτου να ζητήσει μεταβολή του τρόπου ασκήσεως της δουλείας και τις σχετικές προϋποθέσεις, η δε δεύτερη (άρθρ. 1132 Α.Κ.) τον τρόπο προστασίας του έχοντος δικαίωμα πραγματικής δουλείας, προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ προκύπτει ότι, ανεξαρτήτως του πιο πάνω δικαιώματος του κυρίου του δουλεύοντος ακινήτου να επιδιώξει, με βάση της διάταξη του άρθρου 1128 ΑΚ, την αλλαγή του χώρου ασκήσεως της βαρύνουσας το ακίνητό του δουλείας (εντός πάντοτε των ορίων του ακινήτου του), δεν αποκλείεται, οπωσδήποτε, και η προβολή από αυτόν της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως.
Κατά την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρ. 281 ΑΚ) το δικαίωμα ασκήσεως πραγματικής δουλείας από τον εκάστοτε κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου, θεωρείται ότι γίνεται καταχρηστικώς και για το λόγο αυτό απαγορεύεται η άσκησή του, όταν από την όλη συμπεριφορά του δικαιούχου και την πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, γίνεται φανερό ότι η συνέχιση ασκήσεως της πραγματικής δουλείας, κατά τον ασκούμενο μέχρι τούδε τρόπο και προκειμένου περί ασκήσεως δουλείας διόδου από την ίδια εδαφική λωρίδα του δουλεύοντος ακινήτου, υπερβαίνει προφανώς πλέον τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Σε μια τέτοια περίπτωση, δηλαδή, μπορεί ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου να επιδιώξει με αγωγή (και προφανώς και με ένσταση) τη δικαστική αναγνώριση της καταχρηστικής, από τον κύριο του δεσπόζοντος, ασκήσεως της δουλείας και από το λόγο αυτό να ζητήσει την, υπό τις περιστάσεις αυτές, απαγόρευση ασκήσεως αυτής στο μέλλον κατά τον ίδιο τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του ...... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κω Νικολάου Καβουκλή, νομίμως μεταγραφέντος, ο πρώτος των εναγόντων Χ1 έγινε (μετά και το θάνατο του πατέρα του Χ ) κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού, εκτάσεως 30.200 τ.μ.
κείμενου στη θέση........και συνορευόμενου.......Στη συνέχεια με τα ...... και ..........του 2001 συμβόλαια του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκαν, ο Χ1 μεταβίβασε σε καθεμία από τις δύο άλλες ενάγουσες,Χ2 και Χ3 , την αποκλειστική κυριότητα επί του ανωτέρω ακινήτου, κατά ποσοστό 20% και την ψιλή κυριότητά του κατά ποσοστό 30%.......Η εναγομένη ΑΕ "ΓΚΑΓΙΑ ΡΟΥΑΓΙΑΛ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", απέκτησε, δυνάμει του ........
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κω Νερατζούλας Κιτρίνα, μεταγεγραμμένου, την αποκλειστική κυριότητα του όμορου στο ακίνητο των εναγόντων, αγρού, περί του οποίου η κτηματολογική μερίδα (ΚΜ) ....... γαιών ....., ο οποίος (αγρός) συνορεύει, γύρωθεν και εν όλω, με τις κτηματολογικές μερίδες ......, ......., ......, ..... και ......
Το ανωτέρω ακίνητο των εναγόντων είναι παντελώς περίκλειστο και για το λόγο τούτον, προκειμένου ο δικαιοπάροχος του πρώτου ενάγοντος, αρχικώς, και ο ίδιος μεταγενέστερα, να μεταβαίνουν σε αυτό από τη κεντρική κοινοτική οδό, που διέρχεται από την περιοχή και καταλήγει στην παραλία, χρησιμοποιούσαν, τουλάχιστον από το έτος 1950 ο πρώτος και από το έτος 1956 ο δεύτερος, δίοδο η οποία, διασχίζουσα τη βόρεια πλευρά του ακινήτου υπό την ΚΜ 1049 και τη δυτική πλευρά του ακινήτου υπό την ΚΜ .....(ιδιοκτησίας της εναγομένης), κατέληγε στη νότια πλευρά του ακινήτου τους.
Η δίοδος αυτή είχε μήκος 230 περίπου μέτρα και πλάτος 3 περίπου μέτρα, χρησιμοποιούνταν δε από τον πρώτο ενάγοντα, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για διάστημα περίπου 45 ετών, προκειμένου να μεταβαίνει αυτός, στην αρχή πεζός και στη συνέχεια με όχημα, στο ακίνητό του και να το καλλιεργεί........ χωρίς την οποιαδήποτε αντίδραση των ιδιοκτητών των βεβαρημένων ακινήτων......και έτσι προκύπτει ότι ο δρόμος, τον οποίο χρησιμοποιούσαν για όλα αυτά τα χρόνια οι ενάγοντες, προκειμένου να μεταβαίνουν στον αγρό τους είναι ο προπεριγραφόμενος........Με βάση τα ανωτέρω, λοιπόν, προκύπτει ότι υπέρ του ακινήτου των εναγόντων και σε βάρος, μεταξύ των άλλων ακινήτων και σε αυτό της εναγόμενης, είχε συσταθεί δουλεία διόδου, επί της προπεριγραφείσας οδού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Η εναγόμενη, κατά το έτος 2001, προέβη, εντός των ορίων της ιδιοκτησίας της, στη διαπλάτυνση του δρόμου αυτού κατά τρία (3) μέτρα περίπου και στην ασφαλτόστρωσή του και παράλληλα τοποθέτησε, στο σημείο, στο οποίο συνορεύει με την ιδιοκτησία των εναγόντων, πόρτα, αποκλείοντας την προς αυτήν πρόσβαση πεζών και οχημάτων.
Αντίθετα προς όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η ανωτέρω δίοδος, η οποία εξυπηρετούσε το ακίνητό τους, απέκτησε χαρακτήρα κοινόχρηστης οδού, καθώς ακόμη και αν υποτεθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε πράγματι σιωπηρή παραίτηση των κυρίων των βεβαρημένων ακινήτων από την κυριότητά τους επί των επιδίκων εδαφικών λωρίδων, οι οποίες αποτελούν την επίδικη οδό, οι οποίοι (ιδιοκτήτες) από το έτος 1950 και ένθεν κατέλιπαν αυτήν στην κοινή χρήση χωρίς ποτέ να εναντιωθούν, η παραίτησή τους αυτή δεν περιβλήθηκε, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε, το συμβολαιογραφικό τύπο και δεν μεταγράφηκε, γεγονός, που άλλωστε συνομολογείται και από τους ενάγοντες......Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι στις 8-5-2002, σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, μετά από αίτηση της εναγόμενης, συγχωνεύθηκε στην κτηματολογική μερίδα υπό τον αριθμό ....
Γαιών ....η όμορη κτηματολογική μερίδα με αριθμό ....., επίσης της δικής της ιδιοκτησίας (βλ. προσκομιζόμενο αντίγραφο της ΚΜ .....). Κατόπιν τούτου, η εναγόμενη έγινε κυρία μίας ενιαίας πλέον εκτάσεως, συνολικού εμβαδού εξήντα τριών περίπου στρεμμάτων, η οποία, όμως, τέμνεται στην πράξη, από την ανωτέρω οδό, σε δύο επιμέρους τμήματα.
Η εναγόμενη εταιρία στο ενιαίο αυτό ακίνητο έχει ανεγείρει πολυτελή ξενοδοχειακή μονάδα, εξακοσίων εβδομήντα έξι κλινών, στην οποία υπάρχουν επίσης γήπεδα αντισφαίρισης και κολυμβητικές δεξαμενές προς χρήση από τους φιλοξενούμενους τουρίστες. Είναι λοιπόν πρόδηλο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη, ότι η ύπαρξη της επιδίκου οδού στο μέσο της ενοποιημένης πλέον ιδιοκτησίας της εναγόμενης, από την οποία μπορούν να διέρχονται ελεύθερα πεζοί και οχήματα χωρίς κανένα περιορισμό, μειώνει την εμπορική αξία της και την υποβαθμίζει αισθητικά.
Επιπλέον, με βάση το Π.Δ. 43/2002, δε χορηγείται έγκριση καταλληλότητας οικοπέδου για τη δημιουργία σε αυτό ξενοδοχείου, εφόσον το οικόπεδο αυτό βαρύνεται με δουλεία διόδου, παρά μόνο αν η θέση της διόδου καθορισθεί με συμβολαιογραφική πράξη στο άκρο του οικοπέδου και απομονωθεί με περίφραξη. Προς τούτο, λοιπόν, και μετά την αναγνώριση της δουλείας διόδου επί του ακινήτου της εναγομένης δυνάμει της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την με αριθμό πρωτ. .....
απόφαση της Δ/νσης Τουρισμού Ν. Δωδεκανήσου απορρίφθηκε, αρχικώς, η καταλληλότητα αυτού για τη χορήγηση αδείας ξενοδοχείου, ενώ στη συνέχεια, δυνάμει νεότερης αποφάσεως της αυτής υπηρεσίας (βλ. σχετικά προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 4511/2004 απόφαση) ο σχετικός φάκελος για την αδειοδότηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης της εναγόμενης τέθηκε σε εκκρεμότητα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως επί της κρινόμενης αγωγής.
Η εναγόμενη κατασκεύασε στην ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας της, όπου συνορεύει με υπάρχον ρέμα, δρόμο πλάτους 5,70 μέτρων, τον οποίο έχει ασφαλοστρώσει, προκειμένου να παραχωρήσει σε αυτόν δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου των εναγόντων και ο οποίος δρόμος, διατρέχοντας ολόκληρη σχεδόν την ανατολική πλευρά της ΚΜ .....
και τη βόρεια πλευρά της ΚΜ ...., καταλήγει και πάλι στον κεντρικό δημοτικό δρόμο, που οδηγεί στην παραλία, όπως ακριβώς και ο επίδικος (δρόμος). Με δήλωσή της περιληφθείσα στις προτάσεις της και καταχωρηθείσα και στα ταυτάριθμα, με την εκκαλουμένη, πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσφέρθηκε στην παροχή διόδου στους ενάγοντες δια του δρόμου τούτου.
Τη δήλωση αυτή μάλιστα, ο εκπρόσωπος της εναγόμενης, ......., επανέλαβε και προς τις αρμόδιες Υπηρεσίες και συγκεκριμένα το Δήμο Ηρακλειδών, όπως προκύπτει και από το με αριθμό πρωτ. ....... έγγραφο του Δήμου προς το Τμήμα Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Ν. Αιγαίου. Προκειμένου να κατασκευάσει τον ανωτέρω δρόμο, υπέβαλε σχετική μελέτη για τον καθορισμό των ορίων της κοίτης του ρέματος, με το οποίο συνορεύει, η οποία (μελέτη) όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο με αριθμό πρωτ. ......
έγγραφο της Δ/νσης Υποδομών και Τεχνικών Έργων της Ν.Α. Δωδεκανήσου έχει θεωρηθεί και εγκριθεί, παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι ενάγοντες, οι οποίοι, προκειμένου να αρνηθούν την ανωτέρω γενόμενη προσφορά, υποστηρίζουν ότι ο δρόμος αυτός κατασκευάσθηκε μετά από κατάληψη και πρόσχωση του ρέματος και έχει πρόβλημα στατικότητας.
Με βάση όλα τα παραπάνω, ήτοι, αφενός μεν τις δυσβάσταχτες οικονομικές συνέπειες, που δημιουργεί στην εναγόμενη η αναγνώριση δικαιώματος δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου των εναγόντων δια της οδού, που διέρχεται από το μέσο της ιδιοκτησίας της, η οποία συνεπάγεται αυτομάτως οριστικό κλείσιμο της επιχείρησής της, αφετέρου δε το ότι η διαμορφωθείσα στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα πραγματική κατάσταση, δηλαδή η δημιουργία του νέου αυτού δρόμου στην ανατολική πλευρά της ΚΜ ....., εξυπηρετεί κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο τις ανάγκες του ακινήτου των εναγόντων και καλύπτει πλήρως την αυτάρκειά του προς επικοινωνία με την ίδια κεντρική δημοτική οδό, καθίσταται πρόδηλο ότι η άσκηση της παρούσας αγωγής, ως προς την επικουρική της βάση, είναι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, που προηγήθηκε, καταχρηστική".
Στη συνέχεια δε το ανωτέρω Δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσία τις, από 18-5-2004 και από 10-6-2004, εφέσεις των αντιδίκων μερών, εξαφάνισε την 57/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κω και απέρριψε κατ' ουσία την, από 12-4-2003, αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης. Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που αποφάσισε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281, 1128 και 1132 ΑΚ και συνεπώς είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι δύο πρώτοι λόγοι της υπόκρίση αιτήσεως, από τη διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
ΙΙ.- Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ, τα αδέσποτα ακίνητα, καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμο ανήκουν στο δημόσιο, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝ ΑΚ), επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ' αυτών πράξη νομής. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, υπό την ισχύ του ΑΚ., για να επέλθει απώλεια της κυριότητας ακινήτου δια παραιτήσεως (εγκαταλείψεως), έστω και προς τον σκοπό να καταστεί τούτο κοινόχρηστο, απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητά του επί του ακινήτου και μεταγραφής της δηλώσεως αυτής, ως περιέχουσας κατάργηση κυριότητας ακινήτου, ενώ αν η εγκατάλειψη του ακινήτου, με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, συντελέσθηκε υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος β.ρ. δικαίου, δεν απαιτείται συμβολαιογραφικός τύπος και επομένως ούτε μεταγραφή.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, υποστηρίζουν ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου " με το να δεχθεί ότι κύριος ακινήτου, ο οποίος εγκατέλειψε τη νομή αυτού, με πρόθεση παραιτήσεώς του από την κυριότητα, εάν η παραίτηση αυτή δεν περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και δεν υποβληθεί σε μεταγραφή, ακόμη και αν θέλησε να καταστεί το ακίνητό του κοινόχρηστο ή αναγνώρισε την ιδιότητά του ως κοινοχρήστου, δεν θεωρείται ότι έχασε την επ' αυτού κυριότητα και συνεπώς δικαιούται στην άσκηση κάθε δικαιώματός του από την κυριότητα, ενώ κατά την αληθή έννοια του άρθρου 972 ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν 1539/1938, δύναται να καταστεί αδέσποτο ένα ακίνητο, με την εγκατάλειψη της νομής του από τον κύριό του, με πρόθεση παραιτήσεώς του από την κυριότητα και αν έτι η ούτως εκδηλωθείσα παραίτηση δεν περιεβλήθη τον συμβολαιογραφικό τύπο και δεν μετεγράφη, διότι στην περίπτωση αυτή απόλλυται η κυριότητα του εγκαταλείψαντος τη νομή κυρίου, η οποία αποκτάται προτύπως από το Δημόσιο και επομένως, εφόσον οι κύριοι του εδάφους, επί του οποίου δημιουργήθηκε, από το 1950 τουλάχιστον, η επίδικη οδός, εγκατέλειψαν τη νομή αυτού έκτοτε, με πρόθεση παραιτήσεως από την κυριότητά του, τούτο κατέστη αδέσποτο, περιελθόν πρωτοτύπως στο Δημόσιο".
Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως, και από τις προαναφερόμενες περικοπές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, το ανωτέρω Δικαστήριο δέχθηκε ρητώς και σαφώς αφενός ότι στην επίδικη εδαφική λωρίδα είχε δημιουργηθεί με έκτακτη χρησικτησία, δικαίωμα πραγματικής δουλειάς υπέρ του ακινήτου των εναγόντων - αναιρεσειόντων, σε βάρος και του ακινήτου της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και αφετέρου ότι "από κανένα αποδεικτικό δεν προέκυψε ότι η ανωτέρω δίοδος, η οποία εξυπηρετούσε το ακίνητο των εναγόντων, απέκτησε χαρακτήρα κοινόχρηστης οδού".
Περαιτέρω δε και με επικουρική (και καθ' υπόθεση) σκέψη δέχθηκε και τα εξής: "Ακόμη και αν υποτεθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε πράγματι σιωπηρή παραίτηση των κυρίων των βεβαρημένων ακινήτων από την κυριότητά τους επί των επιδίκων εδαφικών λωρίδων, οι οποίοι (ιδιοκτήτες), από το έτος 1950 και ένθεν, κατέλιπαν αυτή στην κοινή χρήση, η παραίτησή τους αυτή δεν περιβλήθηκε τον συμβολαιογραφικό τύπο και δεν μεταγράφηκε".
Δηλαδή το Δικαστήριο, με την κύρια αιτιολογία του, δεν δέχθηκε καν ότι υπήρξε τέτοια παραίτηση και μάλιστα πριν το 1950. Συνακόλουθα, και δεδομένου ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 20 Οκτωβρίου 2005, αίτηση των Χ1 , Χ2 και Χ3 για αναίρεση της 92/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κώ. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ