Legislator Case Law & Legislation
1264/2019 AI generated

Supreme Court dismisses municipality's appeal on statute of limitations, upholding lower court's finding of no lapse.

Case Number 1264/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a first-instance judgment regarding the statute of limitations on a claim. The lower court found the claim did not lapse due to interruption, despite an erroneous reasoning regarding jurisdictional bars. The Court ruled that the appeal was baseless because the lower court reached the correct conclusion on the limitation period, even if its legal justification contained errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 90, 91, 93 of Law 2362/1995; The statute of limitations for claims against the State is interrupted by the filing of a lawsuit, and a final judgment on jurisdiction does not prevent the interruption of the limitation period if the underlying claim remains valid.

Keywords

AI generated
statute of limitations State claims interruption of limitation jurisdictional dismissal appeal dismissal public law litigation legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 90 of Law 2362/1995
Article 91 of Law 2362/1995
Article 93 of Law 2362/1995
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Justice 2748/2017
Supreme Court of Justice 125/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1264 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1264/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου ... Περιφερειακής Ενότητας ... της Περιφέρειας ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από την Δήμαρχο Α. Ι., κάτοικο .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πατετσίνη. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Β., κατοίκου ....... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Μακαρώνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1500/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του προϊσχύσαντος 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους, όπως ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, οι διατάξεις του οποίου καταργήθηκαν με το άρθρο 177 τυ ν. 4270/2014" (η οποία εφαρμόζεται και στους Ο.Τ.Α., άρθρα 3 του Ν.Δ. 31/1968, 304 του Π.Δ. 410/1995 και 276 αρ. 2 ν. 3463/2006, ΦΕΚ Α' 114). "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και στο άρθρο 91 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "Επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής...".

Στις απαιτήσεις δε κατά του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α., οι οποίες υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή βάσει των ανωτέρω διατάξεων, περιλαμβάνονται τόσο εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία όσο και εκείνες που πηγάζουν από αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΣΤΕ2748/2017,ΑΠ 125/2001).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α' του ως άνω Ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, εκτός από την άσκηση της αγωγής, η συζήτηση της υπόθεσης, η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κ.λ.π. (ΑΠ 1241/2018).Η κατά τα άνω προβλεπόμενη διακοπή της παραγραφής προϋποθέτει την εισαγωγή της υπόθεσης με αγωγή στο έχον δικαιοδοσία δικαστήριο, αφού σε διαφορετική περίπτωση η αγωγή απορρίπτεται και δεν μπορεί να γίνει λόγος για διατήρηση των συνεπειών άσκησής της.

Εξαίρεση εισάγεται, με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, που αποτελεί πάγια ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, που, κατά τη θέση της σε ισχύ, είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα. Με τη διάταξη αυτή ορίζεται, ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες και συνεπώς και ως προς τη διακοπή της παραγραφής της αξίωσης, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν, πριν την τελεσιδικία της απορριπτικής, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, απόφασης, ο ενάγων ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου , αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διάταξης, που συνίσταται στην σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (σχ.ΑΠ 1399/2017,664/2015,942/2005).

Ακολούθως, το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε με το άρθρο 41 ν. 3659/2008(ΦΕΚΑ/77/7-6-2008), το οποίο ορίζει ότι, "αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.

Αν η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί ή είχε καταστεί τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(Ολ.ΑΠ10/2011,7/2006).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση(ΑΠ24/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακολούθα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι ηλεκτρολόγος και διατηρεί στη .... ... γραφείο ανάληψης και εκτέλεσης ηλεκτρολογικών εργασιών. Τα έτη 1997 και 1998, ο ενάγων κατόπιν προφορικών απευθείας αναθέσεων του τότε Δημάρχου ..., Ι. Τ., νομίμου εκπροσώπου του εναγόμενου Δήμου ..., (ήδη αναιρεσείοντος) ανέλαβε την εκτέλεση δεκαπέντε συνολικά έργων που αφορούσαν ηλεκτρολογικές εργασίες και εγκαταστάσεις σε διάφορα δημοτικά κτίρια και κοινόχρηστους δημοτικούς χώρους." Στη συνέχεια το Εφετείο αφού εκθέτει τα έργα που εκτέλεσε ο ενάγων ,συνεχίζει: "Ο ενάγων ολοκλήρωσε και παρέδωσε τα παραπάνω έργα στον εναγόμενο Δήμο, η δε αμοιβή του για την εκτέλεση των εν λόγω έργων ανήλθε στο συνολικό ποσό των 24.000.000 δραχμών (ήδη 70.432,87 ευρώ)... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τις ανωτέρω συμβάσεις έργου δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τη σχετική νομοθεσία διαδικασία για την εκτέλεση εργασιών από τους ΟΤΑ, με συνέπεια, την ακυρότητα των συμβάσεων αυτών.

Συνεπώς, ο ενάγων έχει απαίτηση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για το πιο πάνω ποσό των 70.432, 87 ευρώ, κατά το οποίο ο εναγόμενος Δήμος έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος του, αφού ωφελήθηκε τούτο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας αυτού, εξοικονομώντας ισόποσης έκτασης δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν εάν την εκτέλεση των συγκεκριμένων έργων ανέθετε με έγκυρες συμβάσεις σε άλλον εργολάβο και υπό τις ίδιες περιστάσεις.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την ένδικη ως άνω αξίωσή του για την καταβολή της αμοιβής του ο ενάγων άσκησε κατά του εναγόμενου Δήμου αρχικά την υπ1 αριθμ. κατ.96/4-9-2001 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας πριν την παρέλευση της πενταετίας, επί της αγωγής δε αυτής, που συζητήθηκε στις 21-3-2002, εκδόθηκε στις 16-5-2002 η υπ' αριθμ. 66/2002 απόφαση του άνω Δικαστηρίου με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε για έλλειψη δικαιοδοσίας.

Ακολούθως άσκησε την υπ' αριθμ. κατ. 65/21-4-2003 αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 23-4-2003, επί της αγωγής δε αυτής, που συζητήθηκε στις 21- 3-2006, εκδόθηκε στις 29-9-2006 η υπ' αριθμ. 280/2006 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι αυτό (Δικαστήριο) είναι αναρμόδιο και την παρέπεμψε προς εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Στη συνέχεια στις 30-6- 2008 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 979/2008 απόφαση του άνω Δικαστή ρ ίο υ, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή με το σκεπτικό ότι δικαιοδοσία για αυτή (αγωγή) έχουν τα πολιτικά δικαστήρια. Τέλος, άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την υπό κρίση αγωγή του, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 12-3-2009 και επ' αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. ...Σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω ειδική διάταξη του άρθρου 93 περ.

α του ν.2362/1995, με την άσκηση της πρώτης αγωγής (96/4-9-2001) διεκόπη η πενταετής παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος και από την επίδοση της αγωγής αυτής άρχισε νέα πενταετής παραγραφή των αξιώσεων που υπέβαλε στο Δικαστήριο, η οποία διεκόπη εκ νέου κατά τη συζήτηση της την 21.3.2002, ακολούθως δε και πάλι διεκόπη κατά την1 6.5.2002, οπότε δημοσιεύθηκε η προμνησθείσα υπ' αριθμ. 66/2002 απόφαση.

Από την ημερομηνία αυτή (16.5.2002) άρχισε νέα πενταετής παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος, η οποία και πάλι διεκόπη στις 23-4-2003, που επιδόθηκε η υπ' αριθμ. κατ. 65/21-4- 2003 αγωγή, η οποία διεκόπη εκ .νέου με την συζήτηση και έκδοση της υπ' αριθμ. 280/2006 απόφασης, ενώ όμοιες διακοπές της παραγραφής επέφερε η συζήτηση και έκδοση στις 30-6-2008 της 979/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Από την τελευταία αυτή ημερομηνία (30-6-2008) άρχισε νέα πενταετής παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος, η οποία και πάλι διεκόπη με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής του, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 12-3-2009, ήτοι πριν την συμπλήρωση της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο ακολούθως, αφού δέχθηκε την από 22-10-2013 έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την 268/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας) Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει λόγω παραγραφής την ασκηθείσα με την αγωγή αξίωσή του, έκανε δεκτή την με αριθμό κατάθεσης 60/6-3-2009 αγωγή του και υποχρέωσε τον εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 70.432,87 ευρώ, με το νόμιμο τόκο ,ποσοστού 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δεν είχε παραγραφεί η αγωγή του αναιρεσίβλητου, με τις παραδοχές, ότι την ίδια αξίωση για την καταβολή της αμοιβής του των ετών 1997 και 1998 ,είχε ασκήσει, αρχικά με την 96/4-9-2001 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία απορρίφθηκε με την 66/2002 απόφαση αυτού, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και στη συνέχεια με την 65/21-4-2003 αγωγή του ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία απορρίφθηκε με την εκδοθείσα στις 30-6-2008,979/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης (στην οποία παραπέμφθηκε από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Βέροιας) και πάλι λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε ,ότι δηλαδή δεν είχε παραγραφεί λόγω παρόδου πενταετίας η επίδικη ασκηθείσα στις 12-3-2009 αγωγή του ,με εν μέρει ελλιπές και εσφαλμένο όμως αιτιολογικό.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, έπρεπε να δεχθεί ότι η διακοπή της από το άρθρο 93περ.α του νόμου 2362/1995 παραγραφής ,επήλθε κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 παρ.4 του νόμου 1649/1986 και 41 του νόμου 3659/2008,κρίνοντας ,ότι τα αποτελέσματα της άσκησης της επίδικης αγωγής ανατρέχουν στον χρόνο άσκησης της πρώτης 96/4-9-2001 ασκηθείσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας αγωγής, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχεται, ότι τόσο η απορριπτική για έλλειψη δικαιοδοσίας της αγωγής του αυτής απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, όσο η εκδοθείσα επί της δεύτερης αγωγής του αναιρεσίβλητου, ομοίως απορριπτική, για τον ίδιο λόγο ,979/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης,η οποία εκδόθηκε υπό την ισχύ του νόμου 3659/2008,επιδόθηκαν στον αναιρεσείοντα, όπως και ο ίδιος δεν επικαλείται.

Επομένως έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία το Εφετείο σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε και εφόσον δεν υφίσταται δυσμενές από τη συμπλήρωση αυτή δεδικασμένο, όπως δεν επικαλείται άλλωστε και ο αναιρεσείων, πρέπει κατ' άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με την οποία ο τελευταίος κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου 263ΑΚ (με την έννοια της μη αποδοχής ότι η απόρριψη της αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας είναι απόρριψη για μη ουσιαστικούς λόγους και ότι θα μπορούσε να επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής η επανέγερση της αγωγής μόνο εντός έξι μηνών) και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 269ΑΚ (με την έννοια ότι την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής μόνο ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου), είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της απόφασης είναι σαφές και επαρκώς αιτιολογημένο το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ότι οι δύο προηγηθείσες αγωγές του, που απορρίφθηκαν για έλλειψη δικαιοδοσίας, είχαν την αυτή ιστορική και νομική αιτία με την κρινόμενη και κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 Κ.ΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση του Δήμου ... Περιφερειακής Ενότητας ..., για αναίρεση της 1500/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου,τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ