Legislator Case Law & Legislation
1264/2017 AI generated

1264/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1264/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ, ‘ ‘ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Legislator headnote

AI generated

1264/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 15/3/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1264 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1264/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Δ. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ανδρεάδη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Α. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 18/5/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2476/2015 του Μονομελές Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/8/2015 αίτησή της και τους από 16/2/2016 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 15/3/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο αυτοπροσώπως παραστάσας αναιρεσίβλητος την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ, ‘ ‘ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους....’ ‘ Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 4 και 570 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση των πρόσθετων λόγων ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αλλά και την επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία.

Ως ημέρα συζητήσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, νοείται εκείνη που ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και όχι η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ’ αναβολή ή ματαίωση από την αρχική δικάσιμο (Ολ ΑΠ 143/1984, 654/1984, ΑΠ 412/2017, 332/2016, 949/2015, 743/2014).

Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής τους πριν από αυτή, σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, επάγεται το απαράδεκτο αυτών με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 143/1984, ΑΠ 412/2017, 770/2016, 743/2014, 168/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 16-2-2016, με αριθμό κατάθεσης ..., δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-3-2016, Όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων στον αναιρεσίβλητο εντός της προθεσμίας αυτής, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται με τα σημειώματα που κατέθεσε, έκθεση επίδοσης αυτών στον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο θα προβεί στην έρευνα των διαλαμβανόμενων στο κυρίως δικόγραφο της από 28-8-2015 αίτησης αναίρεσης λόγων, όπως διατυπώνονται σ’ αυτή κατά τα παρακάτω για κάθε ένα από αυτούς ειδικότερα εκτιθέμενα.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/ 1954), που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη, και αμοιβή, το ύψος της οποίας, εάν ειδικώς δεν έχει συμφωνηθεί με τον εντολέα του, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τα όρια που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 100 επ.

του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 και 2 του Κώδικα αυτού, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για τον καθορισμό του ελάχιστου ορίου της αμοιβής του δικηγόρου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησής της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο.

Και τούτο, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού (ΑΠ 122/2015, 16/2013). Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις άνω διατάξεις προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής, διότι μόνον αφού τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (Ολ ΑΠ 9/2008, 14/2008), θεωρείται δε, ειδικώς ως προς την άσκηση αγωγής, ότι έχει ολοκληρωθεί και τελειωθεί η προς τούτο εντολή του εντολέα πελάτη, από τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο εντολοδόχος δικηγόρος συντάξει το δικόγραφο της αγωγής και καταθέσει αυτό στην γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, χωρίς να είναι αναγκαίο να επακολουθήσει, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 215 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και επίδοση αυτής στον εναγόμενο για να επέλθουν τα εκ του άρθρου 221 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αποτελέσματα της εκκρεμοδικίας, του αμεταβλήτου της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας και της προτίμησης, αφού αυτά, ως συνέπεια της επίδοσης, ουδόλως σχετίζονται με το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει την αμοιβή του για την σύνταξη της αγωγής, σε κάθε δε περίπτωση, επί μη προσδιορισμού δικασίμου και επίδοσης από τον ενάγοντα, δικαίωμα επίσπευσης της συζήτησης έχει κατά το άρθρο 230 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

και ο ίδιος ο εναγόμενος, χωρίς εντεύθεν να συνάγεται ότι ο συντάξας και καταθέσας το δικόγραφο της αγωγής δικηγόρος δεν έχει προβεί σε ολοκληρωμένη για την απόληψη της αμοιβής του ενέργεια. Η λύση, άλλωστε, αυτή εναρμονίζεται και με την γραμματική διατύπωση του άρθρου 100 του Κώδικα Δικηγόρων, που αναφέρεται απλώς σε σύνταξη αγωγής (Ολ ΑΠ 14/2008).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ.1 και 102 του ίδιου ως άνω ν.δ. 3026/1934 (Κώδικα περί Δικηγόρων) προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του Κώδικα Δικηγόρων.

Η εν λόγω ένσταση έχει ως βάση, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, διότι στην περίπτωση αυτή υφίσταται κατάχρηση δικαιώματος ως προς την απόληψη αμοιβής, την οποία θέλει να αντιμετωπίσει η ανωτέρω διάταξη, οπότε ο καθορισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων (ΑΠ 122/2015, 583/2014, 16/2013, 1295/2010).

Σύμφωνα δε με την έννοια της παραπάνω διάταξης, για τη διάγνωση του περιστατικού ότι η απαίτηση είναι προφανώς εξογκωμένη από το δικηγόρο του ενάγοντος, αναγκαίως πρέπει να ερευνάται ποιοι κανόνες δικαίου διέπουν την έννομη σχέση και αν, εν όψει των κανόνων αυτών, όχι ο συγκεκριμένος δικηγόρος στη δίκη αλλά, αντικειμενικώς και αφηρημένως, δικηγόρος καταρτισμένος και πεπειραμένος, καταβάλλοντας την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, όφειλε να διαγνώσει το εν όλω ή εν μέρει αβάσιμο της απαιτήσεως και εντεύθεν το προφανώς εξογκωμένο αυτής (ΑΠ 122/2015, 583/2014, 16/2013, 1295/2010).

Ο αντίδικος του εναγομένου μπορεί με σχετική του αντένσταση, προς απόκρουση της ενστάσεως εκ του άρθρου 102 του Δικηγορικού Κώδικα, να ισχυρισθεί και αποδείξει, ότι για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής ο ίδιος ο πληρεξούσιος δικηγόρος, ως συντάκτης της τελευταίας, συμμορφώθηκε προς έγγραφη εντολή του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του (ΑΠ 122/2015, 180/2008).

Τέλος, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές ή εξώδικες πράξεις, συναφείς με το δικηγορικό του επάγγελμα, μετά την εκτέλεση αυτών, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται: α) η συμφωνία περί εντολής και το ύψος της αμοιβής και β) η εκτέλεση της εντολής αυτής με την ενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων, δεν απαιτείται δε να αναφέρεται ότι ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, καθώς και ότι σε περίπτωση ήττας δεν δικαιούται να λάβει αμοιβή, αφού η μνεία των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία μόνο στη συμφωνία περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 170/2016, 1388/2015, 374/2007, 57/2005).

3. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 492/2017, 192/2016, 59/2015, 171/2015, 119/2014).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 100/2017, 43/2016, 575/2015).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 119/2014, 765/2008).

Εξάλλου, από τα άρθρα 591 παρ. 1β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών και των διαφορών από αμοιβές, κατά τις οποίες δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρούνται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ‘ ‘ ως γενόμενο κατά τη συζήτηση’ ‘ σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 611/2016, 127/2016, 98/2015, 220/2014).

Περαιτέρω, ως αίτηση αδίκαστη, που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, νοείται μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003), όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, ανακοπή, τριτανακοπή και κάθε ένδικο μέσο, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της απόφασης (ΑΠ 145/2014, 1152/2008).

Δεν αποτελούν αιτήσεις, υπό την ως άνω έννοια, οι ενστάσεις, αντενστάσεις κλπ και γενικά τα ‘ ‘ πράγματα’ ‘ κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι λόγοι έφεσης, τους οποίους δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ‘ ‘ πράγματα’ ‘ , η μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων, θεμελιώνει το λόγο αυτό αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προτεινόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν τη βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, με την έννοια δε αυτή πράγματα αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς.

Αν με την αιτίαση αυτή προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά στο δεύτερο βαθμό, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν δέχεται περιστατικά αντίθετα προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 14/2004 ). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται, εκτός από τα πράγματα που το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, αν και προτάθηκαν, και όλα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 145/2014, 139/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατ’ αυτής, μολονότι σ’ αυτή δεν εκτίθενται το είδος και η εκτέλεση κάθε δικαστικής ή εξώδικης ενέργειας στην οποία αυτός προέβη σε εκτέλεση της σχετικής εντολής που του παραχώρησε αυτή, ο χρόνος τέλεσης κάθε τέτοιας πράξης, η αντίστοιχη αποτίμηση της δικηγορικής του αμοιβής, η έναντι κάθε συγκεκριμένης ενέργειάς του προκαταβολή που του χορήγησε και το αξιούμενο υπόλοιπο, και παρότι είχε προβάλλει αυτή (αναιρεσείουσα) ενώπιον του Εφετείου τον σχετικό περί αοριστίας της αγωγής αυτής ισχυρισμό.

Επικουρικά, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αυτό, που παραδεκτά πρόβαλε ενώπιόν του, άλλως, εντελώς επικουρικά, άφησε αδίκαστη την αίτησή της για απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ως αόριστης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς το πρώτο μέρος του ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον στο αναιρετήριο δεν παρατίθεται το κρίσιμο περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, που κρίθηκε ορισμένη με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά και με την προσβαλλόμενη, ούτε αναφέρεται αν τον περί αοριστίας ισχυρισμό η αναιρεσείουσα τον προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως, δηλαδή προφορικά με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις της και αν τον επανέφερε με λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης ή απλώς με τις προτάσεις της.

Ο ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, προϋποτίθεται, κατ’ ανάγκην, ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο αυτής, γιατί διαφορετικά, ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτή διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ’ ουσία βάσιμο της αγωγής, ήταν υποχρεωμένο, αυτεπαγγέλτως, λόγω του, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ν’ απορρίψει την αγωγή, εάν την έκρινε αόριστη.

Εφόσον, συνεπώς, το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας τους σχετικούς με την εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγους της έφεσης της εναγομένης, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και το λόγο έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη παραπονέθηκε, επειδή δεν απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του.

Άλλωστε, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, ακόμη και αν παραδεκτά προτάθηκε κατά τα παραπάνω, ήταν μη νόμιμος, διότι η ένδικη αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη και επομένως σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός δεν θεωρείται ουσιώδης για την έκβαση της δίκης. Και το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ακόμη και με την εκδοχή ότι παρέλειψε το Εφετείο να απαντήσει στον ισχυρισμό της εναγομένης περί αοριστίας της αγωγής και μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το αίτημα αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση (σιωπηρή απόρριψη), σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 14, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1εδ. α’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2016, 7/2014, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων ) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται: α) η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, β) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και γ) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ ΑΠ 9/2016, 20/2005). Στην περίπτωση δε της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, 915/2013, 901/2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος ‘ ‘ πράγματα" εδώ είναι ταυτόσημος με εκείνον του αριθμού 8, δηλαδή ως "πράγματα", νοούνται οι ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ (ΑΠ 1935/2014, 87/2013, 545/2010).

Ο λόγος θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα" χωρίς να έχει προσκομιστεί οιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 1935/2014, 436/2014, 76/2013, 273/2011). Δεν απαιτείται δε να αξιολογεί η απόφαση τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 269/2007).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ .

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 8/2016, 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ( Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1409/2015, 6/2012, 1320/2011, 1185/2010).

Εξ άλλου, αφορά την εκτίμηση πραγμάτων η περιεχόμενη στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας βεβαίωση ότι προσκομίσθηκαν ή δεν προσκομίσθηκαν σ’ αυτό τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, γι’ αυτό και δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι μετά τη δικαιολογημένη ανάκληση της εντολής της προς τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, ο τελευταίος, καταχρώμενος την εμπιστοσύνη της και παρά τη συμφωνία τους για καταβολή σ’ αυτόν των ελάχιστων νόμιμων αμοιβών που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων, προέβαλε πρόσθετες χρηματικές αξιώσεις, ισχυριζόμενος ότι τα καταβληθέντα σε αυτόν από το έτος 2006 έως το έτος 2009 επιμέρους χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 22.100 ευρώ, δεν κάλυπταν την αμοιβή του για τις αναφερόμενες δύο αγωγές που συνέταξε αυτός κατά της Μ.

Κ. και του Π. Κ., ενώ η νόμιμη αμοιβή του αναιρεσίβλητου για όλες τις ενέργειες, δικαστικές και εξώδικες, στις οποίες προέβη, με βάση την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή που εδικαιούτο μαζί με τα έξοδα ανέρχεται στο ποσό των 9.395 ευρώ και ως εκ τούτου η ενάγουσα του κατέβαλε αχρεωστήτως λόγω πλάνης επιπλέον ποσό 12.705 ευρώ, άλλως, κατά το δεύτερο σκέλος, δεν έλαβε υπόψη τις από 11-3-2011 και 17-3-2011 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών Α.

Π. και Γ. Μ., αντίστοιχα, καθώς και τις .../9-10-2014 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων αυτής ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες δόθηκαν μετά από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της για την κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί υπολογισμού της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου βάσει των κατώτερων νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, άλλως, κατά το τρίτο σκέλος του παραπάνω λόγου, το εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά και τέλος, κατά το τέταρτο σκέλος του ίδιου λόγου, εντελώς πιο επικουρικά, παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 170 Κώδικα Δικηγόρων, καθόσον μετά τη δικαιολογημένη ανάκληση της εντολής, η οποία έγινε λόγω της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας από τις αναφερόμενες φράσεις που της απηύθυνε ο αναιρεσίβλητος και της από μέρους του οικονομικής της εκμετάλλευσης, η αμοιβή αυτού έπρεπε να αφορά μόνο τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στις οποίες προέβη μέχρι την ανάκληση της εντολής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του για τους εξής λόγους :α) όσον αφορά την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της αναιρεσείουσας, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι είχε παραδεκτά προτείνει ενώπιον του Εφετείου τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της, ότι δηλαδή από πλάνη κατέβαλε αχρεωστήτως στον αναιρεσίβλητο επιπλέον ποσό 12.705 ευρώ, ο οποίος, άλλωστε, αποτελούσε και μέρος της ιστορικής και νομικής βάσης της από 18-5-2012 αγωγής της κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, τον οποίο απέρριψε το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο πράγματα αντίθετα προς αυτά που τον συγκροτούν.

Περαιτέρω, αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται ότι η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε νόμιμα και προσκόμισε στο Εφετείο τα αναφερόμενα έγγραφα, που φέρεται ότι αγνόησε αυτό κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και ήταν χρήσιμα προς απόδειξη του ανωτέρω κρίσιμου ισχυρισμού της, ούτε επικαλείται το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ώστε να κριθεί αν τα αποδεικτικά αυτά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του περί πλάνης ισχυρισμού της.

Εξάλλου, το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμο, διότι το Εφετείο κατέληξε στις παραδοχές του ότι η από 18-5-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας ήταν ουσιαστική αβάσιμη, μετά από εκτίμηση των χωρίς όρκο καταθέσεων των ίδιων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, των ...23-1-2012 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσείουσας (οι .../9-10-2014 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο διότι κρίθηκαν απαράδεκτες, επειδή δόθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού προς απόδειξη ισχυρισμών που είχαν ήδη προταθεί) και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι ενώπιόν του, δηλαδή το Εφετείο παραθέτει όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την ουσιαστική του κρίση και δεν δέχθηκε ως αληθινά πράγματα χωρίς απόδειξη.

Τέλος, και το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτο λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ’ ουσία απόρριψη της από 18-5-2012 αγωγής της αναιρεσείουσας, ώστε με βάση αυτές να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ή όχι σε ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 170 Κώδικα Δικηγόρων.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου .

5. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, 32/1996).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, 1420/2013, 170/2009).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός και τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, καθώς και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005) .

Τέλος, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014, 1086/2014). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης ( Ολ ΑΠ 2/2008, 8, 10 και 11/2005).

Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ελλείψεως επαρκών αιτιολογιών, όσον αφορά στην απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, κατά το μέρος που επεδίωκε την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της εξ αιτίας της εξυβριστικής ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου απέναντι αυτής, η οποία εκδηλώθηκε ενώπιον τρίτων με τις φράσεις ‘ ‘ έκατσες σαν κότα’ ‘ και ‘ ‘ επέδειξες ναρκισσιστική συμπεριφορά’ ‘ , που της απηύθυνε, οι οποίες (ελλειπείς αιτιολογίες) καθιστούν μη εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 281, 288, 919 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 361 και 363 ΠΚ, καθώς και των άρθρων 2 και 5 του Συντάγματος.

Ο λόγος αυτός, εφόσον εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά αναφέρονται ελάχιστες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου και δεν αναφέρονται με πληρότητα τα γενόμενα δεκτά από εκείνο πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για την συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, με άμεση δικονομική συνέπεια την αξιολόγηση του λόγου αυτού αναιρέσεως ως αόριστου.

Υπό την επίκληση δε της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττει ουσιαστικά η αναιρεσείουσα την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης και το πρώτο και τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ερμηνεύοντας εσφαλμένα αυτές με τις παραδοχές της ότι ‘ ‘ εκ δεδικαιολογημένης αγανακτήσεως του τέως δικηγόρου της εχώρησε η αντιφατικώς χαρακτηρισθείσα ως προσβλητική επίθεσή του εναντίον της κατά την ως άνω δίκη (ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), ότε προέβη ενώπιον του δικαστηρίου και του ακροατηρίου εις τον βαρύτατο και προδήλως υβριστικό χαρακτηρισμό της επί λέξει ‘ ‘ έκατσες σαν κότα’ ‘ και επέδειξες ‘ ‘ ναρκισσιστική συμπεριφορά’ ‘ , επειδή το δικαστήριο δεν ανέβαλε και λόγω της υπαίτιας απουσίας του προχώρησε στη διαδικασία επί της ουσίας της υπόθεσης’ ‘ , όπως κατά λέξη αναφέρεται στο αναιρετήριο, και κρίνοντας βάσει αυτών ότι αυτή η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου δεν ενέχει προσβολή της προσωπικότητάς της και δεν είναι αντίθετη προς την έννοια των χρηστών ηθών.

Εξάλλου, με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης και το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, δηλαδή, με τις ίδιες ως άνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, εν όψει της παραδοχής της βάναυσης προσβολής της υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις, χωρίς μάλιστα προηγούμενη πρόκληση του αναιρεσιβλήτου από μέρους της, η οποία να δικαιολογεί την προσβολή αυτή.

Ο τρίτος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ως προς τα δύο τελευταία πιο πάνω σκέλη του, όπως και ο τέταρτος κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος. Ειδικότερα, ως προς το δεύτερο σκέλος ο τρίτος λόγος και ως προς το πρώτο σκέλος ο τέταρτος λόγος είναι αόριστοι, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, βάσει των οποίων οδηγήθηκε αυτό στην απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση σ’ αυτή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ούτε το σφάλμα που αποδίδεται κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων και ειδικότερα ποια είναι η ορθή ερμηνεία αυτών.

Ως προς το τρίτο σκέλος τους οι τρίτος και τέταρτος λόγοι είναι επίσης απαράδεκτοι, διότι η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή τη μη υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών περιστατικών.

Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 αναιρετικές πλημμέλειες και ειδικότερα ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι προσεβλήθη η προσωπικότητά της, εκτός των άλλων, και από το γεγονός ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε κατ’ αυτής μετά την ανάκληση της προς αυτόν εντολής για τη διεκπεραίωση των αναφερόμενων υποθέσεών της και την προσφυγή της στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, μήνυση για δήθεν συκοφαντική του δυσφήμηση από τις ανωτέρω ενέργειές της και δικαιούται εύλογη προς τούτο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και άφησε αδίκαστο το αίτημά της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς της από το περιεχόμενο της ως άνω ψευδούς μηνύσεως του αναιρεσιβλήτου κατ’ αυτής.

Η ανωτέρω αιτίαση, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι πρωτίστως απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν επικαλείται η τελευταία στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός της ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, η αιτίαση από τον αριθμό 9 είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα στην από 5-10-2010 έγκληση του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, βάσει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη κατ’ αυτής για τα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης, αναφορικά με καταγγελία της τελευταίας κατά του πρώτου ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κρίθηκαν ψευδή και ήδη για τις πράξεις κρίθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα με την 4720/2014 απόφαση του Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Δέχεται, επίσης, το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο αυτό της αγωγής της αναιρεσείουσας, ότι η από 21-5-2010 καταγγελία της ήταν ψευδής και έγινε με σκοπό να προκαλέσει την πειθαρχική δίωξη του εναγομένου και την προσβολή της τιμής και της υπόληψής του. Επομένως, και οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι.

6. Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου του αναιρετηρίου αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι αυτή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων σε συνδυασμό με τα άρθρα 288 και 718 ΑΚ, καθόσον εσφαλμένα ερμήνευσε αυτές και έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τις παραδοχές της για την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ως προς το ύψος της δικαιούμενης δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, η οποία μέχρι την ανάκληση της σχετικής εντολής της είχε συμφωνηθεί να είναι ανώτερη αυτής που ορίζουν ως κατώτατα όρια δικηγορικής αμοιβής οι διατάξεις των άρθρων 98, 100-178 και ιδίως 170 του Κώδικα Δικηγόρων, καθώς και ως προς το ότι οι προκαταβολές που αυτή έδωσε σε αυτόν αφορούσαν διεξαχθείσες δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του προς εκτέλεση της εντολής, αντί να δεχθεί ότι τα επί μέρους ποσά δίνονταν ως προκαταβολές έναντι μελλοντικών ενεργειών του μέχρι την τελική εκκαθάριση των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων.

Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 (και όχι και από τον αριθμό 11) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατά την αναιρεσείουσα, χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι οι περιοδικές εκ μέρους της προκαταβολές χρηματικών ποσών στο λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου μέχρι την ανάκληση της εντολής (29-12-2009), οι οποίες συμποσούμενες ανέρχονται σε 22.100 ευρώ, καταβάλλονταν δήθεν από αυτή προς εξόφληση της αμοιβής και των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο αναιρεσίβλητος για τις διεξαχθείσες προς εκτέλεση της εντολής δικαστικές και εξώδικες ενέργειες.

Ο λόγος αυτός ως προς τις δύο πρώτες αιτιάσεις, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, παρά μόνο αποσπασματικά, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ’ ουσία απόρριψη του ως άνω κρίσιμου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγου αναίρεσης.

Περαιτέρω, και η τελευταία αιτίαση, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη κατ’ ουσία, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, αφού αναφέρει το Εφετείο τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξειδικεύει και να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά αυτά στοιχεία, διαμόρφωσε την κρίση του περί της συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής και περί του τι αφορούσαν οι δοθείσες προκαταβολές από τα στοιχεία αυτά και όχι χωρίς απόδειξη, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

7. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 170 του Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 100 επ. του ίδιου Κώδικα, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δικης ζήτημα του μονομερούς προσδιορισμού της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου βάσει των διενεργειθεισών ενεργειών και των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε με τη συναίνεση της αναιρεσείουσας, ενώ δεν προσδιορίζονται σε αυτή:

α) οι επί μέρους καταβολές για ποια αιτία δόθηκαν και σε ποιες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες αντιστοιχούν, αν κάλυπταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει αυτές και πότε ακριβώς έγιναν, β) πως αποδεικνύεται η πιο πάνω συμφωνία, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εξέδιδε αντίστοιχες προς τις μερικές αυτές καταβολές απλές ή νομότυπες αποδείξεις παροχής των υπηρεσιών του για τις διεξαχθείσες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, γ) δεν εξηγείται ο λόγος για τον οποίο ο αναιρεσίβλητος μετά από επτά μήνες από την ανάκληση της εντολής παρέδωσε σε αυτή, κατόπιν συστάσεως του ΔΣΑ, αναλυτική κατάσταση των ενεργειών του, δηλαδή πίνακα λογοδοσίας, ο οποίος δεν θα χρειαζόταν αν είχε γίνει η επικαλούμενη συμφωνία, δ) δεν εξηγείται ο λόγος για τον οποίο διαχώρισε η προσβαλλόμενη απόφαση την αμοιβή του ενάγοντος για τις δύο αγωγές που συνέταξε αυτός κατά των Μ.

Κ. και Π. Κ., καθώς και για τη μήνυση κατά του τελευταίου, εφόσον οι ενέργειες αυτές έγιναν πριν από την ανάκληση της εντολής της (29-12-2009) και γιατί δεν υπολογίσθηκε η δικαιούμενη γι’ αυτές αμοιβή του αναιρεσιβλήτου μαζί με τις υπόλοιπες δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του βάσει των κατώτατων νομίμων ορίων δικηγορικής αμοιβής και ε) με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχεται ότι για τις παραπάνω αγωγές με τα αξιούμενα υπέρογκα ποσά των 600.000 και 300.000 ευρώ, αντίστοιχα, όπως και για την υποβολή της μήνυσης κατά του Π.

Κ., δεν υπήρξε συμφωνία περί αμοιβής. Όσον αφορά τις ανωτέρω πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αυτές είναι απαράδεκτες λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη εξ αυτών διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Όσον αφορά την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αυτή είναι αόριστη όχι μόνο γιατί δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών αυτής, καθώς και σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της ίδιας απόφασης και από ποια αντιτιθέμενα μέρη αυτών προκύπτουν οι αντιφάσεις.

Εξάλλου, οι ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντίφαση αιτιολογιών, σχετικά με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

8. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ ΑΠ 10/2012, 8/2001).

Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που άσκησε η αναιρεσείουσα, αμυνόμενη κατά της από 3-2-2011 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατ’ αυτής, με την οποία αυτός επεδίωκε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 27.000 ευρώ ως υπόλοιπο δικηγορικής αμοιβής του, μετά την αφαίρεση του ποσού των 22.100 ευρώ που του είχε ήδη δώσει προκαταβολικά, την οποία (ένσταση) πρότεινε στο πρωτοβάθμιο και την επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ότι για τη στοιχειοθέτηση αυτής είχε επικαλεσθεί ότι με τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, λόγω της υφιστάμενης γνωριμίας τους από τα φοιτητικά τους χρόνια, είχε συμφωνηθεί για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στις οποίες θα προέβαινε σε εκτέλεση της εντολής της να του καταβάλει ως αμοιβή το ελάχιστο κάθε φορά ποσό δικηγορικής αμοιβής που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων και ότι το ποσό των 22.100 ευρώ, που σταδιακά του είχε καταβάλει και μάλιστα προκαταβολικά, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τη δικαιούμενη από αυτόν δικηγορική αμοιβή, που ανέρχεται σε 10.000 ευρώ, και επομένως, ενόψει όλων αυτών, η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για καταβολή του επιπλέον ως άνω ποσού για δικηγορική αμοιβή του, που ασκήθηκε δόλια μετά την ανάκληση της εντολής, να ασκείται καταχρηστικά, αφού υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται στην προκείμενη περίπτωση τέτοιος αναιρετικός λόγος, έστω και αν πράγματι παρέλειψε το Εφετείο να απαντήσει επ’ αυτού, εφόσον η ως άνω ένσταση, με τα περιστατικά που επικαλείται η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή της, δεν είναι νόμιμη και επομένως δεν θεωρείται ουσιώδης ως προς την έκβαση της δίκης.

9. Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εξής αναιρετικές πλημμέλειες : α) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο χωρίς επαρκή αιτιολογία, άλλως με αντιφατική αιτιολογία, έκρινε ότι έπρεπε να γίνει διαχωρισμός και χωριστή αποτίμηση των δικαστικών και εξώδικων ενεργειών στις οποίες προέβη ο αναιρεσίβλητος, οι οποίες αφορούσαν στην άσκηση της από 22-7-2009 αγωγής κατά της Μ.

Κ. και της από 30-4-2008 αγωγής κατά του Π. Κ., καθώς και της παράστασής του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στο οποίο η αναιρεσείουσα ήταν κατηγορούμενη, εφόσον οι ενέργειες αυτές έγιναν από τον αναιρεσίβλητο εντολοδόχο πριν τις 29-12-2009, που αυτή δικαιολογημένα ανακάλεσε την προς τον αναιρεσίβλητο εντολή και ενώ του είχε ήδη δώσει το ως άνω ποσό των 22.100 ευρώ, β) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 102 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, ως προς την απόρριψη της ένστασή της εκ του άρθρου αυτού, σύμφωνα με την οποία αυτή υποστήριξε ότι το αίτημα της αγωγής της κατά της Μ.

Κ. ήταν υπερβολικά διογκωμένο από τον αναιρεσίβλητο, εφόσον με αυτή φέρεται η αναιρεσείουσα να ζητεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 600.000 ευρώ και το γεγονός αυτό θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τον αναιρεσείοντα δικηγόρο, αν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια, ενώ θα έπρεπε να προσδιορισθεί η δικηγορική αμοιβή του τελευταίου όχι με βάση το αίτημα της παραπάνω αγωγής, αλλά με βάση το ποσό των 20.000 ευρώ, που έπρεπε να ζητηθεί από τον αναιρεσίβλητο και επιδικάζουν συνήθως τα δικαστήρια σε ανάλογες περιπτώσεις και γ) από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε την αντένσταση του αναιρεσιβλήτου, ότι είχε λάβει εντολή από την αναιρεσείουσα για το ύψος του αιτούμενου από τη Μ.

Κ. ποσού, άλλως ως προς την αντένσταση αυτή έχει η προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπή αιτιολογία ως προς τη χορήγηση από μέρους της ειδικής εντολής για το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα. Οι προαναφερόμενες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, εφόσον δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ποιες είναι οι παραδοχές του Εφετείου ως προς τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα και σε τι ειδικότερα συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, καθώς και το νομικό σφάλμα ως προς την ένσταση και την αντένσταση που ερεύνησε αυτό.

Η αιτίαση από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, αφού αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, διαμόρφωσε από αυτά την κρίση της ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας από το άρθρο 102 παρ. 2 Κώδικα Δικηγόρων και αντίθετα ότι είναι βάσιμη κατ’ ουσία η αντένσταση του ήδη αναιρεσιβλήτου περί γραπτής εντολής της πρώτης για την απαίτηση του ως άνω υπέρογκου ποσού των 600.000 ευρώ από τη Μ.

Κ.. Eπομένως, όχι χωρίς αποδείξεις κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμά της. Κατά συνέπεια, ο όγδοος και τελευταίος λόγος αναίρεσης ως προς όλα τα παραπάνω σκέλη του, είναι απορριπτέος. Τέλος, η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της ,πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 206 ΚΠολΔ, ο δικαστής μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή επιδιώκεται η διασφάλιση της δικονομικής τάξης και η τήρηση του επιβαλλόμενου μέτρου ευπρέπειας και κοσμιότητας κατά τη σύνταξη των δικογράφων και παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο, μετά από αίτηση κάποιου διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, χωρίς χρονικό περιορισμό, να διατάσσει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν στον ονειδισμό και την περιφρόνηση του δικαστηρίου ή του αντιδίκου.

Συναφής είναι και η διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), σύμφωνα με την οποία ο δικηγόρος απευθύνεται προς τους δικαστές, τους εισαγγελείς, τους δικαστικούς γραμματείς και στους υπαλλήλους της Δημόσιας Διοίκησης και κάθε άλλης Δημόσιας Αρχής, με υπευθυνότητα και σεβασμό. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των από 19-9-2016 και 28-3-2017 έγγραφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι περιέχονται σ’ αυτές οι εξής φράσεις:

‘ ‘ Το Σεβαστό Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, επιλαμβανόμενον της παρούσης υποθέσεως... οφείλει επισταμένως να εξετάσει ένα έκαστον των νομίμων λόγων της αναιρέσεως... δια να μην τυχόν παρασυρθεί από την εσφαλμένη εισήγηση, με την οποία απαραδέκτως και χωρίς τη δέουσα εξέταση των κατ’ ιδίαν λόγων του αναιρετηρίου ...

ζητείται η απόρριψη των σαφών και πάντη νομίμων και βασίμων λόγων της αναιρέσεως, ως δήθεν αορίστων... Εκ της ως άνω παντελώς γενικής και συλλήβδην απορριπτικής και των 10 τεκμηριωμένων και νομίμων λόγων του αναιρετηρίου Εισήγησης δημιουργείται ευλόγως η υπόνοια μεροληπτικής και όχι αντικειμενικής και επισταμένης εξέτασης των βασίμων λόγων της αναιρέσεώς μου’ ‘ (σελ 25 των από 19-9-2016 προτάσεων, στίχοι 16-32 και 21 και 22 των από 28-3-2017 προτάσεων της αναιρεσείουσας, στίχοι 28-32 και 1-13 αντίστοιχα).

Οι φράσεις αυτές αξιολογούνται από το Δικαστήριο τούτο ως ανάρμοστες και υβριστικές προς το πρόσωπο της εισηγήτριας της κρινόμενης υπόθεσης, στην οποία προσάπτεται η ενέχουσα πρόθεση μεροληπτική υπέρ του αναιρεσιβλήτου κρίση. Πρέπει, επομένως, κατ’ επιτρεπτή αυτεπάγγελτη έρευνα, να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 206 ΚΠολΔ, η διαγραφή τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους από 16-2-2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 28-8-2015 αίτηση της Κ. Δ. για αναίρεση της 2476/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Διατάσσει τη διαγραφή των περιεχόμενων στα δικόγραφα των από 19-9-2016 και 28-3-2017 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ανάρμοστων και υβριστικών φράσεων, όπως αυτές αναφέρονται στο σκεπτικό.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ