Supreme Court partially allows appeal against bank dismissal, remanding case due to procedural error regarding supplementary claim basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a severance pay claim. The plaintiffs argued the lower court misinterpreted their resignation letter by claiming they waived further claims against the bank, whereas the letter only addressed their service record. The Court found the lower court's reliance on this unproven claim a procedural violation, as it was not formally proposed before the appellate court. Consequently, the decision was remanded for retrial while the plaintiffs were ordered to pay partial legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 of Law 3198/1955; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: A claim based on a misinterpretation of evidence regarding the waiver of supplementary rights, which was not formally proposed to the appellate court, constitutes a procedural error requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1264 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1264/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4 )Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, κατοίκου ..., 6) Χ6, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι (σύνολο 6) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πετρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 733/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5096/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2008 αίτησή τους καθώς και με τους από 26-3-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 9-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως προς την επικουρική βάση της αγωγής και την απόρριψη λοιπών (κυρίων και προσθέτων).
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη τους και καθένας από αυτούς, την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου διαρκείας, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρ. 6 του Ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, αποζημιώσεως, που υπολογίζεται με βάση το άρθρ. 1§§1 και 2 του αυτού νόμου.
Επίσης, κατά το εδ. β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρ. 8 του Ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, αν συμπληρώσουν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν ή να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη.
Κατά την παρ. 3 του άρθρ. 5 του Ν. 435/1976 "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος". Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρ. 680 ΑΚ, 3§1 του Ν. 3239/1955, 7§2 του Ν. 1876/1990, 8§1 του Ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ.
α' του άρθρ. 8 του Ν. 3198/1955, το οποίο, όπως και το άρθρ. 5§1 του Ν. 435/1976, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων. Ενόψει αυτών και του άρθρ. 361 του ΑΚ, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη αυτής συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σύμβασης με ευνοϊκότερους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, όρους σε σχέση με τους προβλεπόμενους στο άρθρ. 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άνω άρθρου, ο δε μισθωτός, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα αποζημίωση και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, ενώ αν η από τη συμβατική ρύθμιση προβλεπόμενη αποζημίωση είναι μικρότερη και κατεβλήθη, ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά.
Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν.1876/1990 με την από 9-3-2001 επιχερησιακή συλλογική σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού αυτής (ΣΥ.Ε.Τ.Ε.), κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αρ. 5/12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 2 παρ.6, 7 παρ.1 και 8 παρ.3 του Ν.1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται, με τον θάνατο του υπαλλήλου, με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία επιφέρει τη λύση της σύμβασης χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, με καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, λόγω επιβολής της κατά το άρθρο 29 του Κανονισμού ποινής της οριστικής παύσης, αυτοδικαίως, λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα, σε κάθε δε περίπτωση με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του.
Εξάλλου, οι όροι του με ισχύ νόμου κανονισμού εργασίας, αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπόμενη από τέτοιο κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας περιέχει και τους όρους του κανονισμού. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του άνω Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτησή του υπαλλήλου, η οποία επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν.3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτηση του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της ΕΤΕ, δικαιούται την ως άνω μειωμένη αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα, ή να έχει σημασία η άρνηση αυτής να αποδεχθεί την εν λόγω παραίτηση. (ΑΠ (Ολ) 42/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, η πρώτη εξ αυτών τη 12-5-1976, η δεύτερη τη 12-5-1975, η τρίτη τη 2-1-1976, η τέταρτη τη 2-1-1976, ο πέμπτος την 7-11-1983 και ο έκτος την 8-8-1978.
Η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ρυθμίζεται από τον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό εργασίας της τελευταίας, στον οποίο προσχώρησαν από της προσλήψεώς των οι αναιρεσείοντες. Με την από 28.5.2002 επιχειρησιακή ΣΣΕ που συνήφθη μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης και του Συλλόγου Υπαλλήλων (ΣΥΕΤΕ) της τελευταίας, η οποία αποσκοπούσε στη διευκόλυνση όσων υπαλλήλων της επιθυμούσαν να αποχωρήσουν πρόωρα από την υπηρεσία τους με την παροχή κινήτρων σε αυτούς, αλλά και προς όφελος της ιδίας και του προσωπικού της από την αποσυμφόρηση των θέσεων στους ανώτατους και ανώτερους κυρίως βαθμούς, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα:
Η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, με την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν τα παρακάτω οριζόμενα, σε όσους εκ των υπαλλήλων της θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι τη 14.8.2002, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι θα παραιτηθούν από την Τράπεζα και η παραίτησή τους θα γίνει αποδεκτή από αυτήν, θα χορηγήσει κατ' επιλογή τους διαζευκτικά μια από τις παρακάτω παροχές:
α) προαγωγή στον επόμενο βαθμό του κλάδου, β)αποζημίωση ισόποση με τη διαφορά μεταξύ του ποσού που θα λάβουν αποχωρώντας ως " εφάπαξ αποζημίωση " από το Ταμείο Αυτασφάλειας προσωπικού ΕΤΕ και εκείνου που θα ελάμβαναν αν δεν ίσχυε το προβλεπόμενο από τις σχετικές διατάξεις ανώτατο όριο (πλαφόν) εφάπαξ αποζημίωσης.
Η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη σε καμία περίπτωση του ποσού των 14.700 ευρώ ακόμη και αν δεν υπάρχει περικοπή εφάπαξ, για όσους δε εκ των υπαλλήλων αποχωρήσουν λαμβάνοντας την εν λόγω παροχή (αποζημίωση) η Τράπεζα θα καταβάλει για κάθε αποχωρούντα ποσό 1.770 ευρώ στο λογαριασμό επικουρήσεως και ποσό 1.230 ευρώ στο ΤΥΠΕΤ ως εφάπαξ οικονομική ενίσχυσή τους.
Οι εκ των υπαλλήλων δικαιούμενοι και επιθυμούντες να υπαχθούν στις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, θα πρέπει να υποβάλουν το αργότερο μέχρι τις 28-6-2002 σχετικό έγγραφο στη Δ/νση προσωπικού της Τράπεζας, στο οποίο θα περιλαμβάνεται ανέκλητη δήλωση υπαγωγής τους στην εν λόγω ΕΣΣΕ, δήλωση παραίτησης και δήλωση επιλογής μιας εκ των δύο προβλεπόμενων παροχών.
Η Τράπεζα μέχρι τις 15/7/2002 θα αποφασίσει κατά την απόλυτη κρίση της περί της αποδοχής ή μη των δηλώσεων, η δε σύμβαση εργασίας των υπαλλήλων των οποίων θα γίνει δεκτή η παραίτηση, θα λύεται στις 14/8/2002 οπότε και θα καταβληθεί το κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενο χρηματικό ποσό. Οι αποχωρούντες κατ' εφαρμογή της εν λόγω ΕΣΣΕ δεν θα δικαιούνται καμία άλλη εκτός την επιλεγείσα μία και μόνο παροχή.
Στις ρυθμίσεις της εν λόγω ΕΣΣΕ υπέβαλαν δηλώσεις υπαγωγής 655 υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι συγκέντρωναν τις οριζόμενες με αυτή προϋποθέσεις. Έτσι οι τελευταίοι με σχετικές δηλώσεις τους προς την Τράπεζα δήλωσαν ότι γνωρίζοντας το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων με την άνω ΕΣΣΕ, επιθυμούν να παραιτηθούν από την υπηρεσία τους λαμβάνοντας τηνπροβλεπόμενη με στοιχ.
β' παροχή (δηλαδή το ποσό της χρηματικής αποζημίωσης), παράλληλα δε δήλωσαν ότι δεν διατηρούν οποιαδήποτεάλλη εκκρεμότητα ή αξίωση τους έναντι της τελευταίας. Η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε ρητά τις δηλώσεις παραίτησης των αναιρεσειόντων και έτσι έληξαν οι εργασιακές τους συμβάσεις, οι οποίες κατ' αυτόν τον τρόπο μετατράπηκαν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε αορίστου χρόνου.
Συγκεκριμένα, η εργασιακή σύμβαση της πρώτης αναιρεσείουσας λύθηκε στις 10-9-2002, της δεύτερης στις 13-9-2002, της τρίτης στις 21-10-2002, της τετάρτης στις 14-8-2002, του πέμπτου στις 14-8-2002, και του έκτου στις 14-9-2002, δηλαδή καθόν χρόνο οι τελευταίοι είχαν συμπληρώσει στην αναιρεσίβλητη συνολική υπηρεσία 26 ετών τουλάχιστον η πρώτη, τρίτη και τετάρτη, 27 ετών τουλάχιστον η δεύτερη, 18 ετών τουλάχιστον ο πέμπτος και 24 ετών τουλάχιστον ο έκτος.
Έτσι, σε εκτέλεση των όσων συμφωνήθηκαν με την άνω επιχειρησιακή ΣΣΕ, οι αναιρεσείοντες αποχώρησαν από την υπηρεσία τους και για την αποχώρηση τους αυτή έλαβαν ως αποζημίωση (κίνητρο) από την Τράπεζα τα ακόλουθα ποσά ο καθένας: α) 16855,77 ευρώ η πρώτη, β) 16153,10 ευρώ η δεύτερη, γ) 23963,84 ευρώ η τρίτη, δ) 19865,10 ευρώ η τετάρτη, ε) 14700 ευρώ ο πέμπτος και στ) 14700 ευρώ ο έκτος.
Τα προαναφερόμενα ποσά που έλαβαν ως αποζημίωση οι αναιρεσείοντες, κατά συνεπεία της κατ'εφαρμογή της ανωτέρω ΕΣΣΕ αποχωρήσεως τους από την υπηρεσία τους, υπολείπονται εκείνων που εδικαιούντο να αξιώσουν βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920, αφού συνέτρεχαν στο πρόσωπο τους οι οριζόμενες από το άρθρο 8 παρ.
α' του ν. 3198/1955 προϋποθέσεις (σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, δεκαπενταετής και πλέον υπηρεσία στην Τράπεζα και αποχώρησή τους από την υπηρεσία ( με τη συγκατάθεση της), τα οποία ενόψει του συνολικού χρόνου απασχολήσεώς τους, του ύψους των τακτικών αποδοχών τους του τελευταίου πριν από την αποχώρηση τους μηνός (το οποίο δεν αρνείται η τελευταία) και του γεγονότος ότι η αναιρεσίβλητη κατά το έτος 2002 οπότε αποχώρησαν από την υπηρεσία τους οι αναιρεσείοντες, δεν ανήκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και συνομολογείται άλλωστε και από την ίδια, η πλειοψηφία των μετοχών της δεν ανήκει στο Δημόσιο, ανέρχονται στο ποσό α) των 25941,74 ευρώ για την πρώτη, β) των 27630,20 Ευρώ για τη δεύτερη γ) των 31.333,91 Ευρώ για την τρίτη, δ) των 27629,12 ευρώ για την τετάρτη ε) των 23965,17 ευρώ για τον πέμπτο και στ) των 23150,46 ευρώ για τον έκτο.
Οι τελευταίοι όμως δεν δικαιούνται να αξιώσουν αθροιστικά εκτός από τα άνω ποσά που έλαβαν και την καταβολή της αποζημίωσης ή της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ της τελευταίας και εκείνης που έλαβαν κατ' εφαρμογή της ως άνω ΕΣΣΕ, τα οποία ζητούν με την ένδικη αγωγή τους, εφόσον σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν αναγκαία προϋπόθεση για να δικαιούνται να αξιώσουν αθροιστικά και την άνω παροχή από τη συμβατική ρύθμιση και την αποζημίωση του άρθρου 8 παρ. 1α του Ν. 3198/1955 αποτελεί η διατήρηση του σχετικού δικαιώματος τους μετά από συμφωνία με την αναιρεσίβλητη και στην προκειμένη περίπτωση από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν όχι μόνο δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας τους με την Τράπεζα αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι οιαναιρεσείοντες πριν την αποχώρηση τους από την υπηρεσία τους με τις άνω δηλώσεις τους προς την Τράπεζα δήλωσαν ότι δεν διατηρούν οποιαδήποτε άλλη εκκρεμότητα ή αξίωση έναντι της τελευταίας.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και είχε επιδικασθεί η αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ. α'του Ν. 3198/1955, απέρριψε την αγωγή τόσο κατά την κυρία (επιδίκαση της αποζημιώσεως του άρθρ. 8 εδ. α'του Ν. 3198/1955) όσο και κατά την επικουρική της βάση (επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ των αποζημίωσεων) που κατεβλήθη και της προβλεπόμενης από το άρθρ. 8 εδ.
α'). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο καθόσον μεν αφορά την απόρριψη της αγωγής κατά την κυρία της βάση δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται να αξιώσουν αθροιστικά, εκτός από την εφάπαξ αποζημίωση που συμφωνήθηκε και την προβλεπόμενη από το άρθρ. 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955 αποζημίωση, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι διατήρησαν το εν λόγω δικαίωμά τους κατόπιν συμφωνίας με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος. Επομένως, η αποδιδόμενη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια ως προς την απόρριψη της κυρίας βάσεως της ένδικης αγωγής δεν είναι βάσιμος.
Ο αυτός όμως λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος κατά το μέρος που αναφέρεται στην απόρριψη της επικουρικής βάσεως της αγωγής, δηλαδή στη μη επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ της αποζημιώσεως που συμφωνήθηκε για την πρόωρη οικειοθελή αποχώρησή τους και της προβλεπόμενης από το άρθρ. 8 εδ. α'του Ν. 3198/1955. Συγκεκριμένα, ο μισθωτός, εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικά και την προβλεπόμενη στο άρθρ. 8 εδ.
α'του Ν. 3198/1955 αποζημίωση, εφόσον η εφάπαξ αποζημίωση που συμφωνήθηκε για την πρόωρη οικειοθελή αποχώρηση είναι ευνοϊκότερη έναντι της πρώτης. Στην περίπτωση όμως που το καθεστώς αποζημιώσεως που συμφωνήθηκε για την πρόωρη λύση της εργασιακής σχέσεως πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου της διάρκειάς της δεν είναι ευνοϊκότερο και η αποζημίωση που έλαβε βάσει αυτού ο μισθωτός είναι μικρότερη από την προβλεπόμενη από το άρθρ. 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, ο τελευταίος δικαιούται τη διαφορά, κατ' επιλογή της προαναφερθείσας αρχής της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, στην προκειμένη δε περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η αποζημίωση που κατεβλήθη στους αναιρεσείοντες λόγω της κατά τα άνω πρόωρης αποχώρησής τους υπολείπεται εκείνης που μπορούσαν να αξιώσουν σύμφωνα με το άρθρ. 8 εδ.
α'του Ν. 3198/1955 κατά τα αναλυτικά διαλαμβανόμενα για έκαστο εξ αυτών ποσά. Επειδή κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού με την έννοια των άρθρ. 339 και 452 επ.
του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικά ή κυρίως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο κατάδηλα διαφορετικό, εξαιτίας του οποίου κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατ' άρθρ. 561§1 του Κ.Πολ.Δ.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, και κατά το μέρος που πλήττει την απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι με τη δήλωση που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες κατά την παραίτησή τους από την υπηρεσία δήλωσαν ότι δεν διατηρούν καμία άλλη εκκρεμότητα η αξίωση έναντι της Τράπεζας, ενώ από το περιεχόμενο της δηλώσεως συνάγεται ότι αναφέρονταν ότι δεν υπάρχει άλλη εκκρεμότητα ή αξίωση ως προς τη μέχρι τότε υπηρεσιακή τους εξέλιξη, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη παραμόρφωση αφορά το πόρισμα, στο οποίο το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε και το οποίο κατά τους αναιρεσείοντες είναι εσφαλμένο και επομένως, συνιστά αιτίαση που ανάγεται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, κατά την έννοια του άρθρ. 562§2 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (ΑΠ (Ολ) 16/2000).
Εν προκειμένω, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δήθεν ισχυρίσθηκε η αναιρεσίβλητη κατ' ένσταση ότι η οικονομική παροχή (αποζημίωση) που έλαβαν οι αναιρεσείοντες κατά την αποχώρησή τους στα πλαίσια του προγράμματος εθελουσίας εξόδου απέκλειε το δικαίωμα των τελευταίων να αξιώσουν επιπροσθέτως την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ. α'του Ν. 3198/1955, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε παραδεκτώς σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 591§1, 666§1, 115§3 και 256§1 δ' του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με καταχώρηση στα πρακτικά, κατά παραδοχή δε αυτού ως νόμω και ουσία βασίμου απορρίφθηκε η αγωγή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι πρωτίστως απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός προτάθηκε στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή, σύμφωνα με όσα είχαν προεκτεθεί, εφόσον γίνεται δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, που πλήττει το κεφάλαιο που αναφέρεται στην απόρριψη της επικουρικής βάσεως της αγωγής, παρέλκει η έρευνα των λοιπών υπό στοιχ. Β', Γ' και Δ' λόγων αναιρέσεως, που κατάτειναν στο αυτό αποτέλεσμα. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί ως προς το μέρος αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5096/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ