Legislator Case Law & Legislation
1264/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to state facts for Article 559(1) and document distortion for Article 559(20).

Case Number 1264/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision, ruling the appeal inadmissible on two grounds. The appellant argued the lower court distorted a notary's summary and an expert report, but the Court found the appeal failed to state the necessary facts for the Article 559(1) claim and that the expert report is an independent evidence item, not a document subject to distortion under Article 559(20). Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of a document is inadmissible if the appellant fails to state the facts supporting the claim, and an expert report constitutes independent evidence rather than a document subject to distortion.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal distortion of document expert report evidence failure to state facts Article 559 Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 484/1997
Case 442/1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1264 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1264/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κόκκονο.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Στολικίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 19-4-2004 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2004 προδικαστική, 147/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2704/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-2-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 7-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιον από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που συντρέχει# όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επίσης, λόγος αναιρέσεως, που ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (Ολ Α.Π 32/1996).

Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως, κατ` αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται καθόλου οι παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, δεν εξειδικεύται το σφάλμα του Εφετείου, αλλά ούτε και γίνεται μνεία των επί πλέον πραγματικών περιστατικών που έπρεπε να αναφέρονται, για την πληρότητα των αιτιολογιών ή των αντιφατικών αιτιολογιών της αποφάσεως.

II). Aπό τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε την διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του για την απόρριψη της ένδικης αγωγής κατέληξε ύστερα από την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε η πραγματογνώμονας Α, σε εκτέλεση της με αριθμό 239/2004 αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

III). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 484/1997 ΝοΒ 47-32, 442/1993 Ελλ.Δ 36-88 επ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό ..... περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως του σ/φου Σκύδρας Θωμά Γιάτσου σχετικά με την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου. Στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η με αριθμό ..... περίληψη κατακυρωτικής έκθεση του σ/φου Σκύδρας Θωμά Γιάτσου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, ο κρινόμενος ως άνω λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

V). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων από το δικαστήριο ιδρύει τον από την άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, νοούνται τα αποδεικτικά, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφα. Τέτοιο όμως έγγραφο δεν είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα, αφού αυτή συνιστά αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε η διορισθείσα πραγματογνώμονας Α, ως προς την ακριβή έκταση και ταυτότητα του επιδίκου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.2.2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 2704/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ