Supreme Court dismisses appeal on full compensation for forced expropriation, upholding lower court's valuation method.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's determination of compensation for forced expropriation. The appellant argued that the court failed to consider gross annual profits of €78,865 from a cafe operating on the property, while the lower court valued the land at €350 per square meter based on comparable properties and market conditions. The court ruled that the Constitution and relevant law do not mandate using gross income as the sole criterion for valuation, allowing judges to freely assess various comparative evidence to determine full compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17(2) of the Constitution; Law 2882/2001: Full compensation for forced expropriation must reflect the property's value at the time of determination, allowing courts to consider comparable properties and income streams without being restricted to a single criterion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1264 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1264/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη, Ελένη Μαραμαθά και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καπελαρίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία «Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων» (ΤΑΠΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2003 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Κρήτης και συνεκδικάσθηκε με αντίθετη αίτηση της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε δια των από 26-12-2004 προτάσεών της.
Εκδόθηκε η 63/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Μαϊου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 10 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13, 19 παρ. 7 και 9, και 20 παρ. 6, 7, και 8 του ν. 2882/2001 συνάγεται ότι, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, η οφειλόμενη για τον λόγο αυτόν αποζημίωση, μέχρι την καταβολή της οποίας διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, πρέπει να είναι πλήρης, ήτοι να ανταποκρίνεται στην αξία του εν λόγω ακινήτου κατά τον χρόνο της συζητήσεως για τον προσωρινό ή τον οριστικό (εφόσον από την πρώτη συζήτηση παρήλθε ένα έτος) προσδιορισμό της αποζημιώσεως και να επιτρέπει στον ιδιοκτήτη την αντικατάσταση του απαλλοτριούμενου με άλλο ισάξιο ακίνητο.
Για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της σχετικής αποδεικτικής του κρίσεως, την αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και την πρόσοδο του απαλλοτριουμένου. Τα εν λόγω κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά ούτε υποχρεωτικά για το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του και να εκτιμήσει ελευθέρως και άλλα αποδεικτικά μέσα, έστω και μη πληρούντα τους όρους του νόμου, εφόσον αυτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία.
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδ. α΄ και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα τα εξής: Η φερόμενη ως ανήκουσα στην αναιρεσείουσα κατά κυριότητα εδαφική έκταση, η οποία κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα με την 1063934/7002/24-8-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού για δημόσια ωφέλεια και δη για την προστασία, συντήρηση και ανάδειξη του περιβάλλοντος χώρου της ..., εμφαίνεται με τα στοιχεία ...
στον σχετικό κτηματολογικό πίνακα και ευρίσκεται στην περιοχή ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου.... Το εν λόγω ακίνητο είναι γωνιακό με πρόσοψη στη λεωφόρο ... και σε κοινοτική οδό και απέχει περίπου πενήντα μέτρα από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου της ... και τριάμισι μέτρα από την έξοδο, ενώ συνορεύει βορείως με συνεχόμενο ακίνητο του Δημοσίου, το οποίο χρησιμοποιείται ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων, είναι δε εκτός οικισμού και δεν μπορεί να οικοδομηθεί, γιατί ευρίσκεται εντός της Α' αρχαιολογικής ζώνης της ...
Η γύρωθεν περιοχή εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και από αστική συγκοινωνία, ενώ, κατά τους θερινούς, ιδίως, μήνες εμφανίζει μεγάλη τουριστική κίνηση. Κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, στο απαλλοτριούμενο ακίνητο λειτουργούσε κατάστημα-καφεστιατόριο, από την εκμετάλλευση του οποίου η αναιρεσείουσα αποκόμιζε σημαντικά κέρδη.
Ακολούθως, το Εφετείο, συνεκτιμώντας τις ενώπιόν του ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, την ανερχόμενη στο ποσό των 2.241,43 ευρώ αντικειμενική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, τις 28/1991 και 127/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με τις οποίες έχει καθορισθεί προσωρινώς η αποζημίωση για άλλα ακίνητα όμορα με το απαλλοτριούμενο, καθώς και όλα τα υπόλοιπα προσκομισθέντα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, έκρινε ότι, κατά τον χρόνο της ενώπιόν του συζητήσεως της υποθέσεως (7-12-2004), η πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, δηλαδή εκείνη με την οποία η αναιρεσείουσα μπορεί να το αντικαταστήσει με άλλο ισάξιο ακίνητο, και συνακόλουθα η πλήρης αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 350 ευρώ κατά μ2.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου αναφορικώς με την πληρότητα της καθορισθείσας αποζημιώσεως, ενώ εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, ως προς το αν δηλαδή έγινε ή όχι σωστή εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της πλήρους αποζημιώσεως.
Η παράλειψή του δε να χρησιμοποιήσει ως μοναδικό κριτήριο για την αξία του απαλλοτριουμένου τα ακαθάριστα έσοδα των 78.865 ευρώ, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, απέφερε σ'αυτή η εκμετάλλευση του άνω καταστήματος, δεν συνιστά ερμηνευτικό ούτε υπαγωγικό σφάλμα, αφού οι εκτεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ν.2882/2001 δεν καθιερώνουν συναφώς αποκλειστικά κριτήρια, αλλά επιτρέπουν τη συνεκτίμηση οποιουδήποτε πρόσφορου συγκριτικού στοιχείου.
Εξάλλου, η παράλειψή του να αναφέρει, συγκεκριμένως, ποιο ήταν το ποσό της ετήσιας προσόδου από την εκμετάλλευση του εν λόγω καταστήματος και για ποιους λόγους καθόρισε την αποζημίωση περίπου στο ήμισυ της ετήσιας αυτής προσόδου, δεν συνεπάγεται έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού σ'αυτή έχει διατυπωθεί με σαφήνεια το αποδεικτικό πόρισμα, που συνήγαγε το εφετείο από τα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατ΄ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να μην επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας, διότι δεν υπάρχει σχετικό αίτημα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2005 αίτηση της ... για αναίρεση της 63/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ