Legislator Case Law & Legislation
1263/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on termination compensation, dismissing vague evidence argument.

Case Number 1263/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding employment termination compensation. The appellant argued that the Court of First Instance improperly relied on a sworn affidavit without specific factual details, but the Court rejected this claim as too vague. Consequently, the judgment was set aside only regarding termination and overtime compensation, with the case remanded for further examination by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 167, 168, 648, 669 of the Civil Code; Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument alleging improper consideration of evidence must specifically identify the facts, the content of the evidence, and the specific claims affected; vague arguments are inadmissible.

Keywords

AI generated
employment termination compensation appeal admissibility evidence specification remand for retrial court costs allocation sworn affidavit Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 167, 168, 648, 669 of the Civil Code
Article 1 & 3 of Law 2112/1920
2112/1920, 1, 3 § 1, 5 Β.Δ.
Article 1, Section 3, Paragraph 5 of the Royal Decree of 16/18-7-1920
2112/1920, 1, 3 § 1, 5 Β.Δ.
Article 5 of Law 3198/1955
Article 349, 350 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 9 of Law 118/1945
Article 1, Section 2 of Law 3198/1955
2112/1920, 1, 3 § 1, 5 Β.Δ.
Article 559, paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Article 580, Section 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, Section 1, 191, Section 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1263 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1263/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: S. A. του M. , κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΥΣΟΣ Α.Τ.Ε.», που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Ξανθοπούλου – Καλονάρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.10.2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1412/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2856/2019 του Μονομελές Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10.12.2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 & 3 Ν. 2112/1920, 1, 3 § 1, 5 Β.Δ. από 16/18-7-1920 και 5 Ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη, θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως και έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Σε περίπτωση ακυρότητας, ο εργοδότης που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος (άρθρα 349, 350 ΑΚ) και υποχρεούται στην πληρωμή των αποδοχών του για το διάστημα της υπερημερίας του.

Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, τις αποδοχές του είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από τον Ν. 2112/1920 ή από το Β.Δ.

από 16/18-7-1920 αποζημίωση. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 9 Ν. 118/1945, η οποία τροποποιηθείσα επαναφέρθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 1 § 2 Ν. 3198/1955, οι επιχειρήσεις εργοδότες δύνανται να καταγγέλλουν τη σχέση εργασίας του προσωπικού των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών τους, υποχρεούνται όμως να καταβάλλουν σ' αυτό την υπό του Β.Δ.

της 16/18-7-1920 οριζόμενη αποζημίωση για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Κατά τας περιπτώσεις αυτές δεν επιτρέπεται προειδοποίηση (προμήνυση). Η κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις οφειλόμενη αποζημίωση, υπολογίζεται βάσει της οριζόμενης από το άρθρο 3 § 1 του ως άνω Β.Δ.

προθεσμίας καταγγελίας, σύμφωνα με την οποία, η αποζημίωση απόλυσης εργατοτεχνίτη που απασχολήθηκε στον εργοδότη του πάνω από 5 μέχρι 10 έτη ανέρχεται σε 30 ημερομίσθια. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 Ν. 435/1976, 6 της από 24.02.1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (που δημοσιεύθηκε με την Υ.Α. 11770/1984, ΦΕΚ Β' 81), με την οποία η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών γενικά ορίσθηκε από 01.01.1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχόλησης πέραν από το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο και έως την συμπλήρωση του ανώτατου νόμιμου ωραρίου, δηλ.

για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών (που κυρώθηκε με το άρθ. 29 ν. 1346/1983), και 4 Ν. 2874/2000 (όπως ίσχυσε μέχρι 30-9-2005, όταν αντικαταστάθηκε από το άρθ. 1 ν. 3385/2005 που επανέφερε την υπερεργασία), με το οποίο καταργήθηκε από 01.04.2001 η υπερεργασία και η απασχόληση πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τον προβλεπόμενο εκεί αριθμό ωρών θεωρείται ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, αμειβομένη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά τις εκεί διακρίσεις, συνάγεται ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) συνολικής απασχόλησης 40 ωρών, εφόσον με Σ.Σ.Ε.

κ.λπ. έχει καθιερωθεί για ορισμένη κατηγορία εργαζομένων συνολική διάρκεια εβδομαδιαίας εργασίας μικρότερη των 40 ωρών, η υπέρβαση του συμβατικού αυτού χρόνου μέχρι τις 40 ώρες αποτελεί απλή υπερεργασία, για την οποία, θεωρουμένη ως πρόσθετη εργασία κατ’ άρθ. 659 ΑΚ, ο μισθωτός δικαιούται σύμφωνα με την ως άνω διάταξη πρόσθετη αμοιβή, ανάλογη με τις ώρες που διαρκεί η πρόσθετη εργασία, χωρίς, κατ’ αντίθεση με τη θεσμοθετημένη ως άνω υπερεργασία, προσαυξήσεις, στην περίπτωση δε αυτή το ωρομίσθιο υπολογίζεται με βάση τον καταβαλλόμενο μισθό σε συνδυασμό με το συμφωνημένο ωράριο εργασίας (ΑΠ 1033/2011).

Ειδικότερα με τη Δ.Α. 58/1985 «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών κλάδων όλης της Χώρας» ορίζεται ότι το ωράριο των εργαζομένων (οικοδόμων), που υπάγονται στην παρούσα μειώνεται κατά 15 λεπτά την ημέρα, καθορίζεται δηλ. σε 38 ώρες και 45 λεπτά την εβδομάδα αντί του νομίμου που είναι 40ωρο την εβδομάδα.

Την ίδια ρύθμιση επανέλαβαν όλες οι μετέπειτα ισχύσασες Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., καθώς και η τελευταία από 14.07.2009 Σ.Σ.Ε. «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών κλάδων όλης της Χώρας», η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 24.07.2009 με την Υ.Α. 27699/2250/17-9-2009 (ΦΕΚ Β' 2078/28-9-2009). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) συνολικής απασχόλησης 40 ωρών, εφόσον με ΣΣΕ κ.λπ.

έχει καθιερωθεί για ορισμένη κατηγορία εργαζομένων, όπως για τους εργατοτεχνίτες οικοδόμους, συνολική διάρκεια εβδομαδιαίας εργασίας μικρότερη των 40 ωρών, η υπέρβαση του συμβατικού αυτού χρόνου μέχρι τις 40 ώρες αποτελεί απλή υπερεργασία, για την οποία, θεωρουμένη ως πρόσθετη εργασία κατ’ άρθρο 659 ΑΚ, ο μισθωτός δικαιούται σύμφωνα με την ως άνω διάταξη πρόσθετη αμοιβή, ανάλογη με τις ώρες που διαρκεί η πρόσθετη εργασία, χωρίς, κατ’ αντίθεση με την θεσμοθετημένη υπερεργασία, προσαυξήσεις, στην περίπτωση δε αυτή το ωρομίσθιο υπολογίζεται με βάση τον καταβαλλόμενο μισθό σε συνδυασμό με το συμφωνημένο (μειωμένο) ωράριο εργασίας.

Εξάλλου, η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του 5νθημέρου, απαγορευομένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ’ άρθρο 904 ΑΚ.

Ήδη, με το άρθρο 8 του Ν. 3846/2010 «Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις», το οποίο φέρει τον τίτλο «Εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας κατά παράβαση του πενθημέρου» ορίζονται τα εξής: «Η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, προσαυξημένο κατά 30%. Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις». Έτσι, από 11.05.2010, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 3846/2010, η αμοιβή του εργαζόμενου για την παράνομη απασχόλησή του κατά την ημέρα του Σαββάτου, ως έκτη ημέρα της εβδομάδας, θεμελιώνεται απευθείας στον ανωτέρω νόμο, ο οποίος θέσπισε ως αμοιβή το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο του εργαζόμενου, προσαυξημένο κατά ποσοστό 30%.

Ακόμη, με το νόμο 4321/1963, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 4469/1965, συστήθηκε στο ΙΚΑ ειδικός λογαριασμός χορηγήσεως δώρων εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας στους απασχολούμενους σε οικοδομικές ή τεχνικές εν γένει εργασίες εργατοτεχνίτες, από την εισφορά που καταβάλλεται υπέρ του ειδικού λογαριασμού από τον εργολήπτη του έργου, ο οποίος προσλαμβάνει ή αμείβει τους ασφαλισμένους (άρθρο 40 ν.δ. 2698/1953) και η οποία ισούται με το 17% των αποδοχών, επί των οποίων υπολογίζονται οι υπέρ του ΙΚΑ εισφορές και εισπράττεται μαζί με τις εν λόγω εισφορές (άρθρα 1-3). Οι παροχές που καταβάλλονται από τον ειδικό λογαριασμό είναι ίσες με την αξία των ενσήμων (δωροσήμων και αδειοσήμων) που επικολλήθηκαν μέχρι την ημέρα της καταβολής (άρθρο 4 § 1 ν. 432/1963, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την § 13 του άρθρου 2 ν. 1759/1988), ενώ οι υπόχρεοι σε καταβολή της εισφοράς υπέρ του Ειδικού λογαριασμού δεν υποχρεούνται πλέον σε απευθείας καταβολή επιδομάτων εορτών, αποδοχών και επιδόματος άδειας στους καλυπτόμενους από τον ειδικό λογαριασμό. Οι τελευταίοι (μισθωτοί), εφόσον συμπληρώνουν τις προβλεπόμενες από τον α.ν. 539/1945 προϋποθέσεις, δικαιούνται την από αυτόν προβλεπόμενη άδεια αναπαύσεως, χωρίς δικαίωμα απολήψεως από τον εργοδότη και των αντιστοιχουσών σ’ αυτήν αποδοχών (άρθρο 4 § 2 ν. 4321/1963).

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, οι μισθωτοί στους οποίους αναφέρονται, μετά από συνεχή ενιαύσια υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη δικαιούνται κατ’ έτος την άδεια που ορίζεται στο ν. 539/1945. Εάν δε ο εργοδότης αρνηθεί τη χορήγηση της αιτηθείσας ετήσιας άδειας, ή με απροειδοποίητη καταγγελία και με αφορμή που βαρύνει τον εργοδότη ματαιώσει την ικανοποίηση των δικαιωμάτων του μισθωτού που απορρέουν από τη λήψη της άδειας, υποχρεούται μετά τη λήξη του έτους κατά το οποίο ήταν χορηγητέα η άδεια, να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας ως προσαύξηση κατά ποσοστό 100%, πέραν εκείνων οι οποίες είναι καταβλητέες από τον ειδικό λογαριασμό (ΑΠ 1049/2008).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 785/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).

[II] Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 21.10.2015 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, εξέθεσε ότι απασχολήθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης επί οκτώ ώρες ημερησίως, ως οικοδόμος στα έργα που εκτελούσε αυτή σε διάφορα εργοτάξια στην Αττική, από 01.01.2007 έως 26.05.2015 που τον απέλυσε και ζήτησε για το χρονικό διάστημα από 01.01.2010 έως 26.05.2015, για διαφορές μεταξύ του καταβαλλόμενου και του νόμιμου ημερομισθίου, πρόσθετη αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία του πέραν του νόμιμου ωραρίου του των 38,75 ωρών την εβδομάδα, για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες, εργασία καθ' όλα τα Σάββατα, για εξ υπαιτιότητας της εναγομένης μη χορήγηση των ετήσιων αδειών αναψυχής (ποινή) και για αποζημίωση απόλυσης, να υποχρεωθεί (εν μέρει αναγνωριστικά) η τελευταία να του καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και κατ’ έφεση αμφοτέρων των διαδίκων, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού έκρινε τυπικά δεκτές αυτές, δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής:

«| Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΑΛΥΣΟΣ ΑΤΕ είναι τεχνική εργοληπτική εταιρεία, η οποία αναλαμβάνει την εκτέλεση τεχνικών, χωματουργικών, οδοποιητικών και αποχετευτικών έργων, αναλαμβάνοντας, κυρίως την εκτέλεση δημοσίων έργων. Την 01.01.2007 ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ανειδίκευτος εργάτης, απασχολούμενος επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα από Δευτέρα έως και Παρασκευή και οκτώ (8) ώρες ημερησίως από ώρα 07.00 έως ώρα 15.00 το καλοκαίρι και από ώρα 07.30 έως ώρα 15.30 το χειμώνα με ένα ενδιάμεσο διάλειμμα δεκαπέντε -είκοσι λεπτών για ξεκούραση, έναντι ημερομισθίου που ανήλθε από 01.01.2010 στο ποσό των 52,35 ευρώ, πλέον επιδόματος μιας τριετίας ποσού 2,62 ευρώ, σύμφωνα με την από 14.07.2009 ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών κλάδων όλης της Χώρας» (ΠΚ 45/24.7.2009), που ισχύει από 01.01.2009.

Από τον Ιούνιο του έτους 2013 το ημερομίσθιο του ενάγοντος ανήλθε στο ποσό των 62,82 ευρώ (ήτοι, βασικό ημερομίσθιο 52,35 ευρώ και επίδομα τριετίας 10,47 ευρώ). Ο ενάγων απασχολείτο στην επιχείρηση της εναγομένης από την πρόσληψή του έως την αποχώρησή του από αυτή, ως ανειδίκευτος εργάτης και συγκεκριμένα έσκαβε, μετέφερε μπάζα, αδρανή υλικά, φτυάριζε, σκούπιζε το εργοτάξιο, ασχολείτο με την περίφραξή του, ήτοι ασχολείτο με εργασίες που δεν απαιτούσαν εξειδίκευση.

Περαιτέρω, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, ειδικά δε από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την εναγομένη ενημερωτικά σημειώματα Δωροσήμου του ΙΚΑ αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παρείχε την εργασία του και σε άλλους εργοδότες – εταιρείες (οι οποίες φέρουν διαφορετικό ΑΦΜ από αυτό της εναγομένης) και συγκεκριμένα:

Τον Απρίλιο του έτους 2010 στην εταιρεία «Ε. Κ. – Χ. Χ. Κ. Ο.Ε.» επί 16 ημέρες• Τον Αύγουστο του έτους 2010 στην εταιρεία «Ε. Κ. – Χ. Κ. – Χ. Χ. Κ. Ο.Ε.» επί 12 ημέρες•

Τον Σεπτέμβριο του έτους 2010 στη «ΔΕΚΕΗΛ» επί 17 ημέρες•

Τον Ιούνιο τους έτους 2013 στην «ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΛΥΣΟΣ ΑΤΕ – ΟΔΟΣ ΑΤΕ» επί 10 ημέρες•

Και τον Αύγουστο έως και το Νοέμβριο του έτους 2013 στην «ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΛΥΣΟΣ ΑΤΕ – ΟΔΟΣ ΑΤΕ» επί 60 ημέρες.

Περαιτέρω, από τα ίδια ανωτέρω ενημερωτικά σημειώματα Δωροσήμου του ΙΚΑ αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.01.2010 και εντεύθεν, πραγματοποίησε στην εναγομένη τα ακόλουθα ημερομίσθια:

(Α) κατά το έτος 2010: τον Ιανουάριο 22 ημερομίσθια, το Φεβρουάριο 22 ημερομίσθια, το Μάρτιο 20 ημερομίσθια, το Μάιο 17 ημερομίσθια, τον Ιούνιο 18 ημερομίσθια, τον Ιούλιο 17 ημερομίσθια,

(Β) κατά το έτος 2011: το Μάρτιο 17 ημερομίσθια, τον Απρίλιο 15 ημερομίσθια, το Μάιο 15 ημερομίσθια, τον Ιούνιο 12 ημερομίσθια, τον Ιούλιο 16 ημερομίσθια, τον Αύγουστο 17 ημερομίσθια, το Σεπτέμβριο 15 ημερομίσθια, τον Οκτώβριο 17 ημερομίσθια και το Νοέμβριο 25 ημερομίσθια,

(Γ) κατά το έτος 2013: τον Ιούλιο 15 ημερομίσθια και το Δεκέμβριο 8 ημερομίσθια,

(Δ) κατά το έτος 2014: το Μάρτιο 8 ημερομίσθια, τον Απρίλιο 15 ημερομίσθια, το Μάιο 15 ημερομίσθια, τον Ιούνιο 14 ημερομίσθια, τον Ιούλιο 14 ημερομίσθια, τον Αύγουστο 11 ημερομίσθια, τον Σεπτέμβριο 13 ημερομίσθια, τον Οκτώβριο 15 ημερομίσθια, το Νοέμβριο 14 ημερομίσθια και το Δεκέμβριο 13 ημερομίσθια,

(Ε) κατά το έτος 2015: τον Ιανουάριο 12 ημερομίσθια, το Φεβρουάριο 9 ημερομίσθια, το Μάρτιο 8 ημερομίσθια και τον Απρίλιο 7 ημερομίσθια.

Επίσης, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων την 01.11.2011 υπέστη, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, εργατικό ατύχημα συνεπεία του οποίου τραυματίσθηκε και απείχε από την εργασία του έως 31.05.2013. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι είχε απουσιάσει στην πατρίδα του το Πακιστάν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που συνηγορεί στο ότι αυτός (ενάγων), δεν εργαζόταν επί καθημερινής βάσεως, ενώ δεν εργάσθηκε κατά τις ημέρες αργίες (υποχρεωτικές και προαιρετικές), όπως την ημέρα των Θεοφανείων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, το Μεγάλο Σάββατο, τη Δευτέρα του Πάσχα, την Πρωτομαγιά, του Αγίου Πνεύματος, την 28η Οκτωβρίου.

Περαιτέρω, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν στα δημόσια – δημοτικά έργα, οδοποιίας, αποχετευτικά, αντιπλημμυρικά κλπ, τα οποία αναλάμβανε η εναγομένη εταιρεία και εκτελούνταν σε κατοικημένες περιοχές της Αττικής, όπως η Αθήνα, ο Γέρακας, το Μαρκόπουλο, οι Αχαρνές κλπ. Τα εν λόγω έργα προκαλούν θόρυβο, αφού η εκτέλεση αυτών γίνεται με τη χρήση εκσκαπτικών, φορτοεκφορτωτικών μηχανημάτων, κομπρεσέρ κλπ, για τη διάνοιξη αποχετευτικών χανδάκων και επομένως δεν μπορεί να εκτελούνται αυτά πέραν των ωρών κοινής ησυχίας, δεδομένου ότι οι εργασίες αυτές λαμβάνουν χώρα κάτω από τις οικίες των κατοίκων της εκάστοτε περιοχής, με αποτέλεσμα να προκαλείται ενόχληση στους περίοικους. Άλλωστε, οι εν λόγω υπαίθριες εργασίες δεν είναι δυνατόν βάσει και των διδαγμάτων κοινής πείρας, να διαρκούν επί δώδεκα ώρες τόσο κατά τους χειμερινούς μήνες, όπου επικρατεί σκότος από ώρα 17.00, ενώ οι εν λόγω εργασίες επηρεάζονται και από τις κακές καιρικές συνθήκες, που επικρατούν τους μήνες αυτούς, όσο και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες λόγω ζέστης.

Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν υφίστατο ανάγκη πραγματοποίησης, εκ μέρους του ενάγοντος, υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Επίσης, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όλες τις ημέρες Σαββάτου κατ’ έτος, ακόμη και όταν κατά τις ημέρες αυτές συνέπεσαν επίσημες αργίες, ακόμη και όταν αυτός απουσίαζε, όπως προαναφέρθηκε, στην πατρίδα του το Πακιστάν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ακόμη και όταν απασχολείτο, όπως προαναφέρθηκε, σε άλλους εργοδότες.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, πραγματοποίησε υπερεργασιακή, υπερωριακή απασχόληση καθώς και εργασία καθ’ όλες τις ημέρες του Σαββάτου, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως βάσιμου κατ’ ουσίαν και του δεύτερου λόγου της έφεσης της εναγομένης.

Εξάλλου, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η εναγομένη ουδέποτε του χορήγησε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, την ετήσια άδεια ανάπαυσης που δικαιούτο, παρά το γεγονός ότι ζητούσε αυτήν από το νόμιμο εκπρόσωπό της και εκείνος του αρνείτο, με την αιτιολογία ότι υπήρχε μεγάλη ανάγκη για εργασία και ότι, κατόπιν τούτων, δικαιούται, λόγω της υπαίτιας παράλειψης (αμέλειας) της εναγομένης να του χορηγήσει, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, για το σύνολο των ημερών κανονικής άδειας κατ' έτος, τις οποίες όφειλε να του χορηγήσει, προσαύξηση κατά ποσοστό 100% των αποδοχών αδείας, που αντιστοιχούν στις ημέρες αυτούσιας άδειας που δεν του χορηγήθηκαν.

Όσα ανωτέρω ισχυρίζεται ο ενάγων κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, καθόσον, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση της εναγομένης διακόπτει υποχρεωτικά τις εργασίες το καλοκαίρι κατά το μήνα Αύγουστο, επί δύο ή τρεις εβδομάδες. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, η απασχόληση του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης δεν υπήρξε συνεχής, αφού, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, αυτός απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην πατρίδα του το Πακιστάν, ενώ, επίσης για μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρείχε την εργασία του σε άλλες επιχειρήσεις, χωρίς να ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι μερικές από αυτές ανήκουν στον ίδιο επενδυτικό όμιλο με την εναγομένη, αφού αποτελούν ξεχωριστά νομικά πρόσωπα με διαφορετικό αριθμό φορολογικού μητρώου και χωριστή διοίκηση.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται προσαύξηση 100% των αποδοχών αδείας λόγω μη χορηγηθείσας άδειας κατά τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως βάσιμου κατ' ουσίαν και του τρίτου λόγου της έφεσης της εναγομένης.

Περαιτέρω, ο ενάγων ζητεί με την αγωγή του την πληρωμή της πρόσθετης εργασίας πέραν των 38,75 και μέχρι των 40 ωρών την εβδομάδα που παρείχε στην εναγομένη. Το εν λόγω όμως αγωγικό κονδύλιο κρίνεται απορριπτέο ως αόριστο, καθόσον δεν προσδιορίζεται στην αγωγή το είδος της πρόσθετης εργασίας, δηλαδή σε τι συνίστατο αυτή (πρόσθετη εργασία), πέραν της συμφωνημένης εργασίας που παρείχε στην εναγομένη και κατά τους ισχυρισμούς του δικαιούται πρόσθετης αμοιβής, απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου λόγου της έφεσης του ενάγοντος. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου|».

Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κρίνοντας κατ’ ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή.

[III] Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος – αναιρεσείοντος ότι εργάστηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όλες τις ημέρες Σαββάτου κατ’ έτος και συνεπώς δεν δικαιούται το επίδικο κονδύλιο για πρόσθετη αμοιβή για την εργασία του την 6η ημέρα του Σαββάτου υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, με την παραδοχή ότι δεν εργαζόταν στην εναγομένη – αναιρεσίβλητη επί καθημερινής βάσεως, οπότε η εργασία του δεν υπερέβαινε τις 5 ημέρες κάθε εβδομάδας, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες επί του ζητήματος τούτου, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι δεν ερεύνησε ποια Σάββατα εργάστηκε, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται αυτά στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμος.

[IV] Ομοίως, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος – αναιρεσείοντος ότι η εναγομένη – αναιρεσίβλητη ουδέποτε του χορήγησε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, την ετήσια άδεια ανάπαυσης που δικαιούτο, παρά το γεγονός ότι ζητούσε αυτήν από το νόμιμο εκπρόσωπό της και εκείνος του αρνείτο, με την αιτιολογία ότι υπήρχε μεγάλη ανάγκη για εργασία και ότι, κατόπιν τούτων, δικαιούται, λόγω της υπαίτιας παράλειψης (αμέλειας) της εναγομένης να του χορηγήσει, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, για το σύνολο των ημερών κανονικής άδειας κατ' έτος, τις οποίες όφειλε να του χορηγήσει, προσαύξηση κατά ποσοστό 100% των αποδοχών αδείας, που αντιστοιχούν στις ημέρες αυτούσιας άδειας που δεν του χορηγήθηκαν, με τις παραδοχές ότι η επιχείρηση της αναιρεσίβλητης διέκοπτε υποχρεωτικά τις εργασίες το καλοκαίρι κατά το μήνα Αύγουστο, επί δύο ή τρεις εβδομάδες και επιπλέον, η απασχόληση του αναιρεσείοντος στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης δεν υπήρξε συνεχής, αφού, αυτός απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην πατρίδα του το Πακιστάν, ενώ, επίσης για μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρείχε την εργασία του σε άλλες επιχειρήσεις, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες επί του ζητήματος τούτου, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

[V] Έσφαλε, όμως, το Εφετείο, απορρίπτοντας το κονδύλιο της αγωγής περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, χωρίς να περιλάβει καμία απολύτως αιτιολογία, καθιστώντας ούτω ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

[VI] Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας ως αόριστο το αγωγικό κονδύλιο των 2.759 €, που, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2), ο αναιρεσείων – ενάγων ζήτησε, μεταξύ άλλων, να του επιδικασθεί ως αμοιβή, με βάση το απλό ωρομίσθιο, για την πρόσθετη εργασία -απλή (μη θεσμοθετημένη) υπερεργασία που παρείχε εργαζόμενος επί 1,25 ώρες την εβδομάδα πέραν του συμβατικού ωραρίου του των 38,75 ωρών (μέχρι την συμπλήρωση του νομίμου των 40 ωρών), με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται στην αγωγή το είδος της πρόσθετης εργασίας, δηλαδή σε τι συνίστατο αυτή (πρόσθετη εργασία), πέραν της συμφωνημένης εργασίας που παρείχε ο αναιρεσείων στην αναιρεσίβλητη και κατά τους ισχυρισμούς του δικαιούται πρόσθετης αμοιβής, έσφαλε κηρύσσοντας παρά το νόμο απαράδεκτο (ποσοτική αοριστία), αφού στο δικόγραφο αυτό αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα, καθότι προσδιορίζεται σαφώς στην αγωγή η πρόσθετη αυτή εργασία, καθώς αφορά την εργασία του αναιρεσείοντος ως ανειδίκευτου εργάτη οικοδομικών εργασιών που παρείχε στην αναιρεσίβλητη, την οποία πραγματοποιούσε από την 38,75η ώρα του εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας του βάσει των ως άνω διατάξεων των Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. που προαναφέρθηκαν για τους εργατοτεχνίτες οικοδόμους, μέχρι τη συμπλήρωση της 40ης ώρας της εβδομάδας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

[VII] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 & 1 και 577 & 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως. Τέλος πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό (ΑΠ 1185/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι έλαβε υπόψη την υπ’ αριθμ. 2239/14-2-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, περιορισμένα και μόνο προς αντίκρουση των ισχυρισμών της εναγομένης -αναιρεσίβλητης που προβλήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της ένορκης βεβαίωσης τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης, οι αγωγικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που θα είχε δεχθεί το Εφετείο αν είχε λάβει υπόψη την ένορκη βεβαίωση στο σύνολό της, καθώς και οι ισχυρισμοί που προέβαλε η εναγομένη, προς απόκρουση των οποίων λήφθηκε η ένορκη βεβαίωση, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, συνιστούν άρνηση του συνόλου των αγωγικών ισχυρισμών, ώστε η προσαχθείσα ένορκη βεβαίωση ουσιαστικά λήφθηκε υπόψη στο σύνολό της και όχι περιορισμένα.

[VIII] Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου και δεύτερου λόγων της. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση εν μέρει, ήτοι κατά τα κεφάλαια αυτής περί αποζημίωσης απολύσεως και πρόσθετης εργασίας (απλή – μη θεσμοθετημένη υπερεργασία) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει η αναιρεσίβλητη που ηττήθηκε στη δίκη να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2856/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εν μέρει, ήτοι κατά τα κεφάλαια αυτής περί αποζημίωσης απολύσεως και πρόσθετης εργασίας (απλή – μη θεσμοθετημένη υπερεργασία).

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ