Supreme Court dismisses appeal against partial compensation ruling in road expropriation case involving partial property benefit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's partial compensation ruling in a road expropriation dispute. The lower court found that while the expropriation caused partial damage, the remaining property retained partial utility and access, warranting compensation for only 70% of the value. The Court upheld this reasoning, rejecting the State's claim that the appellate court's assessment of partial benefit was contradictory or erroneous.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 3, and 4 of Law 653/1977; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR: The Supreme Court held that a lower court's finding of partial benefit and partial damage in road expropriation cases is valid if supported by clear reasoning regarding the property's remaining utility and access, without requiring contradictory justifications.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1263 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1263/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. χήρας Χ. Δ., 2) Ι. Δ. του Χ., 3) Α. Δ. του Χ., 4) Γ. Δ. του Χ. και 5) Σ. Δ. του Χ., ως καθολικών διαδόχων του αρχικού ενάγοντος Χ. Δ. του Σ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σιντόρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2006 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χ. Δ. του Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 292/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2016 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-10-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/1977"περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν.959/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Κατά δε την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (παρ. 1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ.53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001προκύπτει, ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/2004).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν.2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α' ) είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 410/2015).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ως άνω Ν. 2971/2001εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω Ν. 2971/ 2001, καθώς και για εκείνες που κηρύχτηκαν μεν πριν την έναρξη ισχύος του, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι το χρόνο της έναρξης ισχύος του ως άνω νόμου (ΑΠ 653/2014, ΑΠ 401/2010).
Η αντίθετη άποψη υπερακοντίζει τον σκοπό του Ν.2971/2001, ότι δηλαδή καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ' αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα, προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα με αυτήν για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσής του.
Συνεπώς οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 37 του Ν.2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (Ολ.ΑΠ 7/2013, 11 και 12/2011, ΑΠ 455/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 150/2015). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 969/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 τουΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/ 2015, ΑΠ 198/2015).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 τουΚΠοΛΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' και β'ΚΠοΛΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 1 παρ 1,3 και 4του Ν.653/1977, του άρθρου13παρ 3νδ797/1971 και του άρθρου 33παρ 4ν2971/2001 καθώς και τα διευρυμένα κριτήρια που απαιτεί ο νόμος 2971/2001ως διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους που είχε κριθεί και ειδικότερα εσφαλμένα έκρινε ότι ως προς το εδαφικό τμήμα 1060τμ κρίθηκε με την 199/1999 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας ,ότι υπέστη μείωση της αξίας του 70% επί της αξίας γής και ότι η ωφέλεια που υφίσταται το εν λόγω τμήμα πρέπει να περιορισθεί τόσο ώστε το τμήμα αυτό να συμμετέχει με ποσοστό 30% επί της αποζημιούμενης έκτασης ,καθότι η ωφέλεια περιορίζεται εν μέρει και επομένως πρέπει να περιορισθεί και η αυτοαποζημίωση με την οποία βαρύνεται .
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων , τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:< Με την υπ'αριθμ. 1119727/8468/0010/4-12-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 111/Δ 724-12-1997 ΦΕΚ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κυκλοφοριακή σύνδεση του Λιμένα ......
με την Εγνατία οδό, έκτασης, συνολικού εμβαδού 106.570 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή .... Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες τούτου και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται με τις προϋποθέσεις του νόμου. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. 100 του οικείου κτηματολογικού πίνακα ακίνητο, του αρχικώς ενάγοντος, από το οποίο απαλλοτριώθηκε έκταση 1.525,20 τ.μ.
και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 1060τμ. Με την υπ' αριθμ. 199/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως σε 40.000 δραχμές ανά τετρ.μ., για την ως άνω απαλλοτριούμενη έκταση, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση, για επελθούσα μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος των 1.060 τ.μ., ίση προς το 70% της καθορισθείσας για το απαλλοτριούμενο τμήμα αποζημιώσεως.
Με την υπ' αριθμ. 44/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ο αρχικώς ενάγων αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημιώσεως, για το ως άνω απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου του και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα τούτου. Με βάση τους κτηματολογικούς πίνακες ο αρχικός ενάγων, ως εικαζόμενος ιδιοκτήτης του ως άνω απαλλοτριωθένος ακινήτου, κρίθηκε ως ωφελούμενος παρόδιος, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του ν. .653/1977 και θεωρήθηκε ότι αυτοαποζημιώνεται για ένα τμήμα του, εμβαδού 530 τ.μ., ενώ για το υπόλοιπο, εμβαδού 995,20 τ.μ.
ορίσθηκε ως υπόχρεο για την καταβολή της το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ως άνω ακίνητο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... εκτός σχεδίου πόλεως. Πριν την απαλλοτρίωση, είχε συνολική έκταση 2.525,20 τ.μ., καλλιεργείτο με ελιές, δεν είχε πρόσωπο και άμεση πρόσβαση σε οδό, δεν είχε οικοπεδική αξία και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, με βάση τις διατάξεις για την εκτός σχεδίου δόμηση.
Το εναπομείναν, μετά την απαλλοτρίωση, εδαφικό τμήμα των 1.060 τ.μ. δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν έχει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία οδό, καθώς αυτή είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος, υπερυψωμένη κατά 5 μ. και περιφραγμένη. Είναι όμως δυνατή η ασφαλής και νόμιμη πρόσβαση στην ως άνω οδό μέσω ανισόπεδων κόμβων και βοηθητικών παρακαμπτήριων οδών, με συνέπεια να μην αποτελεί η μορφή αυτής εξυπηρέτησης μειονέκτημα για το ακίνητο του αρχικού ενάγοντος, αλλά αντίθετα πλεονέκτημα, ενόψει του ότι πριν από την κατασκευή του έργου το εν λόγω ακίνητο στερείτο άμεσης πρόσβασης σε οδό.
Επιπλέον, η κατασκευή της Εγνατίας οδού, η οποία συνιστά κεντρικό οδικό άξονα της Ελληνικής Επικράτειας, διευρύνει σε κάποιο βαθμό, λαμβανομένης υπόψη και της βελτιωμένης ταχύτητας και ασφάλειας των μεταφορών, τις δυνητικές προοπτικές προσοδοφόρου αξιοποίησης και προσφορότερης εκμεταλλευσιμότητας για το εναπομείναν επίδικο ακίνητο.
Έτσι, μολονότι τούτο απέκτησε πρόσοψη στην ως άνω οδό, και κατ' επέκταση ωφέλεια από την κατασκευή της, στην οποία μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση, μέσω ανισόπεδων κόμβων και παρακαμπτήριων οδών, εν τούτοις...... με την υπ' αρθμ. 199/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το εναπομείναν τμήμα του (με ΑΚΠ 100), υπέστη μείωση της αξίας του, κατά ποσοστό 70%, επί της αξίας της γης και έτσι πρέπει να συμμετάσχει με ποσοστό 30% επί της αποζημιούμενης έκτασης, καθότι η ωφέλεια του περιορίζεται εν μέρει και επομένως θα πρέπει να περιορισθεί και αυτοαποζημίωση με την οποία επιβαρύνεται.
Ο αρχικός ενάγων απεβίωσε στις 7-1-2012 και κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Π. Δ. και τα τέκνα του Ι. Δ., Α. Δ., Γ. Δ. και Σ. Δ., οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση και άρα αυτοί πρέπει να αποζημιωθούν, με βάση την ήδη καθορισθείσα με την ως άνω υπ' αριθμ. 199/1999 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως.
Συνεπώς πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου, το ποσό των 43.550,99 (530 τ.μ. X 40.000 δρχ. X 70%) ευρώ". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την αγωγή στο σύνολό της και αφού διακράτησε την υπόθεση δέχθηκε την αγωγή εν μέρει και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, Π. Δ., το ποσό των 10.887,75 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες, Ι. Δ., Α. Δ., Γ. Δ. και Σ. Δ., το ποσό των 8.165,81 ευρώ, όλα δε τα ποσά εντόκως προς 6% ετησίως.
Με τις άνω παραδοχές του ,αναφορικά ως προς το αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας του αναφερόμενου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον έλαβε υπόψη και τα διευρυμένα όρια που απαιτεί ο νόμος 297/2001 ως διδάγματα κοινής πείρας ανεξάρτητα του ότι ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως προς την τήρηση των χρονικών προϋποθέσεων για την προσφυγή του ενδιαφερομένου στην Επιτροπή του άρθρου 33 ν. 2971/2001.
Συγκεκριμένα ως προς την κρίση του για μερική ωφέλεια στο πιο πάνω τμήμα ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων από την άνω απαλ/ση το Εφετείο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το εναπομένον μετά την απαλ/ση τμήμα 1060 τμ δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν έχει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία οδό, καθώς αυτή είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος, υπερυψωμένη κατά 5μ και περιφραγμένη, όμως απέκτησε πρόσοψη σ' αυτή και κατ'επέκταση ωφέλεια από την κατασκευή της, μπορεί δε να αποκτήσει πρόσβαση σ' αυτή μέσω ανισόπεδων κόμβων και παρακαμπτηρίων οδών, καταλήγοντας στη συνέχεια, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμα του, ότι η απαλ/μενη ιδιοκτησία αποκόμισε μερική μόνο ωφέλεια, που ανέρχεται στο 30% της αξίας της γης αυτής και πρέπει οι δικαιούχοι αποζημιωθούν για το 70% Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1α και β ΚΠολΔ και όσα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι δεχθέν το Εφετείο ότι εν μέρει κατά'ποσοστό70% βλάπτεται η επίδικη ιδιοκτησία και κατά ποσοστό 30% ωφελείται διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του τεκμηρίου ωφέλειας που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έκρινε ότι μόνο εν μέρει ωφελείται η συγκριμένη ιδιοκτησία και δη κατά ποσοστό 30%από την απαλ/ση με πλήρεις σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. .Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί το αναρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη (αρ 176,183 ΑΚκαι 22ν3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2016 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά' της 21/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ