1263/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9470/1999 μη οριστική και 2113/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4219/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/2/2012 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1263/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1263 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1263/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Κ. Π., το γένος Ι. Μ., 2) Α. Κ. Π., 3) Ι. Κ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γαλούνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζύγου Ε. Δ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Φώτιου Σαμαρά και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9470/1999 μη οριστική και 2113/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4219/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/2/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 20/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 4219/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 14-7-2009 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 2113/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 15-9-1998 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κατά το άρθρο 924 ΑΚ: "ο κάτοχος ζώου ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε απ’ αυτό σε τρίτον (§1). Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, τη φύλαξη κατοικίας ή τη διατροφή του κατόχου του, αυτός δεν ευθύνεται, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου (§2)". Με τη πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθιερώνεται η αντικειμενική ευθύνη του κατόχου του ζώου για τη ζημία που έγινε από αυτό σε τρίτο δηλ. από μόνο το γεγονός της κατοχής του ζώου και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε υπαιτιότητα του κατόχου του. Και τούτο διότι ο τελευταίος που έχει τα ωφελήματα από το ζώο πρέπει να φέρει και τον κίνδυνο κάθε ζημίας που προξενείται από αυτό. Αντίθετα, προκειμένου για κατοικίδιο ζώο θεσπίζεται με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου η νόθος αντικειμενική ευθύνη του κατόχου του ζώου.
Συνεπώς στην περίπτωση αυτή ο κάτοχος μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου. Η ευθύνη αυτή του κατόχου του ζώου, ανεξάρτητα αν βασίζεται στην §1 ή στην §2 του παραπάνω άρθρου μπορεί να μετριασθεί ή και να παύσει τελείως κατά τους όρους του άρθρου 300 ΑΚ, αν δύναται να αποδοθεί στον ζημιωθέντα ή σε πρόσωπα για τα οποία ευθύνεται αυτός. Ως κάτοχος, με την έννοια της άνω διάταξης θεωρείται εκείνος που έχει φυσική εξουσία πάνω στο ζώο και που έχει αναλάβει να του παρέχει τροφή, να το στεγάζει και να το φροντίζει για χρόνο όχι πρόσκαιρο και ο οποίος μπορεί να το χρησιμοποιεί και να αποκομίζει τις οποιεσδήποτε ωφέλειες του (ΑΠ 1445/2007).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 9η Οκτωβρίου 1993 και περί ώρα 15.30’ η ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητος, διήρχετο πεζή την οδό ... της ..., συνοδευόμενη από το φιλικό της ζευγάρι τον Π. Τ. και τη Μ. Σ., και την τρίχρονη κόρη τους.
Μαζί της είχε και το σκύλο της, ράτσας λυκόσκυλου, τον οποίο κρατούσε από το λουρί του. Στην ίδια περιοχή και επί της οδού ... οι εκκαλούντες και ο αποβιώσας (την 3η Αυγούστου 2003) - αρχικός εναγόμενος, Κ. Π., διέθεταν οικογενειακή εξοχική κατοικία, η οποία ανήκε κατά κυριότητα στην πρώτη των εκκαλούντων, στην περίφρακτη αυλή της οποίας κινούνταν ελεύθερα δύο μεγαλόσωμα σκυλιά, εκ των οποίων το ένα ήταν λυκόσκυλο εκπαιδευμένο να επιτίθεται, χρησίμευαν δε (τα σκυλιά αυτά) για τη φύλαξη της πιο άνω οικίας.
Κάτοχος των ζώων αυτών, κατά τον ως άνω χρόνο, ήταν ο αρχικώς εναγόμενος, που είχε αναλάβει τη φροντίδα και την επιμέλεια τους. Το γεγονός αυτό προκύπτει, κατά κύριο λόγο. από την κατάθεση της μάρτυρα Α. - Α. Δ., η οποία, μεταξύ άλλων, καταθέτει: "Ο κύριος Π. ήταν ο ιδιοκτήτης των σκύλων. Είπα ότι τα σκυλιά ήταν του εναγομένου, διότι βρίσκονταν μέσα στο σπίτι του και αυτός τα τάιζε και τα περιποιείτο.
Ζω στην ίδια γειτονιά και είδα τον εναγόμενο να τα ταΐζει. Εννοώ τον αρχικό εναγόμενο. Της κυρίας ενάγουσας το σκυλί ήταν ποιμενικό, ενώ του Π. ήταν απλώς λυκόσκυλα...... Κατά τη χρονική στιγμή, που η ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητος, διήρχετο μπροστά από την είσοδο της παραπάνω εξοχικής κατοικίας, τα σκυλιά του αρχικώς εναγομένου άρχισαν να γαυγίζουν και να ορμούν πάνω στην καγκελόφρακτη εξώθυρα της οικίας, για την οποία πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είχε τοποθετηθεί σ’ αυτήν σιδερένιο πλέγμα (βλ.
την κατάθεση της ειρημένης μάρτυρα απόδειξης). Εξαιτίας του αιφνιδιασμού της η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητος, έχασε τον έλεγχο του σκύλου της, ο οποίος της ξέφυγε από τα χέρια και πλησίασε την εξωθύρα της ρηθείσης εξοχικής οικίας, με αποτέλεσμα να του επιτεθούν τα σκυλιά του αρχικώς εναγομένου, ένα εκ των οποίων έβγαλε το ρύγχος έξω από τα κάγκελα της εξώθυρας, και τον δάγκωσε στο μάγουλο.
Η ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητος, προσπάθησε να αποσπάσει το σκύλο της από τα δόντια του σκύλου του αρχικώς εναγομένου, τραβώντας τον από το κολάρο που έφερε αυτός στο λαιμό του, όμως πλησίασε με τον τρόπο αυτό πολύ κοντά στα κάγκελα της ως άνω εξώθυρας, οπότε το δεύτερο σκυλί του αρχικώς εναγομένου, που είχε βγάλει το ρύγχος του έξω από τα κάγκελα της εξώθυρας αυτής, της επιτέθηκε, δαγκώνοντάς τη στο δεξί της χέρι και τραυματίζοντάς την, παράλληλα, στην αριστερή παλάμη και το δεξιό αντιβραχίονα.
Η ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητος, μετά το εν λόγω περιστατικό μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Σ’ αυτό διαπιστώθηκε ότι έφερε βαθύ τραύμα επί της βάσεως του αριστερού αντίχειρος, δύο τραύματα επί του κάτω τρίτη μορίου του δεξιού αντιβραχιονίου και, τέλος, ακρωτηριασμό ονυχοφόρου φάλαγγος μέσου δακτύλου δεξιάς άκρας χειρός.
Στη συνέχεια, δε, διαπιστώθηκε ότι λόγω της βαριάς σωματικής βλάβης η ενάγουσα - εφεσίβλητος υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία (βλ. την με αριθμ. πρωτ. .../14-10-1993 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών). Ως προς την εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου καταβολή κάθε απαιτούμενης επιμέλειας ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία των σκύλων του προέκυψαν (από το πιο πάνω αποδεικτικό υλικό) τα ακόλουθα:
Η προση μειωθείσα εξοχική κατοικία διέθετε, όπως ελέχθη, περίφρακτη αυλή ( ο τοίχος που την περιέλαβε είχε ύψος τουλάχιστον 1,50 μ.) και καγκελόφρακτη εξώθυρα με κάθετα κάγκελα, που απέχουν μεταξύ τους 10cm περίπου. Ουδόλως, δε, προέκυψε ότι κατά τον ως άνω χρόνο υπήρχε προειδοποιητική πινακίδα για την ύπαρξη σκυλιών εντός της προεκτεθείσης εξοχικής κατοικίας.
Τέλος ο αρχικώς εναγόμενος, αν και μπορούσε να προβλέψει, ως μέσος συνετός άνθρωπος, ότι, με βάση τόσο την απόσταση, που είχαν τα προσημειωθέντα κάγκελα μεταξύ τους, όσο και το μέγεθος του κεφαλιού και του ρύγχους των σκυλιών, υπήρχε η δυνατότητα σε αυτά να βγάζουν το ρύγχος τους μέσα από τα κάγκελα της εξώθυρας, με κίνδυνο να προκαλέσουν τραυματισμό σε ανυποψίαστους πεζούς, ωστόσο από έλλειψη της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και προσοχής του μέσου συνετού ανθρώπου κατόχου σκύλων, δεν φρόντισε να τοποθετήσει έγκαιρα στην πιο πάνω εξώθυρα πλέγμα, προκειμένου να αποτρέψει κάθε κίνδυνο τραυματισμού.
Τέτοιο πλέγμα τοποθετήθηκε μετά το ως άνω συμβάν. Κατά συνέπεια ο αρχικώς εναγόμενος δεν είχε λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη φύλαξη των σκυλιών του, τα οποία δικαιολογημένα μεν κυκλοφορούσαν ελεύθερα στην περίφρακτη αυλή της ειρημένης εξοχικής κατοικίας, καθόσον αυτά ήταν σε θέση να αποτρέψουν την ενδεχόμενη είσοδο κακοποιών, πλην όμως λόγω της εκ της φύσεως επιθετικότητάς τους έπρεπε να βρίσκονται υπό τη συνεχή επιτήρηση και παρακολούθηση, τόσο κατά το χρόνο της παρουσίας του στην εξοχική κατοικία, όσο, κατά κύριο λόγο, κατά το χρόνο της απουσίας του από αυτή, οπότε όφειλε να αποκλείσει κάθε πιθανότητα αυτά να έρθουν σε οποιαδήποτε επαφή με διερχόμενους την οδό ..., τοποθετώντας εξ αρχής σιδερένιο πλέγμα στην εξώθυρα της παραπάνω εξοχικής κατοικίας.
Περαιτέρω από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητος, πράγματι επεχείρησε να αποσπάσει το σκύλο της από τα δόντια του σκυλιού του αρχικώς εναγομένου τραβώντας αυτόν από το κολάρο που έφερε στο λαιμό του. Στην προσπάθεια της δε αυτή η ενάγουσα - εφεσίβλητος δεν πέρασε και τα δύο χέρια μέσα από τα κάγκελα της ως άνω εξώθυρας.
Κάτι τέτοιο θα είχε λάβει χώρα εάν ο σκύλος της ενάγουσας - εφεσίβλητου είχε περάσει ολόκληρο το κεφάλι και το λαιμό του μέσα στην αυλή του αρχικώς εναγομένου, γεγονός το οποίο δεν προέκυψε. Έτσι η ενάγουσα - εφεσίβλητος δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε μορφής συνυπαιτιότητα για τον τραυματισμό της. Ούτε, δε προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι το συγκεκριμένο επεισόδιο προκλήθηκε από την ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητο.
Συγκεκριμένα ουδόλως προέκυψε ότι η εν λόγω διάδικος άφησε, κατά τον ως άνω χρόνο, σκόπιμα το σκύλο της να πλησιάσει την εξώθυρα της πιο πάνω εξοχικής κατοικίας, με σκοπό να φιλονικήσει με τα σκυλιά του αρχικώς εναγομένου, ούτως ώστε αυτός να αυξήσει την επιθετικότητα του. Απλώς και μόνο η ενάγουσα - εφεσίβλητος αιφνιδιάστηκε από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά των σκυλιών του αρχικώς εναγομένου, με άμεσο αποτέλεσμα να απολέσει τον έλεγχο του σκύλου της.
Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι η απώλεια του ως άνω ελέγχου εξαιτίας του μνησθέντος αιφνιδιασμού της (της ενάγουσας - εφεσίβλητου) δεν αποτελεί στοιχείο της συνυπαιτιότητας της ενάγουσας - εφεσιβλήτου κατά τα προβαλλόμενα από τους αντιδίκους της στοιχεία, που συγκροτούν την ένσταση συνυπαιτιότητας της ειρημένης διαδίκου.
Τούτο δε ως συνέπεια έχει, σε συνδυασμό και με όσα προεκτέθηκαν, ο αρχικώς εναγόμενος να ευθύνεται αποκλειστικά για τον κατά τα ανωτέρω προξενηθέντα τραυματισμό της ενάγουσας, και ήδη εφεσιβλήτου.... Συνακόλουθα πάντα τα όσα οι εκκαλούντες ισχυρίζονται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης έφεσης, ήτοι εν σχέσει με τα περί μη ύπαρξης παθητικής νομιμοποίησης του αρχικώς εναγομένου για την άσκηση σε βάρος του της ένδικης αγωγής (που διαλαμβάνουν οι εκκαλούντες στον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης) και εν σχέσει με το ότι αποκλειστικά υπαίτια, διαφορετικά συνυπαίτια, για τον σχετικό τραυματισμό της είναι η ίδια η ενάγουσα - εφεσίβλητος (για την εν λόγω αποκλειστική υπαιτιότητα, διαφορετικά συνυπαιτιότητα αναφέρονται οι ρηθέντες διάδικοι στον τρίτο λόγο της ως άνω έφεσης) είναι αβάσιμα κατ’ ουσίαν....
Απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η αντίδικος τους άσκησε το αγωγικό της δικαίωμα καθ’ υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος τους (άρθρ. 281 του ΑΚ).
Τούτο δε διότι, όπως προέκυψε από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, ουδόλως δημιουργήθηκε στον αρχικώς εναγόμενο η πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο η ενάγουσα - εφεσίβλητος να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της, που πήγαζαν από τον ένδικο τραυματισμό της, αφού μετά το περιστατικό, για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του, κατόπιν της από 11/10/1993 μηνύσεως της ενάγουσας - εφεσίβλητου, για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια και παραμέλησης φύλαξης και εποπτείας των σκύλων του και παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου η ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητος, δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιφυλασσόμενη για το επιπλέον ποσό (βλ.
το ακριβές αντίγραφο της 97216/1998 απόφασης Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), την ίδια δε δήλωση επανέλαβε και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ’ έφεση την υπόθεση με κατηγορούμενο τον αρχικώς εναγόμενο, επιβάλλοντας στον τελευταίο συνολική ποινή φυλάκισης τριών μηνών και δέκα ημερών...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, αναγνώρισε ότι οι τελευταίοι οφείλουν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που της προκάλεσε ο κατά τα προεκτεθέντα τραυματισμός της, το συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της πληττόμενης απόφασης οριζόμενα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει ο αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) κάτοχος των ζώων, κατά τον ως άνω χρόνο, ήταν ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, που είχε αναλάβει τη φροντίδα και την επιμέλεια τους, β) η αναιρεσίβλητη, προσπάθησε να αποσπάσει το σκύλο της από τα δόντια του σκύλου του προαναφερομένου, τραβώντας τον από το κολάρο που έφερε αυτός στο λαιμό του, όμως πλησίασε με τον τρόπο αυτό πολύ κοντά στα κάγκελα της ως άνω εξώθυρας, οπότε το δεύτερο σκυλί του, που είχε βγάλει το ρύγχος του έξω από τα κάγκελα της εξώθυρας αυτής, της επιτέθηκε, δαγκώνοντάς τη στο δεξί της χέρι και τραυματίζοντάς την, παράλληλα, στην αριστερή παλάμη και το δεξιό αντιβραχίονα, γ) ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, αν και μπορούσε να προβλέψει, ως μέσος συνετός άνθρωπος, ότι, με βάση τόσο την απόσταση, που είχαν τα κάγκελα της αυλής της εξοχικής του κατοικίας μεταξύ τους (10 εκατοστά του μέτρου), όσο και το μέγεθος του κεφαλιού και του ρύγχους των σκύλων, που κυκλοφορούσαν ελεύθερα στην αυλή, μπορούσαν να βγάζουν το ρύγχος τους μέσα από τα κάγκελα της εξώθυρας, με κίνδυνο να προκαλέσουν τραυματισμό σε ανυποψίαστους πεζούς, ωστόσο από έλλειψη της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και προσοχής του μέσου συνετού ανθρώπου κατόχου σκύλων, δεν φρόντισε να τοποθετήσει έγκαιρα στην πιο πάνω εξώθυρα πλέγμα, προκειμένου να αποτρέψει κάθε κίνδυνο τραυματισμού και 6) δεν προέκυψε ότι η αναιρεσίβλητη άφησε, κατά τον ως άνω χρόνο, σκόπιμα το σκύλο της να πλησιάσει την εξώθυρα της πιο πάνω εξοχικής κατοικίας, αλλά αιφνιδιάστηκε από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά των σκύλων του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, με άμεσο αποτέλεσμα να απολέσει τον έλεγχο του.
Κατόπιν τούτων, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ακολούθως και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176 και 183), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ