1263/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1179/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/10/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1263/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζόμενους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση της συμβατικής δεσμεύσεως και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1263 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1263/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου και ανεξάρτητου ερευνητικού ινστιτούτου με την επωνυμία "ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΠΑΣΤΕΡ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β., κατοίκου ..., 2) Ο. Γ., κατοίκου ..., 3) Δ. Θ., κατοίκου ..., 4) Π. Λ., κατοίκου ..., 5) Ε. Κ., κατοίκου ..., 6) Α. Μ., κατοίκου ..., 7) Π. Μ., κατοίκου ..., 8) Ρ. Μ., 9) Α. Μ., κατοίκων ..., 10) Χ. Μ., 11) 1, κατοίκων ..., 12) Ε. Ν., κατοίκου ..., 13) Λ. Π., κατοίκου ..., 14) Δ. Σ., κατοίκου ..., 15) Κ. Ν., κατοίκου ..., 16) Ε. Τ., κατοίκου ..., 17) Σ. Χ., κατοίκου ..., 18) Α. Κ., κατοίκου ..., 19) Δ. Σ., κατοίκου ..., 20) Ν. Τ., κατοίκου ..., 21) 1, κατοίκου ..., 22) Μ. Γ., 23) Α. Λ., κατοίκου ..., 24) Δ. Σ., κατοίκου ..., 25) Χ. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ντότσικα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1179/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/10/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 13/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 21/10/2013 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζόμενους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση της συμβατικής δεσμεύσεως και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Για την ύπαρξη όμως επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η επιχειρησιακή συνήθεια να αναφέρεται και στο ύψος της αποζημιώσεως απολύσεως. Περαιτέρω, κατά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος, 119 της από 25-3-1957 ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης (Ν. 945/1979 ) και 288 Α.
Κ., ο εργοδότης που απασχολεί πολλούς μισθωτούς, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν της ίδιας κατηγορίας υπηρεσίες, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιόμορφα και συνεπώς να μη εξαιρεί ορισμένο ή ορισμένους από τις παροχές που έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον ή αφορούν μισθολογική ή βαθμολογική εξέλιξη, στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς, χωρίς δηλαδή νομική υποχρέωση, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο.
Βάσει αυτής της αρχής ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζόμενους που παρέχουν την ίδια εργασία, υπό τις αυτές συνθήκες, με τα αυτά προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες υπηρεσιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές, είτε πρόκειται για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων.
Η εν λόγω, όμως, αρχή δεν παραβιάζεται, όταν οι εξαιρούμενοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων και δεν παρέχουν την ίδια εργασία. Εξάλλου, με το άρθρο 25 του Ν. 2530/ 1997, "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού ΑΕΙ - ΤΕΙ") καταργήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 1514/1985, με τις οποίες ρυθμίζονταν οι αποδοχές του προσωπικού των εθνικών ερευνητικών κέντρων και των ανεξάρτητων ερευνητικών ινστιτούτων ερευνητών, όπως είναι και το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ" (άρθρο 31 παρ. 1 στοιχ.
β' περ. αα του Ν. 1514/ 1985) και με το άρθρο 17 παρ.1 και 5 αυτού (ν. 2530/1997) ορίσθηκε ότι, "1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ερευνητών που υπηρετούν σε Εθνικά Κέντρα και ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1514/1985 (Α'13), καθώς και σε κέντρα έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της βαθμίδας του Ερευνητή Δ', ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ ... 5.
Πέραν των ανωτέρω επιδομάτων, παροχών και αποζημιώσεων, δεν δικαιολογείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος και εφεξής η χορήγηση άλλων μισθολογικών παροχών, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή για ερευνητικό και επιστημονικό προσωπικό, που εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου αυτού, πλην συγγραφικών δικαιωμάτων και επιμισθίων για εκτέλεση χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων, οι λεπτομέρειες των οποίων ρυθμίζονται με κοινή απόφαση του αρμόδιου υπουργού και των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης".
Πανομοιότυπο, με το ανωτέρω, περιεχόμενο έχουν και οι διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 και 9 του Ν.3205 / 2003 ("Μισθολογικά λειτουργών, υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ - ΟΤΑ ΕΛΑΣ κ.λ.π." με τον τίτλο "Γ. ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ", μετά την κατάργηση του άρθρου 17 του Ν. 2530/1997 με την παρ. 3 του άρθρου 55 του Ν. 3205/2003.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, επί εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, των οποίων είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αγωγή τους, στην οποία ανέφεραν, ότι εργάζονται στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ" (Ε.Ι.Π.) ως ερευνητές και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες, αμειβόμενοι με το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, ότι με απόφαση του Δ.Σ.
του εναγομένου αποφασίσθηκε, να καταβάλλονται ως οικειοθελείς παροχές στο προσωπικό του, τα παρακάτω επιδόματα, που υπολογίζονται επί του βασικού μισθού: α) επίδομα ΠΑΣΤΕΡ ποσοστού 8%, β) επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 25 % και γ) νοσοκομειακό επίδομα ποσοστού 20%, από τις εν λόγω όμως παροχές εξαιρέθηκαν αυτοί (ενάγοντες) κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αν και τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίες με τους λοιπούς εργαζόμενους του εναγομένου και με την οποία ζήτησαν, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τις προκύπτουσες διαφορές, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες εργάζονται στο εναγόμενο ερευνητικό ινστιτούτο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ερευνητές και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες. Το εναγόμενο (Ε.Ι.Π.) συγκαταλέγεται στα ανεξάρτητα ιδρύματα του άρθρου 31 παρ. β'αα του Ν. 1514/1985, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και διέπεται από τον ιδρυτικό του νόμο 39/1976, με τον οποίο κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση της 24/10/1976, μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και του Ινστιτούτου Παστέρ Παρισίων, ώστε το τότε υπάρχον ελληνικό Βακτηριολογικό Ινστιτούτο "Ιδρυμα Β.
Ζαχάρωφ" να αποκτήσει την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΠΑΣΤΕΡ (ΕΙΠ) και να αποτελέσει ερευνητικό ίδρυμα βιοϊατρικής έρευνας, συνδεδεμένο με το κέντρο βιοϊατρικής έρευνας του Παρισιού "Ινστιτούτο Παστέρ". Το προσωπικό του αποτελείται, από α) εκείνο που στελεχώνει τα ερευνητικά και διαγνωστικά τμήματα, στο οποίο εντάσσονται οι ερευνητές, οι ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες, οι ειδικοί τεχνικοί επιστήμονες και το λοιπό τεχνικό προσωπικό (βοηθοί εργαστηρίων κλπ., β) το διοικητικό προσωπικό που στελεχώνει τις διοικητικές υπηρεσίες και γ) το βοηθητικό προσωπικό (κλητήρες, φύλακες, καθαρίστριες, οδηγοί κλπ.).
Οι αμοιβές των εργαζομένων στο εναγόμενο, όλων των ειδικοτήτων, ρυθμίζονται με αποφάσεις του Διοικητικού του Συμβουλίου, χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση από νόμο ή συλλογική σύμβαση εργασίας, επειδή αυτό είναι ΝΠΙΔ και το ενιαίο μισθολόγιο (Ν. 2530/1997 και Ν. 3205/2003), δεν εφαρμόζεται σε αυτό αλλά εφαρμόζεται μόνο στους δημοσίους υπαλλήλους και τους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, περιλαμβανομένων των εργαζομένων σε ερευνητικά ιδρύματα, που λειτουργούν ως ΝΠΔΔ, ενώ δεν δεσμεύεται από οποιαδήποτε συλλογική σύμβαση εργασίας, επειδή δεν υπάρχει επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση στο εναγόμενο, ούτε αυτό είναι μέλος κάποιας εργοδοτικής οργάνωσης, από εκείνες που συνάπτουν και δεσμεύονται από τους όρους εθνικών ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων για τις ειδικότητες εργαζομένων που απασχολεί, ούτε δεσμεύεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, από οποιαδήποτε επεκταθείσα συλλογική ρύθμιση, αφού λόγω και του νομικού του χαρακτήρα, ως ανεξάρτητου ερευνητικού ιδρύματος, δεν μπορεί να γίνει μέλος οποιασδήποτε εργοδοτικής οργάνωσης από αυτές που συνάπτουν τις προαναφερόμενες συλλογικές συμβάσεις.
Δεν δεσμεύεται δε από οποιαδήποτε κλαδική σύμβαση εργασίας, αφού δεν υπάρχει κλαδική σύμβαση εργασίας για τους εργαζόμενους σε ανεξάρτητα ερευνητικά ιδρύματα. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι μέχρι το 1990 όλο το προσωπικό του αμειβόταν με "σύστημα κλιμακίων" που είχε καθορίσει η Διοίκηση και επιπλέον καταβαλλόταν ειδικό επίδομα ΠΑΣΤΕΡ ποσοστού 8%, λόγω των συνθηκών εργασίας, καθώς και επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 25% και νοσοκομειακό επίδομα ποσοστού 20%, υπολογιζομένων επί του βασικού μισθού, λόγω της έκθεσης των εργαζομένων σε νοσογόνους και ανθυγιεινούς παράγοντες στα Εργαστήρια του Διαγνωστικού Τμήματος, στη Μονάδα Παραγωγής Εμβολίων και στα Εργαστήρια Βιοϊατρικής Έρευνας.
Στη συνέχεια με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση από συλλογική σύμβαση εργασίας, αποφασίσθηκε η εφαρμογή των προσφορότερων συλλογικών συμβάσεων ανά ειδικότητα, για το μη ερευνητικό προσωπικό του εναγομένου (διοικητικό προσωπικό, δηλαδή λογιστές, γραμματείς κλπ., τεχνικό προσωπικό, δηλαδή παρασκευαστές, συντηρητές μηχανημάτων κλπ και βοηθητικό προσωπικό, όπως καθαρίστριες, φύλακες κλπ.).
Επιπλέον, διατηρήθηκε η ισχύουσα ευνοϊκή υπέρ των εργαζομένων και γενικευμένη επιχειρησιακή ρύθμιση για τη χορήγηση του ειδικού επιδόματος ΠΑΣΤΕΡ ποσοστού 8%, ανθυγιεινής εργασίας, ποσοστού 25% και νοσοκομειακού επιδόματος ποσοστού 20%, μολονότι οι "εφαρμοζόμενες" συλλογικές συμβάσεις δεν προέβλεπαν το επίδομα ΠΑΣΤΕΡ, ούτε προέβλεπαν την ομοιόμορφη χορήγηση ανθυγιεινής εργασίας και του νοσοκομειακού επιδόματος σε όλες τις ειδικότητες εργαζομένων.
Από τη χορήγηση αυτών των επιδομάτων εξαιρέθηκαν ορισμένοι εργαζόμενοι, αλλά με απόφαση του Δ.Σ. από 1/11/2005 αποφασίσθηκε η χορήγηση αυτών των επιδομάτων σε όλους τους εργαζομένους και σε όσους θα προσληφθούν. Στη συνέχεια το Δ.Σ. του εναγομένου αποφάσισε, οι Ερευνητές και οι Ειδικοί Λειτουργικοί Επιστήμονες, να υπαχθούν στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και έπαυσε να χορηγεί σε αυτούς το επιχειρησιακό επίδομα ΠΑΣΤΕΡ ποσοστού 8%, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 25% και το νοσοκομειακό επίδομα ποσοστού 20%.
Εκείνοι διαμαρτυρήθηκαν στο εναγόμενο και με το από 26/2/2007 έγγραφο τους. Ο σκοπός της χορήγησης του επιδόματος ΠΑΣΤΕΡ ήταν η ομοιόμορφη ενίσχυση των αποδοχών όλων των εργαζομένων, ενώ το νοσοκομειακό και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας χορηγούνταν στο προσωπικό όλων των ειδικοτήτων και των κατηγοριών, εκτός από τους ερευνητές και τους ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες, λόγω των συνθηκών εργασίας στα εργαστήρια του τμήματος της διάγνωσης, στη μονάδα παραγωγής εμβολίων και στο εργαστήριο διεξαγωγής βιοϊατρικής έρευνας.
Και τα τρία επιδόματα υπολογίζονται επί του βασικού μισθού κάθε εργαζόμενου, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τη συλλογική σύμβαση που είχε αποφασίσει να εφαρμόσει το ΔΣ του εναγομένου. Δεδομένου δε ότι τα επιδόματα αυτά καταβάλλονταν διαρκώς και τακτικώς, αποτελούν μέρος των τακτικών αποδοχών που έχουν μεν χορηγηθεί οικειοθελώς, όμως πλέον λόγω της επιχειρησιακής συνήθειας που διαμορφώθηκε για την καταβολή τους και ως προς την αιτία για την οποία καθένα καταβάλλεται και ως προς τον τρόπο υπολογισμού τους έχουν αποκτήσει συμβατικό χαρακτήρα και είναι τακτικά συμβατικά επιδόματα.
Είναι δε όμοιες οι συνθήκες εργασίας των εναγόντων με αυτές των λοιπών εργαζομένων στις υπηρεσίες υγείας και έρευνας, όπου απασχολούνται 127 εργαζόμενοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες, που οργανώνουν, επιβλέπουν, συντονίζουν και μετέχουν στις εργαστηριακές εργασίες και όλοι στεγάζονται σε κτίρια συνολικής έκτασης 1210 τμ με αναλογία 9τμ για κάθε εργαζόμενο, ενώ οι διοικητικές υπηρεσίες είναι στεγασμένες σε χωριστό κτίριο εμβαδού 485τμ, όπου απασχολούνται 21 άτομα με αναλογία 23τμ για τον καθένα τους.
Ακολούθως το Εφετείο, δέχεται, ότι η χορήγηση των ως άνω επιδομάτων, δεν απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 9 του Ν. 3205/2003, η οποία δεν έχει άμεση εφαρμογή στο εναγόμενο, επειδή η υπαγωγή των εναγόντων στο μισθολόγιο του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003 δεν είναι κανονιστική, αλλά οφείλεται σε απόφαση του ΔΣ του εναγομένου και γι' αυτό δεν ισχύει ο ως άνω περιορισμός.
Η δε κατ' αρχήν οικειοθελής και στη συνέχεια συμβατική χορήγηση των ως άνω τακτικών επιδομάτων στο διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό πρέπει για λόγους ίσης μεταχείρισης να καταλαμβάνει και τους ενάγοντες. Περαιτέρω, συνιστά διακριτική σε βάρος των εναγόντων μεταχείριση ο αποκλεισμός τους από τη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, καθένα από τα οποία δόθηκε για ειδικό σκοπό, όπως συνάγεται και από την ονομασία τους και ειδικότερα ένεκα των συνθηκών εργασίας, στους χώρους που στεγάζονται οι υπηρεσίες του εναγομένου, τα εργαστήρια που διεξάγονται διαγνωστικές εξετάσεις λοιμωδών και αυτοάνοσων νοσημάτων, παρασκευάζονται εμβόλια και διενεργείται βιοϊατρική έρευνα, αφού κι' αυτοί εκτίθενται στους ίδιους νοσογόνους και ανθυγιεινούς παράγοντες, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι στις υπηρεσίες του εναγομένου στους οποίους χορηγήθηκαν αυτά.
Επίσης διακριτική σε βάρος των εναγόντων μεταχείριση συνιστά και η μη χορήγηση σ' αυτούς του επιδόματος ΠΑΣΤΕΡ, που χορηγείται σε όλους τους εργαζομένους, ως ειδικό επιχειρησιακό επίδομα πρόσθετης αμοιβής, πέραν οποιασδήποτε άλλης προβλεπόμενης από συλλογική σύμβαση εργασίας. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ερεύνησε την αγωγή, τη δέχθηκε κατ' ουσίαν και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εις αυτή ποσά για την προεκτεθείσα αιτία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ και 119 της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ, αφού με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, στην κρινόμενη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις. Τούτο δε γιατί οι ενάγοντες, ως ερευνητές και ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων, σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους του εναγομένου, στους οποίους χορηγούνται τα επίδικα επιδόματα (διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό) και δεν παρέχουν την ίδια εργασία με τους λοιπούς υπαλλήλους.
Επιπλέον, οι ενάγοντες τελούν σε διαφορετικές υπηρεσιακές και μισθολογικές συνθήκες σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους, αφού οι πρώτοι παρέχουν επιστημονικό και ερευνητικό έργο και αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις μισθολογίου του δημόσιου τομέα (του νόμου 3205/2003) και ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 38 αυτού, που ρυθμίζει το μισθό των ερευνητών και ειδικών λειτουργικών επιστημόνων [βασικό μισθό και επιδόματα στα οποία συμπεριλαμβάνονται, εκτός από του χρόνου υπηρεσίας και της οικογενειακής παροχής και α) η πάγια αποζημίωση για τη δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για τη συμμετοχή στα συνέδρια και β) το ειδικό ερευνητικό (επίδομα) για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας, καθώς και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών έργων], ενώ οι δεύτεροι είναι διοικητικοί υπάλληλοι και βοηθητικό προσωπικό (φύλακες κ.λ.π.).
Περαιτέρω, με τα ως άνω δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας, δηλαδή, αντιμετώπιση από τον εργοδότη του θέματος των ως άνω επιδομάτων, κατά τρόπο γενικό, ομοιόμορφο και μακροχρόνιο. Επομένως, και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
ενιαίως κρινόμενοι, είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 107/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ