1263/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 503/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2485/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/3/2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1263/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που καταρτίσθηκε με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που κατατέθηκε αρμοδίως στις 12-3-2001 με αριθμ. 5/12-3-2001, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Ε.Τ.Ε. και του προσωπικού της λύεται εκτός άλλων περιπτώσεων και "3.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1263 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1263/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κυριάκου Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 503/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2485/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/3/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 17/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κίνηση, η εκκρεμότητα και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει, κατά το άρθρο 672 ΑΚ, για σπουδαίο λόγο τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση ως προς την οποία προβλέπεται από κανονισμό αποχώρηση του μισθωτού αυτοδικαίως από την υπηρεσία του λόγω ορίου ηλικίας.
Σπουδαίο δε λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την περαιτέρω συνέχιση της συμβάσεως, για την εκτίμηση δε της συνδρομής τέτοιων περιστατικών λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 10/1995).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που καταρτίσθηκε με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που κατατέθηκε αρμοδίως στις 12-3-2001 με αριθμ. 5/12-3-2001, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Ε.Τ.Ε. και του προσωπικού της λύεται εκτός άλλων περιπτώσεων και "3.
Με την καταγγελία ... για σπουδαίο λόγο". Ωστόσο η από την τράπεζα άσκηση του δικαιώματος προς καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και έτσι όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, η καταγγελία είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, άκυρη.
Περαιτέρω, με το άρθρο 28 του ίδιου Κανονισμού προβλέπονται τα πειθαρχικά παραπτώματα, με το άρθρο 29 οι πειθαρχικές ποινές, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της οριστικής παύσεως, με το άρθρο 30 η πειθαρχική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα καθώς και τα πειθαρχικά συμβούλια και με το άρθρο 30 η πειθαρχική διαδικασία.
Από τις διατάξεις αυτές του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι δεν αποκλείεται το δικαίωμα της τελευταίας να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας των μισθωτών της για σπουδαίο λόγο, χωρίς να προσφύγει στην πειθαρχική διαδικασία, αφού ο λόγος της καταγγελίας είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από το λόγο λύσεως της συμβάσεως συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος.
Εξάλλου, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος, με ποινή ακυρότητας, να εκθέσει στο έγγραφο της καταγγελίας το σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αφού η παραπάνω διάταξη δεν θέτει τέτοια προϋπόθεση (ΟλΑΠ 27/1959, ΑΠ 82/2005 ΕΕργΔ 2006.147). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η καταγγελία της συμβάσεως ορισμένου χρόνου, συνιστούν την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Έτσι, αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος καταγγελίας, ή αν ο προβαλλόμενος ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας δεν είναι τόσο σοβαρός και επομένως σπουδαίος, ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της συμβάσεως, τότε η καταγγελία καθίσταται άκυρη (ΟλΑΠ 10/1995, ΑΠ 82/2005). Τέλος παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1989 ΕλλΔ 1989.1153).
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχεται κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στις 14-5-1973 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και δη:
στον λογιστικό κλάδο. Στις 1-7-1993 προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Β' και υπηρέτησε με τον βαθμό αυτόν: 1) στο κατάστημα Δερβενίου Κορινθίας ως, διευθυντής από 5-6-2001 μέχρι 17-8-2003 και 2) στο κατάστημα Αιγίου, ως εντεταλμένος διευθυντής, από 18-8-2003 μέχρι 6-2-2004, οπότε τέθηκε στη διάθεση του δικτύου της διευθύνσεως δικτύου Δ'.
Κατά το χρόνο της υπηρεσίας η αναιρεσίβλητη τράπεζα, εκτιμώντας τη συμβολή του στα αποτελέσματα της, του έτους 2002 και την αξιολόγηση του από τους προϊσταμένους του, του χορήγησε πρόσθετη οικονομική αμοιβή 760 ευρώ. Στις 4-8-2005 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο και δη:
για βαρύτατη και υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος υπαλλήλου έναντι αυτής. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις της, όπως και ενώπιον του Εφετείου επικαλέστηκε τα περιστατικά που θεμελιώνουν τον σπουδαίο λόγο. Συγκεκριμένα ως υπάλληλος της αναιρεσείουσας: 1) Στις 15-11-2002 χορήγησε σε δύο πελάτες-δανειολήπτες της αναιρεσίβλητης βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, από στεγαστικό δάνειο ποσού 29.350 ευρώ είχαν λάβει ο μεν πρώτος πελάτης 3.350 ευρώ και ο δεύτερος 26.000 ευρώ, γεγονός ανακριβές, αφού οι πελάτες αυτοί εμφανίζονται από κοινού δανειολήπτες του ποσού των 29.350 ευρώ, χορήγησε δε τη βεβαίωση αυτή, προκειμένου ο δεύτερος να αγοράσει μόνος του ακίνητο, 2) Στο χρονικό διάστημα από 5-6-2001 - 17-8-2003, σε συνεργασία με τον υπάλληλο της αναιρεσίβλητης- συνάδελφό του Β.
Σ., "φύλακα αργούντων εργοστασίων", ήτοι αυτών που η Ε.Τ.Ε. ΑΕ έχει στην κυριότητα της από πλειστηριασμούς και δεν λειτουργούν, διενεργούσε εγχρήματες συναλλαγές, με τη λειτουργία ταμείου από τη θέση εργασίας του Β. Σ.. Από το εν λόγω ταμείο, διεκπεραίωνε τις περισσότερες από τις προσωπικές συναλλαγές του, καθώς και εκείνες, που αφορούσαν στεγαστικά δάνεια από το Κατάστημα, όπου, τον χρόνο εκείνο, υπηρετούσε.
Το χρηματικό υπόλοιπο του ταμείου (συνήθως ποσού 5.000 ευρώ) δεν παρέδιδε, μετά το πέρας του ωραρίου συναλλαγών, στον Κεντρικό Ταμία για να φυλαχθεί στο απόθεμα του Καταστήματος, αλλά παρέμενε σε φάκελλο και εφυλάσσετο στο ατομικό του χρηματοκιβώτιο, διεχειρίζετο δε, ανεξέλεγκτα τμήμα του χρηματικού αποθέματος, 3) Στο χρονικό διάστημα 1-1-2003 έως 30-6-2003 διευκόλυνε 21 πελάτες του καταστήματος, όπου, το χρόνο εκείνο υπηρετούσε, οι οποίοι τηρούσαν λογαριασμούς όψεως και εξέδιδαν επιταγές χωρίς επαρκές υπόλοιπο, να καλύπτουν τις ακάλυπτες επιταγές τους σε διάστημα μέχρι 8 ημέρες.
Έτσι, δεν ενημέρωνε τα άλλα καταστήματα της αναιρεσίβλητης για τη μη ύπαρξη επαρκούς υπολοίπου των επιταγών αυτών, ώστε να σφραγιστούν, 4) Στο χρονικό διάστημα 28-11-2002 έως 13-5-2003 χορήγησε σε πελάτη, πωλητή-κατασκευαστή ακινήτων, στεγαστικό δάνειο για την αγορά ακινήτων με ποσά πολύ μεγαλύτερα της αξίας τους, ο πελάτης αυτός δε, κατέθεσε, την 28-11-2002, σε αποταμιευτικό λογαριασμό του, το ποσό των 1.000 ευρώ και, την 13-5-2003, στον λογαριασμό μισθοδοσίας του το ποσό των 1.000 ευρώ.
Επίσης, την 31-3-2003, χορήγησε σε πελάτη, χωρίς να ερευνήσει την πιστοληπτική του ικανότητα, την πρώτη δόση, ποσού 95.000 ευρώ, στεγαστικού δανείου συνολικού ποσού 255.000 ευρώ, για την αγορά δύο ανεγειρόμενων εξοχικών ακινήτων και, αυθημερόν (31-3-2003), ο πελάτης αυτός κατέθεσε στο λογαριασμό μισθοδοσίας του το ποσό των 2850 ευρώ, 5) Ενέκρινε δανειοδότηση τριών πελατών, σε ποσοστό 100%, για την αγορά και αποπεράτωση συγκεκριμένων ακινήτων με ποσά πολύ υψηλότερα της αξίας των ακινήτων και του ποσοστού ετοιμότητας κατασκευής τους.
Ειδικότερα τον Μάρτιο 2003, ενέκρινε δάνειο ποσού 255.000 ευρώ σε πελάτη για την αγορά δύο ανεγειρόμενων εξοχικών ακινήτων, συνολικής αξίας (35.000 + 37.000) 72.000 ευρώ και με ποσοστό ετοιμότητας κατασκευής τους 35%, την 10-10-2002, ενέκρινε δάνειο ποσού 58.700 ευρώ σε πελάτη για την αγορά εξοχικού ανεγειρόμενου ακινήτου αξίας 22.800 ευρώ και με ποσοστό ετοιμότητος κατασκευής του 35% και, την 4-12-2002 ενέκρινε δάνειο ποσού 90.000 ευρώ σε πελάτη ανεγειρόμενου ακινήτου αξίας 33,000 ευρώ και με ποσοστό ετοιμότητος κατασκευής του 35%.
Έτσι δημιούργησε "άνοιγμα" μεταξύ κινδύνων και ασφαλειών, συνολικού ποσού 300.000 ευρώ. 6) Στις 2-4-2003, παρείχε χωρίς λόγο και με ανακριβή στοιχεία σε τρίτο γνωστό του πρόσωπο ξενόγλωσση-στην αγγλική συστατική επιστολή, προκειμένου εκείνος να την χρησιμοποιήσει στην αλλοδαπή εταιρία WAKA INVESTEMENTS LTP, με έδρα το Πεκίνο Κίνας, για να προσληφθεί, ως εργαζόμενος της.
Η εταιρία αυτή, με κριτήριο και αυτήν τη συστατική επιστολή, προσέλαβε, την 15-4-2003, τον ανωτέρω, ως διευθυντή, σε δύο θυγατρικές επιχειρήσεις της στο Παρίσι Γαλλίας. Στη συστατική επιστολή, η οποία δεν έφερε αριθμό πρωτοκόλλου εξερχόμενου εγγράφου και δεν υπήρχε στο αρχείο του Καταστήματος, όπου, τότε, υπηρετούσε, ανέφερε, αναληθώς ότι ο τρίτος είναι πελάτης της αναιρεσίβλητης "για περισσότερο από τρία χρόνια", "πολίτης καλής κοινωνικής επιφάνειας", "διατηρεί καταθέσεις, ενώ έχει και πιστωτικές σχέσεις με την αναιρεσίβλητη και έχει χειριστεί όλους τους λογαριασμούς του κατά τα συμφωνηθέντα και με ένα απόλυτα ικανοποιητικό τρόπο", ο τρίτος αυτός, όμως, δεν ήταν πελάτης της, η οποία και δεν τον εγνώριζε (μόλις την ίδια ημέρα, 2-4-03, που του χορηγήθηκε η συστατική επιστολή, ο τρίτος "είχε ανοίξει" λογαριασμό στο κατάστημα, όπου υπηρετούσε, τότε, ο αναιρεσείων, αποταμιευτικό λογαριασμό, με την κατάθεση 50 ευρώ, από το οποίο 45 ευρώ ανέλαβε την επομένη 3-4-2003, στο κατάστημα Λουτρακίου).
Την 19-7-03 ο τρίτος, ως διευθυντής της αλλοδαπής εταιρίας, επρόκειτο να φέρει 4.500.000 ευρώ σε λογαριασμό της μιας θυγατρικής επιχειρήσεως, όμως μεθόδευσε τη μεταφορά του ποσού αυτού σε λογαριασμό του στην Ελλάδα. Η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της τελευταίας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος την 20-7-03, οπότε η αλλοδαπή εταιρία της έστειλε το πρωτότυπο της συστατικής επιστολής, ζήτησε δε συγχρόνως, από την αναιρεσίβλητη εγγράφως, τη συνδρομή της προκειμένου να εντοπισθεί και να δεσμευθεί το ποσό των 4.500.000 ευρώ.
Τα προαναφερθέντα διαπιστώθηκαν από τον επιθεωρητή της αναιρεσίβλητης προς τον οποίο ο αναιρεσείων δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις για τις υπό στοιχεία 3,4,5 και 6 περιπτώσεις, ενώ για τις υπό στοιχεία 1 και 2 δεν έδωσε καθόλου εξηγήσεις ... Ύστερα από αυτά η αναιρεσίβλητη με το αυτό 4-8-2005 έγγραφο της κατήγγειλε την μετ' αυτού σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συνίσταται στην παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, λόγω των ανωτέρω ενεργειών του ήταν δυνατόν να επιφέρει και επέφερε, αντικειμενικώς κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, την απώλεια της εμπιστοσύνης της Ε.Τ.Ε.
ΑΕ στο πρόσωπο του, που συνεπάγεται την ακαταλληλότητα του για αυτή την εργασία, κατέστησε δε αδύνατη τη συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως, και ως εκ τούτου υπάρχει σπουδαίος λόγος, που δικαιολογεί την καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της συμβάσεως εργασίας. Δέχτηκε επίσης ότι τα περιστατικά των πιο πάνω παραπτωμάτων του αναιρεσείοντος καθιστούν αρνητική την πρόγνωση για την μελλοντική βελτίωση του, ως υπαλλήλου και για την μελλοντική ομαλή πορεία της συμβάσεως εργασίας.
Τέλος, δέχτηκε, το Εφετείο ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και επομένως δεν είναι καταχρηστική, και δη εξαιτίας της μη τηρήσεως, προηγουμένως της πειθαρχικής διαδικασίας.
Συνακόλουθα αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δεν είναι καταχρηστική και μετά από εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 672,281 και 288 ΑΚ, (καθώς και την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 του Συντάγματος), (διότι τα ανωτέρω παραπτώματα του αναιρεσείοντος δεν μπορούσε να τα αντιμετωπίσει η αναιρεσίβλητη με ηπιότερα μέτρα από αυτό της καταγγελίας) αφού δέχεται ότι λόγω της βαρύτητας των ενεργειών αυτών του αναιρεσείοντος, ενόψει και της υπεύθυνης θέσεως που κατείχε, η εξακολούθηση της εργασιακής συμβάσεως συνεπαγόταν κίνδυνο επαναλήψεως τέτοιων ενεργειών στο μέλλον και συνακόλουθα κίνδυνο των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο μέσο ήταν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.
Επίσης, το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την θεμελίωση Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), και ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθή δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί` των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ...", αφού ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε, στην ένδικη περίπτωση, κάποιου εκ των δικαιωμάτων που χορηγεί το εν λόγω άρθρο σε κάθε πρόσωπο κατά την εκδίκαση της αξίωσής του ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις περί αντιθέτου αιτιάσεις τους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω και όσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5, 20 παρ. 22 παρ. 1 Συντάγματος, πρέπει να σημειωθεί ότι το Εφετείο δεν παραβίασε, δεχθέν τα ανωτέρω, τις διατάξεις αυτές, ούτε και υπήρχε άλλωστε έδαφος εφαρμογής τους.
Εξάλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με επίκληση του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚπολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε "πράγματα" νομίμως προταθέντα και δη: τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας, λόγω έλλειψης γνώσης του για τον σπουδαίο λόγο αυτής, είναι απαράδεκτος διότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι νομικός και συνεπώς δεν αποτελεί " πράγμα" κατά την έννοια του αριθμ. 8 του ανωτέρω άρθρου.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πλην τον λόγο αυτόν δεν συνιστά η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της ενστάσεως ( ή της αγωγής) περιστατικών που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, παρότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της ενστάσεως (ή της αγωγής).
Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με επίκληση του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους συνιστώντας τον σπουδαίο λόγο της καταγγελίας ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, καίτοι αυτοί είχαν βεβαιωθεί μεν από τους μάρτυρες της, αλλά δεν περιέχονται στην ένσταση αυτής περί λύσεως της σχετικής εργασιακής συμβάσεως λόγω σπουδαίου λόγου. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι, κατά τα ανωτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που γίνεται και επίκληση του αριθμ. 14 του αυτού άρθρου, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.
Από την βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στο πόρισμα του ως προς την αγωγή του αναιρεσείοντος κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρος που εξετάστηκε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά ... τις ένορκες βεβαιώσεις, .../2-12-2005 ενώπιον του συμβολαιογράφου Κορίνθου Αθανασίου Ρομπόκου, Π.
Μ. Μ., .../6-10-2006 και .../6-10-2006 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, των Ε. Ν. Ν. και Μ. Θ. Κ. που έχουν ληφθεί κατ' άρθρο 671 ΚΠολΔ ... και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ... και το σύνολο των αιτιολογιών αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τόσο τις εκθέσεις αξιολόγησης του αναιρεσείοντος όσο και την από 4-7-2003 προσωπική επιστολή-έπαινο που του είχε αποστείλει ο πρώην Διοικητής της Ε.
Τ. Ε Θ. Κ., που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως (3° μέρος), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ στη διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικώς κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθορισμένη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προς συναγωγή του πορίσματος του έλαβε υπόψη του και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και: 1) το βιβλιάριο καταθέσεων του αναιρεσείοντος και 2) το λογαριασμό της μισθοδοσίας του, για τα οποία δεν υφίσταται απαγόρευση χρησιμοποίησης τους από τη διάταξη της §1 του άρθρου 2 Ν, 2472/10-4-1997 "περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα".
Συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δε επιτρέπει πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος, με επίκληση του αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση της μη κηρύξεως από το Εφετείο της ακυρότητας των προσκομισθέντων από την αναιρεσίβλητη αποδεικτικών εγγράφων είναι αβάσιμος, διότι το εν λόγω δικαστήριο δεν είχε από το νόμο υποχρέωση να κηρύξει την ακυρότητά τους.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2008 αίτηση του Ε. Γ. για αναίρεση της 2483/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ