Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment due to lack of clear evidence citation and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's judgment of 797/2008 regarding an accounting liability case. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents, including a council ruling, an expert report, and a sworn affidavit, which were submitted during the proceedings. The court rejected these claims because the lower court explicitly stated it had considered all submitted evidence, and the specific sworn affidavit cited by the appellant lacked the required precise identification and prior summons details to constitute a valid legal ground for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 303, 473-477, 559(11) of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal based on the lower court's failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly confirmed its consideration of all submitted documents and if the appealed evidence lacks the specific identification and procedural prerequisites required by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1263 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1263/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσιρογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 797/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-6-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης Τμήμα του Δικαστηρίου, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και της από 8-7-2009 κλήσεως προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του ( άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
Επειδή, κατά το άρθρον 303 ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για τον σκοπό αυτόν ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 473-477 ΚΠολΔ, με τις οποίες δεν καθιερώνεται ειδική διαδικασία αλλά τίθενται ορισμένοι ειδικοί κανόνες λόγω της φύσεως της αγωγής προς λογοδοσία, προκύπτει ότι μετά την έκδοση της αποφάσεως που διατάσσει τη λογοδοσία και την κατάθεση του λογαριασμού από τον δοσίλογο, που περιέχει την αντιπαράθεση εσόδων και εξόδων και το προκύπτον από την αντιπαράθεση αυτή, μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά, ακολουθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 475 παρ. 2 ΚΠολΔ στάδιο περαιτέρω διαδικασίας.
Κατά το στάδιο αυτό οι διάδικοι υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, προσδιορίζουν σαφώς τα κονδύλια του λογαριασμού ή τα στοιχεία του καταλόγου που αμφισβητούν, τις ελλείψεις ή παραλείψεις αυτών και γενικά προβάλλουν όλα τα μέσα επιθέσεως και άμυνας που αφορούν τον λογαριασμό ή τον κατάλογο. Το στάδιο, όμως, αυτό ακολουθείται μόνο όταν στην αγωγή περιέχεται και αίτημα καταβολής του καταλοίπου, ενώ όταν δεν περιέχεται τέτοιο αίτημα κάθε περαιτέρω διαδικαστική πράξη επιχειρείται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού δεν μπορεί να οδηγήσει σε έκδοση απόφασης με διατακτικό διαφορετικό και επωφελέστερο για τον ενάγοντα από το διατακτικό της προηγηθείσης απόφασης που διέταξε τη λογοδοσία.
Περαιτέρω στο αίτημα της αγωγής περί καταβολής του υπολοίπου εμπεριέχεται και αίτημα αναγνώρισης του ύψους του καταλοίπου. Επομένως, είναι δυνατός ο κατά το δεύτερο στάδιο συζήτησης της αγωγής λογοδοσίας περιορισμός από τον ενάγοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 223 και 294 ΚΠολΔ, του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό για το ύψος του καταλοίπου, γεγονός που δικαιολογεί έννομο συμφέρον του ενάγοντος για περαιτέρω συζήτηση της αγωγής του, αφού η αναγνώριση του ύψους του καταλοίπου οδηγεί σε διατακτικό διαφορετικό και επωφελέστερο από το διατακτικό της προηγηθείσης απόφασης που διέταξε λογοδοσία και δημιουργεί δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά παραδοχή λόγου εφέσεως του αναιρεσείοντος δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις που υπέβαλε κατά το δεύτερο στάδιο συζήτησης της αγωγής μετέβαλε απαραδέκτως το αίτημα της αγωγής του περί καταβολής του καταλοίπου στον ίδιο ( ενάγοντα ), ζητώντας να αναγνωριστεί ότι το κατάλοιπο οφείλεται στην εταιρία τους, για τη διαχείριση της οποίας παρέσχε λογοδοσία ο αναιρεσείων μετά ταύτα δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε υποχρεώσει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην εταιρία το κατάλοιπο.
Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων με την απαράδεκτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής παραιτήθηκε μεν σιωπηρά από το αρχικό αίτημα της αγωγής για καταβολή του καταλοίπου στον ίδιο, όχι, όμως και από το εμπεριεχόμενο σ' αυτό αίτημα να αναγνωριστεί ότι το κατάλοιπο της διαχείρισης του αναιρεσείοντος ανέρχεται σε ορισμένο ποσό, το οποίο μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, αναγνώρισε ότι ανέρχεται σε 108.603,85 ευρώ.
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και δεν αποφάνθηκε για κάτι που δεν ζητήθηκε, δεδομένου ότι παραδεκτά ο ενάγων περιόρισε με τις προτάσεις που υπέβαλε κατά το δεύτερο στάδιο της συζήτησης της αγωγής το αίτημα της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό ως προς το ύψος του καταλοίπου, αίτημα που δικαιολογούσε έννομο συμφέρον του για περαιτέρω συζήτηση της αγωγής του.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 9 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αναιρετικοί λόγοι, είναι αβάσιμοι.
Η θέση της ομόρρυθμης εταιρίας υπό ειδική εκκαθάριση δεν εμποδίζει την έγερση αγωγής λογοδοσίας από τους εταίρους κατά του εκκαθαριστή κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης και η τυχόν άσκησή της δεν καθιστά απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής. Το αντίθετο δεν συνάγεται ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 777 και 778 του Α.Κ.
ούτε από κάποια άλλη διάταξη. Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθμό 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το σωρευμένο στην αγωγή λογοδοσίας αίτημα καταβολής του καταλοίπου, για το λόγο ότι αυτό ασκείται πρόωρα, πριν δηλαδή την περάτωση της εκκαθάρισης, είναι αβάσιμος, Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με την έφεσή του, ότι όλα τα χρηματικά ποσά που αυτός ανέλαβε από τους κοινούς με τον εφεσίβλητο τραπεζικούς λογαριασμούς τα παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο για την αντιμετώπιση των δαπανών ανέγερσης του οικοδομικού συγκροτήματος, πλην, όμως, υπήρχε ηθική αδυναμία λήψης έγγραφης απόδειξης για τα επί μέρους ποσά που του απέδιδε τμηματικά, λόγω της τυφλής εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους και της φύσεως της συνεργασίας τους και αμεσότητας των δοσοληψιών τους, τον οποίο ισχυρισμό αν λάμβανε υπόψη το Εφετείο θα δεχόταν ότι απέδωσε στον αναιρεσίβλητο και συνεπώς δαπάνησε κατά τη διαχείριση της εταιρίας όχι μόνο το ποσό των 27.051.000 δρχ.
ή 79.386,64 ευρώ που συνομολογεί ο αναιρεσίβλητος, αλλά το ποσό των 63.999.000 δρχ. ή 187.818,04 ευρώ και θα απέρριπτε το αίτημα περί αναγνώρισης του καταλοίπου του λογαριασμού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν κάποιον αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αποτελούν αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, δεν γίνεται επίκληση ούτε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο αξίωσε έγγραφη απόδειξη όσον αφορά τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα τμηματικές καταβολές και δαπάνες, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί ότι προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.
γ` ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως, για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.
β', 346, 453 και 524 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν θεωρούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Ειδικότερα, προκειμένου για ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.2 εδ.
γ' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν.2915/2001, αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και λαμβάνονται υπόψη αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, είναι σαφής και ορισμένη η επίκλησή τους, όταν στις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκομίζει γίνεται για καθεμιά σαφής προσδιορισμός των στοιχείων της, ήτοι του αριθμού αυτής, του οργάνου ενώπιον του οποίου έγινε και της εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και ειδικότερα : α) το 642/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, β) την από 30-6-2005 λογιστική πραγματογνωμοσύνη που είχε διατάξει ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών και γ) την 398/2004 ένορκη ενώπιον της Ειρηνοδίκου Σερρών βεβαίωση μάρτυρά του, τα οποία έγγραφα επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και προσκόμισε και από τα οποία αποδεικνύονταν ότι όλα τα ποσά που ανέλαβε από τις τράπεζες τα απέδωσε τμηματικά στον αναιρεσίβλητο για την αντιμετώπιση των κατασκευαστικών αναγκών της εταιρίας.
Όσον αφορά τα δύο πρώτα έγγραφα, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών του δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Όσον αφορά την ένορκη βεβαίωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός επικαλέστηκε " την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σερρών του Γεωργίου Τριανταφύλλου ". Η επίκληση αυτή δεν είναι νόμιμη, αφού δεν προσδιορίζεται ο αριθμός της ένορκης βεβαίωσης και δεν γίνεται επίκληση ότι αυτή ελήφθη μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του ανερεσιβλήτου.
Επομένως, το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη την άνω ένορκη βεβαίωση δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 797/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ