Legislator Case Law & Legislation
1262/2023 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against final judgment regarding state social insurance fund debt and interest calculation errors.

Case Number 1262/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the National Social Insurance Fund against a final judgment from the Athens Court of First Instance. The plaintiff company argued that the defendant failed to pay the full principal amount and calculated interest incorrectly on the outstanding debt. The court found the defendant's calculation of accrued interest and the total payable sum to be erroneous, ordering the defendant to pay the corrected principal and the difference in interest.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal against a final judgment if the lower court made errors in calculating interest or determining the principal debt amount, thereby necessitating a remand for recalculation.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal against Final Judgment Interest Calculation Error State Social Insurance Fund Remand for Recalculation Debt Recovery Cost Allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 45 of Law 4607/2019

Cited Case Law

AI generated
Case 788/2022
Case 559/2021
Case 151/2020
Case 1073/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1262 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1262/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δερμιτζάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Α. Α. Κ. Δ. Α. - M. H. Α..Ε.. και ήδη «Α.» Α. - Δ. Α. Κ. Ι. Δ. Ε. M. H. Α. Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Μήτσιου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14387/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3951/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/12/2021 αίτησή του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 23.12.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3951/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552,553,556,558,564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδρομής, κατ'επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 16.9.2011 αγωγή της, η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, επικαλούμενη διαδοχικές συμβάσεις πώλησης υγειονομικών αναλωσίμων και ιατροτεχνολογικών υλικών, με αγοραστή το ΝΠΔΔ "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος "e-ΕΦΚΑ" ύψους 34.536,88 ευρώ, για την εγκυρότητα των οποίων δεν ήταν αναγκαία η τήρηση εγγράφου τύπου, ενόψει του ότι εκάστη αυτών δεν υπερέβαινε κατ' αξία τιμολόγησης το ποσό των 2.500 ευρώ, και παραλαβή απάντων των πωληθέντων ειδών από την αρμόδια επιτροπή παραλαβής του άρθρου 4 παρ. 2 του π.δ. 166/2003, ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ως διάδοχο στις υποχρεώσεις από τις συμβάσεις του αρχικώς υποχρέου ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, της οφείλει με βάση τις συμβάσεις αυτές πώλησης, άλλως, και για τη περίπτωση που αυτές κριθούν άκυρες, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το χρηματικό ποσό των 34.536,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση 60ημέρου από την παραλαβή των πωληθέντων από την αρμόδια επιτροπή παραλαβής του ΝΠΔΔ, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμό 14.387/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή (αγωγή) κρίθηκε νόμιμη (πλην του αιτήματος τοκοδοσίας ως προς την επικουρική της βάση από χρόνο προγενέστερο της επίδοσης της αγωγής) και έγινε δεκτή εν μέρει, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, ως προς την κύρια βάση της (513 επ.

ΚΠολΔ) επιδικάζοντας στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 32.052,77 ευρώ με τον νόμιμο τόκο, μετά παρέλευση 60ημέρου από την οριστική παραλαβή των πωληθέντων. Επί της ασκηθείσας, από 27.12.2019 έφεσης του ηττηθέντος ΝΠΔΔ εκδόθηκε η με αριθμό 3951/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη), με την οποία έγινε δεκτός ο λόγος έφεσης συναφώς προς την ακυρότητα των ενδίκων συμβάσεων πώλησης, για το λόγο ότι η συνολική ετήσια δαπάνη από αυτές υπερέβαινε το ποσό των 20.000 ευρώ, κατά παράβαση του άρθρου 83 ν. 2362/1995 που προβλέπει την άνω του ποσού αυτού κατάρτιση συμβάσεων μόνον μέσω διενέργειας διαγωνισμού, και όχι με απευθείας ανάθεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη και έγινε δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατά το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό, με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, και επιτόκιο 6%, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα περί Δικών Δημοσίου.

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτιώμενο εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα περί Δικών Δημοσίου, αντί της ορθής και εφαρμοστέας εν προκειμένω, διάταξης του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, ως προς το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, καθώς και της ομοίως εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 83 παρ. 14 ν. 4790/2021, ως προς μη οφειλόμενους τόκους του χρονικού διαστήματος από 7.11.2020 έως 6.4.2021 λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας.

Υποβάλλει επίσης, με τις προτάσεις του, επικαλούμενο πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των οφειλομένων μετά των αναλογούντων τόκων προς 6%, αίτημα επαναφοράς κατ' άρθρο 579 ΚΠολΔ και επιδίκασης του μη οφειλομένου ποσού τόκων από 2.931,33 ευρώ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 114/2016).

Κατά το άρθρο 21 του κ.ν. της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου", που εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 109 εδ. δ/ του ΕισΝΑΚ, "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974, που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1917/2007) ορίζει, ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή ΝΠΔΔ είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε, από την επίδοση σχετικής αγωγής.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το ΝΠΔΔ, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.

Εφόσον, όμως, ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974) δεν διακρίνει, δεν συνδέει, δηλαδή, την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας, προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 1057/2013, ΑΠ 986/2013).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 § 1 του ν. 4607/2019 ("περί της τοκοφορίας των οφειλών του Δημοσίου", που ισχύει από τις 24.4.2019 ) "το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.

Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013, β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.

Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου, στην κείμενη νομοθεσία, γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος". Η ανωτέρω παράγραφος, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ν. 4607/2019, εφαρμόζεται "...και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος", ήτοι από 1.5.2019 (ΑΠ 312/2022, ΑΠ 1308/2021).

Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον αυτής μέρος, έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα εξής: " Η ενάγουσα -εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία στα πλαίσια της εμπορικής δραστηριότητάς της κατήρτισε με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία " ΙΚΑ -ΤΕΑΜ" καθολικός διάδοχος του οποίου ήταν το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΟΠΥΥ" μετά από διαγωνισμό σύμβαση προμήθειας ...

κατόπιν της ...κατακυρωτικής απόφασης Διοικητή ΙΚΑ, ποσού 1.947.808,17 ευρώ με λήξη στις 9.3.2011. ... Στις αρχές Μαρτίου 2011 εξαντλήθηκε το ως άνω ποσό της κατακύρωσης, οπότε και το εναγόμενο, αφού προηγήθηκε συμφωνία των διαδίκων μερών, συνέχισε να προμηθεύεται υλικά από την ενάγουσα, κατόπιν έκδοσης σχετικών αποφάσεων, υπό συνθήκες πλέον ελευθέρου εμπορίου...

με βάση τις οποίες η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην αρμόδια επιτροπή παραλαβής υγειονομικού υλικού της τοπικής μονάδας ΙΚΑ, υγειονομικά υλικά συνολικής αξίας 34.536,88 ευρώ... απομένοντος ανεξοφλήτου υπολοίπου ύψους 32.052,77 ευρώ... Η ετήσια δαπάνη του ΝΠΔΔ "ΙΚΑ -ΕΤΑΜ" από τις επί μέρους μικρότερες πωλήσεις της εφεσίβλητης του έτους 2011 ανέρχονται στο ποσό των 32.052,77 ευρώ, δηλαδή υπερβαίνουν το ποσό των 20.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η ετήσια ανώτερη επιτρεπόμενη δαπάνη..

για κατάρτιση συμβάσεων από αυτό ως ΝΠΔΔ με απευθείας ανάθεση... Για το λόγο αυτό οι ένδικες συμβάσεις είναι άκυρες στο σύνολό τους κατά τα άρθρα 85 εδ.α'του ν. 2362/1995 , με συνέπεια να θεωρούνται ως μη γενόμενες (αρθ. 180 ΑΚ) και από αυτές δύναται να γεννηθεί μόνο αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού... Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 32.052,77 ευρώ, με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, απορριπτομένων ως μη νομίμων, κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 των κυρίων περί τοκοφορίας αιτημάτων από πρότερα χρονικά σημεία, εφόσον πρόκειται για αξίωση κατά ΝΠΔΔ που συνίσταται σε απόδοση πλουτισμού λόγω ακυρότητας των μεταξύ αυτού και του ιδιώτη προμηθευτή συναφθεισών συμβάσεων, οπότε, δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003, το οποίο προϋποθέτει αξίωση αμοιβής στηριζόμενη σε έγκυρη συμβατική σχέση, υπολογιζομένων όμως των τόκων αυτών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα περί Δικών του Δημοσίου (δ/γμα της 26.6./10.7.1944) που εφαρμόζεται και επί ΝΠΔΔ, διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του ΕισΝΑΚ και καθορίζει το νόμιμο επιτόκιο σε 6% ετησίως (ΑΕΔ 25/2012)...".Με την παραπάνω παραδοχή της, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε πράγματι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/24.4.2019, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, αφού επιδίκασε το προαναφερόμενο ποσό υπέρ της αναιρεσίβλητης και σε βάρος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με τόκο 6% ετησίως μέχρι την εξόφληση, και όχι με τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την 31-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/24.4.2019, από 1-5-2019 έως την εξόφληση.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται σχετική, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, παραδεκτά προβαλλόμενος, αφού στηρίζεται σε σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 περ. β` ΚΠολΔ), είναι βάσιμος. Σημειώνεται, ότι ο λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν το αναιρεσείον αιτιάται εσφαλμένη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 83 παρ. 14 ν. 4790/2021, παρεκτός του ότι δεν συνέχεται με αίτημα αναίρεσης της προσβαλλομένης ειδικώς για το λόγο αυτό, προβάλλεται αλυσιτελώς καθόσον στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο επιδίκασε τόκους υπερημερίας.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως τόκων επί του συνολικά επιδικασθέντος αμετάκλητα με αυτήν ποσού, με τόκο 6% ετησίως μέχρι την εξόφλησή του, αλλά και κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1101/2019, ΑΠ 1287/2018).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ειδικότερα, ενόψει του ότι το αίτημα της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής είναι βάσιμο, το δε Εφετείο, με την παραπομπή της υποθέσεως σ` αυτό, δεσμεύεται από την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το ύψος του τόκου, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως.

Κατ` ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτής, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί, κατά το μέρος αυτό, η από 16.9.2011 (αρ. εκθ.κατ. 157433/12231/21.9.2011) αγωγή και να υποχρεωθεί τo ΝΠΔΔ "e-ΕΦΚΑ" να καταβάλει στον ενάγοντα τόκους επί του αμετακλήτως αναγνωρισθέντος ως καταβλητέου με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των τριάντα δύο χιλιάδων πενήντα δύο ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (32.052,77) με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την 31-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 § 1 του ν. 4607/24.4.2019, από 1-5-2019 έως την ολοσχερή εξόφληση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση, είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάζουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, καθόσον από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος (ΑΠ 652/2022, ΑΠ 389/2020, ΑΠ 1075/2020).

Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης αρκεί, κατά την αληθή έννοιά της, η εκούσια εκτέλεση, όχι μόνο καταψηφιστικής απόφασης, αλλά και απόφασης απλώς αναγνωριστικής, που αναιρέθηκε κατά τούτο, εφόσον και ο συμμορφούμενος σε μια τέτοια τελεσίδικη απόφαση, χωρίς να περιμένει την καταψήφιση σε βάρος του, ευλόγως πρέπει να δικαιούται να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στη προηγούμενη κατάσταση αν ευδοκιμήσει αναίρεσή του κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 652/2022, ΑΠ 1304/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 139/2013).

Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται κατά τα άρθρα 216 και 217 του ΚΠολΔ, αναλυτικά οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν και τα επί μέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος, να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί (ΑΠ 652/2022, ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 666/2017, ΑΠ 1158/2011).

Στη προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τις νόμιμες έγγραφες προτάσεις του, που έχουν κατατεθεί στο παρόν Δικαστήριο στις 17.3.2023, όπως προκύπτει από την βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως σ' αυτές, υπέβαλε, παραδεκτώς, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στη κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία σε επιστροφή του ποσού το οποίο της κατέβαλε, σε εκούσια εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, μετά την ευδοκίμηση της αναίρεσής της κατά το ποσό των τόκων ως προς το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 § 1 του ν. 4607/24.4.2019, από 1-5-2019 έως την ολοσχερή εξόφληση, καθορίζοντας αναλυτικώς τα επί μέρους ποσά που συνθέτουν το καταβληθέν ποσό και την αιτία τους, σε εκτέλεση του αναιρουμένου μέρους της απόφασης.

Ειδικότερα, με τη προλαβούσα απόφαση, αναγνωρίστηκε τελεσιδίκως, ως προεκτέθηκε, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 32.052,77 ευρώ, με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. 'Όπως αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμό …..ένταλμα πληρωμής και το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με α/α … γραμμάτιο εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας, το αναιρεσείον κατέβαλε το συνολικό ποσό των 49.761,72 ευρώ, εκ των οποίων το κεφάλαιο των 32.052,77 ευρώ παρήγαγε για το χρονικό διάστημα από 7.10.2011 έως 30.4.2019, ήτοι για 2.763 ημέρες, με επιτόκιο 6% ετησίως, τόκους 14.558,10 ευρώ, για δε το χρονικό διάστημα από 1.5.2019, ήτοι για 1.366 ημέρες, με το αυτό επιτόκιο (6% ετησίως), τόκους 7.197,38 ευρώ και συνολικά, 21.755,48 ευρώ.

Αφαιρουμένων των νομίμων κρατήσεων (φόροι, χαρτόσημο) των άνω χρονικών διαστημάτων, από (2.183,72ευρώ φόρος + 524,09 ευρώ χαρτόσημο=) 2.707,81 ευρώ και από (1.079,61 ευρώ φόρος + 259,11 ευρώ χαρτόσημο=) 1.338,72 ευρώ αντιστοίχως, και συνολικά 4.046,53 ευρώ, του τοκοκεφαλαίου των (32.052,77 + 21.755,48=) 53.808,25 ευρώ, αποδεικνύεται ότι το αναιρεσείον κατέβαλε το ποσό των 49.761,72 ευρώ.

Λαμβανομένου υπόψη του ότι με βάση τον υπολογισμό των τόκων του κεφαλαίου του χρονικού διαστήματος από 1.5.2019 έως 25.1.2023 Χ 6% ετησίως, αυτοί ανέρχονται στο ποσό των [7.197.38 ευρώ - 1.338,72 ευρώ (σύνολο κρατήσεων)=] 5.858,66 ευρώ, αντί του ορθού [ 3.598,69 ευρώ τόκοι -669,35 ευρώ κρατήσεις=] 2.927,33 ευρώ, το επιστρεπτέο ποσό στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ ανέρχεται σε (5.858,66 - 2.927,33=) 2.931,33 ευρώ.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο και κατ'ουσίαν το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων με την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης-καθής η αίτηση να αποδώσει στο αιτούν -αναιρεσείον το ποσό των 2.931,33 ευρώ. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν εις βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (αρθ. 176,183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όχι όμως μειωμένα, διότι η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσια δικηγόρο του (ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1073/2019), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, τη με αριθμό 3951/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει κατά το μέρος αυτό την από 16.9.2011 (αρ. εκθ. κατ. 157433/12231/21.9.2011) αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας «Μ. H. «A. κατά του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία " e-ΕΦΚΑ".

Δέχεται αυτή εν μέρει.

Υποχρεώνει το εναγόμενο "ΙΚΑ-ΤΕΑΜ" και ήδη "e-ΕΦΚΑ" να καταβάλει στην ενάγουσα τόκους επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος με την προσβαλλομένη απόφαση ποσού των τριάντα δύο χιλιάδων πενήντα δύο ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (32.052,77) με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την 31η.4.2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 από 1ης.5.2019 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Δέχεται την αίτηση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της με αριθμό 3951/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία να καταβάλει στο αναιρεσείον το χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων εννεακοσίων τριάντα ενός ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (2.931,33).-

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ