Divorce appeal dismissed because fault irrelevance in dissolution means no legal interest to challenge the final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the wife's appeal against the appellate court's rejection of her divorce suit. The wife argued that the marriage should remain intact because the breakdown was solely her husband's fault, but the court held that fault is irrelevant for granting divorce. Since the dissolution was already established, the wife had no legal interest to contest the final judgment on this ground.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1439 para. 1 of the Civil Code; Article 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure: In divorce proceedings, the irrelevance of fault for granting dissolution means a party cannot claim legal interest to challenge a final judgment based on the attribution of fault.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1262 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1262/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. Ζ. του Β., σύζυγο Α. Τ., κατοίκου ... Αττικής. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Μπάτσου.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Α., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Ταλαγάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-04-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την ασκηθείσα διά των προτάσεων ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1270/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5223/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμαρίδης ανέγνωσε την από 25-11-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Κλαδογένη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσον ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι, ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από τον ποιο από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου.
[2] Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρό κλονισμό, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, γιατί με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που καθένας τους επιδίωκε με εκείνη από τις αγωγές αυτές που έχει ασκηθεί απ' αυτόν. Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπο του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη. Συνεπώς ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως είτε κατ' άρθρο 516 παρ.2 ΚΠολΔ, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης είτε κατ' άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1532/2011).
[3] Διαφορετική, ωστόσο, αντιμετώπιση προσήκει στην περίπτωση κατά την οποία η ανταγωγή του άλλου συζύγου ασκείται επικουρικά, υπό την επιτρεπτή ενδοδιαδικαστική αίρεση ότι θα γίνει δεκτή η αγωγή του αντιδίκου του. Πρωτίστως αρνείται την αγωγή και μάχεται για τη διατήρηση του γάμου και επικουρικά ζητεί τη λύση του για λόγους που αφορούν στο πρόσωπο του άλλου. Σε περίπτωση παραδοχής τόσο της αγωγής, όσο και της ανταγωγής, ανακύπτουν τα εξής ενδεχόμενα:
(α) Εάν ο εναγόμενος και επικουρικά αντενάγων ασκήσει ως ηττηθείς έφεση κατά του κεφαλαίου της απόφασης που έκανε δεκτή την αγωγή, ζητώντας απόρριψή της για το λόγο ότι, απορριπτόμενης της αγωγής, διατηρείται ο γάμος, αποτέλεσμα στο οποίο πρωτίστως απαρχής απέβλεψε και με την έφεση επιδιώκει, τότε έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση μιας τέτοιας έφεσης, συνιστάμενο στην αποτροπή της επικείμενης να ολοκληρωθεί με την τελεσιδικία διάπλαση της λύσεως του γάμου, της οποίας την ελεύθερη διάθεση δεν έχει πάψει να έχει πριν αυτή ολοκληρωθεί. Σε μία τέτοια περίπτωση, εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κάνει δεκτή την έφεσή του και απορρίψει την αγωγή, ανισχυροποιείται αυτόματα και η αποδοχή της επικουρικής ανταγωγής του, η οποία εχώρησε με την πρωτόδικη απόφαση, διότι πληρούται αναδρομικά η διαλυτική αίρεση (της επικουρικότητας) από την οποία εξαρτήθηκε η εκκρεμοδικία της. Θέμα διπλής διάπλασης εξ ορισμού δεν μπορεί να τεθεί, αφού η απόρριψη της αγωγής δεν αφήνει έδαφος για την ευδοκίμηση της ανταγωγής•
(β) Εάν όμως ο εναγόμενος (και επικουρικά αντενάγων) ασκήσει έφεση κατά του κεφαλαίου της απόφασης που έκανε δεκτή την αγωγή, ζητώντας την απόρριψή της, με την επίκληση ότι έτσι επιδιώκει, όχι την ανατροπή της διάπλασης της λύσεως του γάμου, αλλά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης διότι έπρεπε να δεχτεί ότι η έγγαμη σχέση κλονίσθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος, όχι και από δική της, τότε στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση εφέσεως, αφού κατά τα προαναφερόμενα για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, πράγμα που σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας.
ΙΙ. Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσίβλητος με την από 20-04-2007 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκηθείσα αγωγή του, ζήτησε να κηρυχθεί λυμένος ο μεταξύ αυτού και της εναγομένης υφιστάμενος γάμος, λόγω ισχυρού κλονισμού των μεταξύ τους σχέσεων από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο της εναγομένης.
Η εναγομένη, με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις της, πρωτίστως αρνήθηκε την αγωγή και επικουρικά άσκησε ανταγωγή, για την περίπτωση δηλαδή κατά την οποία ήθελε γίνει δεκτή η αγωγή, ζητώντας και αυτή τη λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού, ο οποίος όμως επήλθε από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο του αντεναγομένου-ενάγοντος.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού συνεκδίκασε την αγωγή και την ανταγωγή, με την 1270/2010 οριστική του απόφαση δέχθηκε αμφότερες ως βάσιμες κατ' ουσίαν και κήρυξε λυμένο το μεταξύ των διαδίκων γάμο.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη-αντενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 02-02-2011 έφεσή της, με την οποία την εκκαλεί για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την παραδοχή της αγωγής του αντιδίκου της, παραπονούμενη ότι, για τους λόγους που επικαλείται, "έπρεπε να δεχτεί ότι οι σχέσεις τους έχουν κλονιστεί από αποκλειστική υπαιτιότητα του αντιδίκου".
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, σύμφωνα με την εκτεθείσα ανωτέρω νομική σκέψη, η έφεση είναι απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της εκκαλούσας, αφού βάλλει μόνον κατά του κεφαλαίου της απόφασης που έκανε δεκτή την αγωγή, ζητώντας την απόρριψή της, με την επίκληση ότι έτσι επιδιώκει, όχι την ανατροπή της διάπλασης της λύσεως του γάμου, αλλά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης διότι έπρεπε να δεχτεί ότι η έγγαμη σχέση κλονίσθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος.
Όμως, κατά τα προαναφερόμενα, για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, πράγμα που σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας. Αντίθετα, εάν με την έφεσή της, προσβάλλοντας την απόφαση στο σύνολο της, επιδίωκε, απορριπτόμενης της αγωγής, να διατηρηθεί ο γάμος, αποτέλεσμα στο οποίο πρωτίστως θα απέβλεπε με την άσκησή της, τότε θα είχε έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην αποτροπή της επικείμενης να ολοκληρωθεί με την τελεσιδικία διάπλαση της λύσεως του γάμου.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη 5223/2013 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση για έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ο δε μοναδικός λόγος της αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η από 04-03-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5223/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων κατά τα άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-03-2014 αίτηση της Ά. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5223/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ