Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds regarding the court's reasoning on the claim's indefiniteness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of a claim for indefiniteness. The appellant argued the lower court erred in dismissing the claim, but the Supreme Court found the appeal grounds vague and lacking specific factual details required for review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague or do not specify the exact content of the rejected claim, preventing the Supreme Court from conducting a substantive review of the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1262 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1262/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... AG", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Αθανάσογλου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαύρο Μαυρουδή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2014 διορθωτική αυτής και 15/2016 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/10/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα λόγω αοριστίας. (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1281/2008, ΑΠ 1809/2007).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως στο κρίσιμο ζήτημα της απορρίψεως της ένδικης αγωγής της ως αόριστης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1809/2007, ΑΠ 446/2004).
Όπως, ήδη, αναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα, ειδικότερα, στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και μαρτυρική κατάθεση), είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και θεμελιώνουν το αίτημα αυτής, εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο. Αν, όμως, το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα απ' αυτά (νομική αοριστία), ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αν δε έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη γεγονότα εκτιθέμενα σ' αυτήν (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 8 και 14 του ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1363/2008, ΑΠ 119/2008, ΑΠ 2043/2007). Στην περίπτωση όμως αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, που απορρίφθηκε ως αόριστη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτή ήταν παραδεκτή, ως ορισμένη (ΑΠ 1291/20120, ΑΠ 1631/2009, ΑΠ 519/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος εκτιμάται, ορθώς, ως από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1,2,3 και 11 του Ν. 2859/2000, απέρριψε την ένδικη αγωγή, της αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, παρότι το δικόγραφο αυτής και το σχετικό παραστατικό (εξοφλητικός λογαριασμός - τιμολόγιο), περιείχαν όλα τα απαραίτητα, κατά νόμο, στοιχεία, για να κριθεί αυτή παραδεκτή, ως ορισμένη. Για την πληρότητα, όμως, αυτού του λόγου αναίρεσης, δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα στο δικόγραφό της, για τη θεμελίωση αυτής, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν, με την απόρριψή της ως αόριστης, το Εφετείο υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια.
Συνεπώς, έτσι όπως διατυπώνεται, ο λόγος αυτός, είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
ΙV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 15/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01-11-2016 αίτηση αναίρεσης της 15/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ