Legislator Case Law & Legislation
1262/2018 AI generated

1262/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1262/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1262/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008, "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Keywords

AI generated
departure of spouse improved psychiatric condition depressive episode deportation despite health issues adjustment disorder schizoaffective disorder
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1262 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1262/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Πέτρου - Πέτρουλα.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκρίτζαλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5047/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1164/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Τέλος, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008, "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά, όχι από το χρόνο που είχε προσδιορισθεί αρχικά να συζητηθεί η αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά από το χρόνο της μετ' αναβολή πρώτης στο ακροατήριο κατ' ουσίαν συζητήσεως της αγωγής, κατά τον οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυνθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διαστάσεως του συζυγικού δεσμού και εξακολουθεί να υπάρχει από την πλευρά τουλάχιστον του ενός συζύγου.

Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομακρύνσεως περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διαστάσεως, που αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής και συνιστούν άρνηση. Αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διαστάσεως (ΑΠ 1068/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 ΚΠολΔ, η ικανότητα δικαστικής παραστάσεως ρυθμίζεται με βάση την ικανότητα προς δικαιοπραξία (άρθρα 127 - 137 ΑΚ). Έτσι, πλήρη ικανότητα δικαστικής παραστάσεως παρέχεται μόνο σ' αυτόν που έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, δηλαδή συμπλήρωσε το 18ο έτος της ηλικίας του, δεν βρίσκεται σε πλήρη ή μερική δικαστική συμπαράσταση και δεν έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση έλλειψη συνειδήσεως των πράξεών του, ούτε βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του (άρθρο 131 παρ. 1 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 ν. 2447/1996).

Συνακόλουθα τούτων, ο ισχυριζόμενος ότι ο αντίδικός του δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή ότι εξαιτίας πνευματικής ή ψυχικής νόσου στερείτο της χρήσεως του λογικού κατά το χρόνο επιχειρήσεως της συγκεκριμένης πράξεως, μπορεί να προσβάλει την παρά του αντιδίκου του γενόμενη διαδικαστική πράξη, όπως είναι και η πληρεξουσιότητα που δόθηκε προς εκπροσώπησή του ενώπιον του δικαστηρίου, οφείλει όμως να αποδείξει είτε έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων, είτε στέρηση της χρήσεως του λογικού κατά το χρόνο επιχειρήσεως της σχετικής πράξεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο ... στις 26-6-2005 ... από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο ... Μετά την τέλεση του γάμου τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, εργαζόμενοι ο μεν εφεσίβλητος (και ήδη αναιρεσίβλητος) ως ιατρός αρχικά στο Παναρκαδικό Νοσοκομείο … και στη συνέχεια στο Νοσοκομείο …, η δε εκκαλούσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ως υπάλληλος στην .... ...

Από το έτος 1999 ο εφεσίβλητος εμφάνισε επιληπτικές κρίσεις, για τις οποίες νοσηλεύθηκε στο Γ.Ν. … και σε απεικονιστική διερεύνηση ανευρέθη εκτεταμένη παθολογική απεικόνιση της λευκής ουσίας, ιδίως αριστερά, με εκσεσημασμένη παθολογική απεικόνιση του μεσολοβίου και ετέθη σε φαρμακευτική αντιεπιληπτική αγωγή.

Έκτοτε ο εφεσίβλητος παρουσίαζε εστιακές επιληπτικές κρίσεις σε συχνότητα δύο περίπου το μήνα και από το έτος 2005 εμφάνισε προοδευτικώς επιδεινούμενες διαταραχές νοητικών λειτουργιών, σφιγκτηριακές διαταραχές, καταθλιπτική συνδρομή, ψυχωσική συμπτωματολογία και έκπτωση της λειτουργικότητάς του στο εργασιακό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να παραμείνει εκτός των εργασιακών του καθηκόντων από το έτος 2006 και εφεξής μέχρι τα μέσα Μαΐου του 2009 περίπου. ...

Στα 6-4-2008, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο "... Νοσοκομείο" παρουσίασε επεισόδιο έντονης διέγερσης, με λεκτική επιθετικότητα κατά των οικείων του, οπότε υποβλήθηκε σε βιοψία εγκεφάλου, η οποία ανέδειξε εκτεταμένο διάχυτο γλοίωμα grade 2, με ολιγοδενδρογλοιακή μορφολογία, γλοιωμάτωση εγκεφάλου ολιγοδενδρογλοιακού τύπου, ενώ εμφάνισε ήπια δυσχέρεια βάδισης με βραδυκινησία και μειωμένη αιώρηση των άνω άκρων.

Στις 7-4-2008 εξήλθε από το ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα με διάγνωση "ανοϊκή συνδρομή, διαταραχές συμπεριφοράς, κρίσεις επιληπτικές επί εδάφους χωροκατακτητικής εξεργασίας εγκεφάλου (διηθητικό αστροκύττωμα εγκεφάλου)" και του δόθηκαν οδηγίες για ογκολογική - θεραπευτική παρακολούθηση, συνάμα δε κατέστη αναγκαία η παρουσία τρίτου προσώπου για τη φροντίδα και την επίβλεψή του.

Έκτοτε, λόγω διαφωνιών μεταξύ της εκκαλούσας και των συγγενών του εφεσίβλητου για τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος υγείας του ... από τα τέλη Μαΐου του έτους 2008 ο τελευταίος ... αποχώρησε από την ως άνω συζυγική οικία στην … και με τη βοήθεια του αδελφού του και των γονέων του εγκαταστάθηκε στην …, όπου διαμένει μέχρι σήμερα.

Ακολούθως, εφαρμόσθηκε σ' αυτόν ... κατάλληλο χημειοθεραπευτικό σχήμα, με σύγχρονη σταδιακή απόσυρση των περισσοτέρων φαρμάκων, οπότε επήλθε σαφής σταδιακή βελτίωση της νευρολογικής του κατάστασης, μετέπειτα δε ακολούθησε περαιτέρω βελτίωση της κατάστασης της υγείας του και πλήρης αποδρομή της νευρολογικής συμπτωματολογίας, με φυσιολογικές νοητικές λειτουργίες προσανατολισμού, πρόσφατης και απώτερης μνήμης και λόγου, χωρίς να παρατηρούνται ελλείμματα από την υπόλοιπη νευρολογική εξέταση, κινητικότητας, αισθητικότητας, συνέργειας και βάδισης.

Επίσης ... αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος κατά τα χρονικά διαστήματα από 12-4-2010 έως 12-7-2010 και από 10-8-2010 έως 10-8-2011 μετακινήθηκε επαγγελματικά από το Νοσοκομείο … στο Γενικό Παναρκαδικό Νοσοκομείο … ... όπου εργάσθηκε ως ιατρός - χειρουργός Επιμελητής της Α' Χειρουργικής, συμμετείχε δε ενεργά σε 330 χειρουργικές επεμβάσεις, που πραγματοποιήθηκαν στο ως άνω νοσοκομείο της … για την έναρξη της ειδίκευσής του στην ειδικότητα της Γενικής Ιατρικής, προκειμένου να αποκτήσει την ιατρική αυτή ειδικότητα ως υπεράριθμος ιατρός.

Προς τούτο μάλιστα κρίθηκε από την Α'/βάθμια Υπηρεσιακή Υγειονομική Επιτροπή Ν. …., κατόπιν διενέργειας των αναγκαίων ιατρικών εξετάσεων, ότι έχει την υγεία και τη φυσική καταλληλότητα που συμβιβάζεται με το έργο του για διορισμό ως ιατρός στο Γ.Π.Ν. …..

Συνεπώς, το δικαστήριο αυτό, εκτιμώντας τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα (ιατρικά πιστοποιητικά και ιατρικές γνωματεύσεις) και τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, κρίνει ότι ο εφεσίβλητος, τόσο κατά το χρόνο που προέβη στην άσκηση της σχετικής αγωγής διαζυγίου, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 17-3-2011, όσο και κατά το χρόνο που συζητήθηκε αυτή στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 4-3-2013, οπότε ο εφεσίβλητος - τότε ενάγων έδωσε αρχικά στο δικηγόρο Αθηνών Θεόδωρο Γιαννακόπουλο την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να συντάξει την ένδικη αγωγή και στη συνέχεια στο δικηγόρο Τριπόλεως Δημήτριο Κωστόγιαννη να παραστεί και να τον εκπροσωπήσει μετ' αυτού κατά τη συζήτηση της έφεσης κατά της εκκαλουμένης απόφασης επί της ως άνω αγωγής στις 20-10-2016, οπότε δήλωσε προφορικά στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ...

ότι δίνει την εντολή και την πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Τρίπολης Ιωάννη Γκρίτζαλη να παραστεί και να τον εκπροσωπήσει στη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων και δεν στερείτο του λογικού του, αφού δεν βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή τέτοια, που να περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του, και συνεπώς είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το δικαστήριο σχημάτισε ... πλήρη δικανική πεποίθηση για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, ειδικότερα δε για τη δικαιοπρακτική ικανότητα και την ικανότητα δικαστικής παραστάσεως του ενάγοντος - εφεσιβλήτου.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ... το αίτημα της εκκαλούσας για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, που προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, με το οποίο παραπονείται κατά της εκκαλουμένης απόφασης, κατά το μέρος που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε "σιγή" το εν λόγω αίτημα.

Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης, ούτε δε η εκκαλούσα προβάλλει σχετικό προς τούτο ισχυρισμό. Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα και ικανότητα δικαστικής παραστάσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής διαζυγίου (4-3-2013) και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (20-10-2016) κατά τη συζήτηση της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμος. ...

Περαιτέρω, ... από τα τέλη Μαΐου του έτους 2008 ο εφεσίβλητος αποχώρησε από την ως άνω συζυγική οικία στην Αθήνα, με βούληση οριστικής διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πόλη της …. Πέραν της σωματικής απομάκρυνσης οι διάδικοι αποξενώθηκαν ως σύζυγοι και ψυχικά και συναισθηματικά, ενώ η οριστική επιθυμία και θέληση του ενάγοντος - εφεσιβλήτου να μην έχει πλέον κοινωνία βίου με την εναγομένη - εκκαλούσα - σύζυγό του ήταν συνεχής και εκφράστηκε με την έλλειψη παντελούς επικοινωνίας μεταξύ τους, συνάμα δε και με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.

Η εκκαλούσα - εναγομένη αρνείται ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος σύζυγός της απομακρύνθηκε από τη συζυγική οικία με δική του βούληση, ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεση εκ μέρους του χωρισμού και διακοπής της έγγαμης συμβίωσής τους, αλλά η απομάκρυνση του από την οικογενειακή στέγη έγινε με πρωτοβουλία των γονέων του και του αδελφού του.

Ωστόσο, ... αποδείχθηκε ότι η πρόθεση του ενάγοντος να αποστεί από τη συζυγική στέγη έγινε κατόπιν της αδιαφορίας που επέδειξε η εναγομένη στο πρόβλημα της υγείας του, λόγω δε της αδυναμίας του να προβεί με τις δικές του αποκλειστικά δυνάμεις στην αποχώρησή του από τη συζυγική εστία, αυτή (η αποχώρηση) έγινε με τη βοήθεια των συγγενών του, με δική του όμως πρωτοβουλία και η δική του συναίνεση, έκτοτε δε υπήρξε πλήρης (σωματική και ψυχική) διάσταση των σχέσεων των διαδίκων ως συζύγων, η δε βούλησή του για διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης ήταν οριστική και διαρκής. ...

Συνακόλουθα, η υπερδιετής διάσταση των διαδίκων και η αποχώρηση του ενάγοντος από την οικογενειακή στέγη κλόνισε σοβαρά τη μεταξύ τους έγγαμη σχέση, και επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση, δεχόμενο ότι επήλθε διάσταση των διαδίκων από το τέλος Μαΐου του έτους 2008 και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλ.

την 4-3-2013, με αποτέλεσμα να παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, γεγονός που κλόνισε, κατά αμάχητο τεκμήριο, ισχυρά την έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση της εναγομένης - αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 1439 παρ. 3 και 131 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αφενός μεν αναφορικά με το σοβαρό κλονισμό της μεταξύ των διαδίκων έγγαμης σχέσεως για χρονικό διάστημα πλέον των δύο ετών μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφετέρου δε για την πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα του αναιρεσίβλητου τόσο κατά το χρόνο καταθέσεως και συζητήσεως στη συνέχεια της αγωγής διαζυγίου και της εφέσεως μεταγενέστερα, οι οποίες και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, το Εφετείο ρητά δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε από τη συζυγική οικία στην … με βούληση οριστικής διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως και ότι πέραν της σωματικής απομακρύνσεως οι διάδικοι αποξενώθηκαν ως σύζυγοι και ψυχικά και συναισθηματικά, η δε οριστική επιθυμία και θέλησή του να μην έχει πλέον κοινωνία βίου με την αναιρεσείουσα ήταν συνεχής και εκφράστηκε με την έλλειψη παντελούς επικοινωνίας μεταξύ τους, συνάμα δε και με την άσκηση της ένδικης αγωγής, για την οποία είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

Κατά συνέπεια είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, προβάλλοντας ότι ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε από τη συζυγική οικία στην … με τη βοήθεια των συγγενικών του προσώπων, χωρίς πρόθεση διασπάσεως της έγγαμης σχέσεως, αφού ήταν σε κατάσταση "φυτού", όπως ο ίδιος του ο αδελφός παραδέχθηκε κατά την ένορκη κατάθεσή του, και ότι λόγω ακριβώς της ασθένειάς του αυτής δεν ήταν σε θέση να εκφράσει τη δική του βούληση, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό το Εφετείο και τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να κρίνει, αν η απομάκρυνση του αναιρεσίβλητου κατά τον τρόπο που έγινε από τη συζυγική οικία συνιστά εκούσια και σταθερή πρόθεση τούτου για διάσπαση της έγγαμης σχέσεως.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.

ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 7-4-2008 εκθέσεως της Νευρολογικής Κλινικής του ...υ Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου …., έγγραφο το οποίο προσκόμισε και επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο αναιρεσίβλητος λόγω νευρολογικής νόσου και ψυχωσικής συνδρομής είχε καταστεί ανίκανος προς εργασία και δεν είχε την ικανότητα ελεύθερου προσδιορισμού της βουλήσεώς του, κρίνοντας πως αυτός αποχώρησε από τη συζυγική οικία στην … με βούληση οριστικής διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως και ότι είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα τόσο κατά το χρόνο καταθέσεως της αγωγής διαζυγίου, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης, ενώ το αληθές είναι ότι αυτός λόγω της ασθένειάς του, όπως αυτή περιγράφεται στο ως άνω έγγραφο, είχε μη ανατάξιμες βλάβες στην υγεία του, που τον είχαν καταστήσει ανίκανο προς εργασία και του είχαν στερήσει την ικανότητα ελεύθερου προσδιορισμού της βουλήσεώς του, και επομένως ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός της για έλλειψη οποιασδήποτε δικαιοπρακτικής ικανότητας αυτού.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το ως άνω έγγραφο, όπως το περιεχόμενό του εκτέθηκε παραπάνω κατά την παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πλην όμως, συνεκτιμώντας αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα ως προς την πρόθεση του αναιρεσίβλητου για τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως και τη δικαιοπρακτική του ικανότητα, διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτή και αφορούσαν ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε αυτή, όπως αυτά λεπτομερώς απαριθμούνται στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ειδικότερα δε την ένορκη κατάθεση του αδελφού του αναιρεσίβλητου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από τα οποία αποδεικνύεται η ολονέν επιδεινούμενη ψυχωσική, πνευματική και διανοητική κατάσταση του συζύγου της, και συνακόλουθα η έλλειψη αληθούς βουλήσεως αυτού προς διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως και δικαιοπρακτικής ικανότητας προς άσκηση της ένδικης αγωγής διαζυγίου.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, και δεν αρκεί η συλλήβδην αναφορά ότι "δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε αυτή, όπως αυτά λεπτομερώς απαριθμούνται στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου", ενώ κατά το δεύτερο είναι αβάσιμος, γιατί από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία μάλιστα ρητά αναφέρει.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της, τους οποίους είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγους εφέσεως, και ειδικότερα, ότι κατά το Μάιο 2008, που φέρεται να έλαβε χώρα η διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως, ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν σε θέση να εκφράσει ιδία βούληση, πολύ περισσότερο τη βούλησή του για τη διάσπαση του έγγαμου βίου τους με την αναιρεσείουσα, ενώ ως προς τη δικαιοπρακτική του ικανότητα πρόβαλε με λόγο εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη το από 4-10-2012 πιστοποιητικό υγείας της Α'/βάθμιας Υπηρεσιακής Υγειονομικής Επιτροπής Ν.

Αρκαδίας, που είχε εκδοθεί 19 μήνες αργότερα από την κατάθεση της ένδικης αγωγής και προσκομίσθηκε χωρίς επίκληση με την προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος είναι αβάσιμος ως προς αμφότερα τα μέρη του. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, ότι ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε από τη συζυγική οικία στην Αθήνα στα τέλη Μαΐου 2008, με βούληση οριστικής διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως και ότι πέραν της σωματικής απομακρύνσεως οι διάδικοι αποξενώθηκαν ως σύζυγοι και ψυχικά και συναισθηματικά, η δε οριστική επιθυμία και θέλησή του να μην έχει πλέον κοινωνία βίου με την αναιρεσείουσα ήταν συνεχής και εκφράστηκε με την έλλειψη παντελούς επικοινωνίας μεταξύ τους, συνάμα δε και με την άσκηση της ένδικης αγωγής, για την οποία είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, και κατά συνέπεια το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς, πλην όμως εμμέσως τους απέρριψε, απορρίπτοντας ως αβάσιμους όλους τους λόγους εφέσεως.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 1125/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρο 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη της από 7-4-2008 εκθέσεως της Νευρολογικής Κλινικής του ...υ Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αθηνών, από την οποία προέκυπτε η αδυναμία του αναιρεσίβλητου το Μάιο του 2008 να εκφράσει ιδία βούληση για τη διάσπαση του έγγαμου βίου και η μη ικανότητά του για την εντολή δικαστικής πληρεξουσιότητας, η έκθεση δε αυτή δεν προσβλήθηκε για πλαστότητα, ούτε προσφέρθηκε κάποια ανταπόδειξη εναντίον της.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του αναιρεσίβλητου στις 7-5-2008 παρουσίαζε την εικόνα που αποτυπώθηκε στην ως άνω έκθεση του ...υ Νοσοκομείου, πλην όμως δέχθηκε στη συνέχεια ότι στα τέλη Μαΐου 2008 αυτός αποχώρησε από τη συζυγική οικία, η δε αποχώρηση έγινε μεν με τη βοήθεια των συγγενών του, με δική του ωστόσο πρωτοβουλία και δική του συναίνεση, και ότι έκτοτε υπήρξε πλήρης (σωματική και ψυχική) διάσταση των σχέσεων των διαδίκων ως συζύγων, η δε βούλησή του για διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως ήταν οριστική και διαρκής, ενώ βελτιώθηκε θεαματικά και η κατάσταση της υγείας του σε βαθμό τέτοιο, ώστε κατέστη δυνατή η εκ νέου απασχόλησή του ως χειρουργού ιατρού στο Γ.Ν.

…. Επομένως, το Εφετείο δεν προσέδωσε στο εν λόγω δημόσιο έγγραφο αποδεικτική δύναμη μικρότερη από εκείνη που έχει, εφόσον παρέθεσε αυτούσια όσα βεβαιώνονται σε αυτό ως προς την κατάσταση της υγείας του αναιρεσίβλητου στις 7-5-2008, πλην όμως στη συνέχεια δέχθηκε ότι στα τέλη Μαΐου του ιδίου έτους εξέφρασε αυτός τη βούλησή του για διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως, η οποία ήταν έκτοτε οριστική και διαρκής, και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατέληξε στο δικανικό πόρισμα ότι επήλθε διάσταση των διαδίκων από το τέλος Μαΐου του έτους 2008 και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλ.

την 4-3-2013, με αποτέλεσμα να παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, γεγονός που κλόνισε, κατά αμάχητο τεκμήριο, ισχυρά την έγγαμη συμβίωση των διαδίκων. Κατόπιν τούτου ο λόγος είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική, στην καθαρεύουσα, διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 980/2007).

Συνεπώς ο δέκατος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, παραπονείται διότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητα του ισχυρισμού της για αδυναμία του αναιρεσίβλητου το Μάιο του 2008 να εκφράσει ιδία βούληση για τη διάσπαση του έγγαμου βίου και τη μη ικανότητά του για την εντολή δικαστικής πληρεξουσιότητας, παρά την υποβολή εκ μέρους της σχετικού αιτήματος, δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τα ζητήματα αυτά, είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για τα εν λόγω ζητήματα δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2017 αίτηση της Γ. Θ. για αναίρεση της 1164/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ