Legislator Case Law & Legislation
1262/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor accident death verdict due to failure to consider specific evidence regarding employer liability.

Case Number 1262/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the third ground of appeal against a labor accident death verdict, finding a procedural error in the lower court's handling of evidence. The appellants argued that the Second Instance Court failed to consider a specific document dated November 6, 2006, which established a direct relationship of supervision between the claimant's company and the contractor. The Court held that despite no general duty to cite every document, the complete absence of any reference to this crucial evidence in the lower court's reasoning created a reasonable doubt about its consideration, constituting a procedural violation under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 16 of Law 551/1915; Articles 914 and 932 of the Civil Code; Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure: A procedural violation occurs when a second-instance court fails to consider a specific document submitted by a party, if the omission creates a reasonable doubt regarding the court's assessment of the evidence, thereby undermining the basis of the decision.

Keywords

AI generated
labor accident death employer liability procedural violation failure to consider evidence appeal admissibility supervisory relationship Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 1 and 16 of Law 551/1915
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Articles 297, 298, 330, 914 and 922 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1262 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1262/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Δ. του Β., χήρας Λ. Α., 2)Δ. Α. του Λ., 3)Π. Α. του Λ., 4)Π. Α. του Ν., κατοίκων ..., και 5)Ε. Δ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (...) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Πατρινέλλη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Σαμπάνη, που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2272/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1807/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/9/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου, οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, πρόστηση είναι η ανάθεση από κάποιον (προστήσαντα) σε τρίτο πρόσωπο (προστηθέντα) ορισμένης υπηρεσίας που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων (επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων), του προστήσαντος, ενώ προϋπόθεση αυτής είναι να υπάρχει ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα σχέση εξάρτησης, έστω και χαλαρή, ώστε να μπορεί ο πρώτος να δίνει στο δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή να επιβλέπει ως προς την εκτέλεση της υπηρεσίας.

Περαιτέρω, για την ύπαρξη σχέσης προστήσεως είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα, μπορεί δε αυτή να στηρίζεται σε σχέση καθαρώς πραγματική, καθώς και η δυνατότητα διαρκούς επίβλεψης του πρώτου επί του τελευταίου, στην έννοια δε της ‘ ‘ υπηρεσίας’ ‘ περιλαμβάνονται και όσες πράξεις εκτελούνται επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας (ΑΠ 899/2014, 1351/2012, 687/2011, 1134/2007).

Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή όχι ευθύνης του προστήσαντος σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έγιναν δεκτά, ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ, προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις του εργολάβου ή των υπ’ αυτού προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.

Στην περίπτωση, όμως, που ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται ως προστηθείς (ΑΠ 623/2016, 910/2015, 181/2015, 876/2014).

Συνεπώς, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και, σε περίπτωση θανάτου αυτού, οι επιζώντες σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα των ενεχομένων στο εργατικό ατύχημα ή των προστηθέντων από αυτούς προσώπων (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 ( ΑΠ 517/2017,133/2016, 910/2015, 876/2014, 19/2014, 81/2013).

Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου ειδικότερα για εργασίες σε βιομηχανικές, εμπορικές κλπ επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του π.δ. 17/1996 ‘ ‘ Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, σε συμμόρφωση με τις Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ (ΦΕΚ Α’ 11).

Τέτοιες διατάξεις είναι και εκείνες του άρθρου 7 του ως άνω π.δ., το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων (παρ. 1), ότι στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων (παρ. 5), ότι ο εργοδότης υποχρεούται:

α)να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγουμένης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων, β)...γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας , δ) να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους....(παρ. 6) και, τέλος, ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5 βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης:

α) αποφυγή των κινδύνων, β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν, γ) προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και παραγωγής..., δ) αντικατάσταση του επικίνδυνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο..., θ) παροχή των κατάλληλων οδηγιών στου εργαζόμενους (παρ. 7).

Επίσης, του π.δ. 305/1996 ‘ ‘ ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/57/ΕΟΚ (ΦΕΚ Α’ 212), στο Παράρτημα

ΙV, Μέρος Β’ ,Τμήμα

ΙΙ, 5 παρ. 2, του οποίου ορίζεται ότι ...’ ‘ οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίκτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφαλείας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας...’ ‘ .

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 12/2016, 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό λόγο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ’ είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, 2/2008, 42/2002).

3. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής : Ότι ο Λ. Α. του Ν., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των δεύτερης και τρίτης των εναγόντων, γιός της τέταρτης και αδελφός των λοιπών εναγόντων, είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως μονταδόρος στα έργα που η ίδια ως τεχνική εταιρεία αναλάμβανε να εκτελέσει.

Ότι, με την από 12-9-2006 σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγομένων εταιρειών, η δεύτερη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανέθεσε στην πρώτη την εκτέλεση ενός έργου με αντικείμενο τον εκσυγχρονισμό της ..., στο χώρο των εγκαταστάσεων της δεύτερης, που βρίσκονται στη .... Στις 26-10-2006 και ενώ ο ανωτέρω Λ. Α. εργαζόταν στο ως άνω έργο, με την άνω ειδικότητα, συνέβη ατύχημα, στο οποίο αυτός τραυματίστηκε θανάσιμα.

Ειδικότερα, κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, ο εργοδηγός της πρώτης εναγομένης εργολήπτριας εταιρείας Ά. Π. είχε αναθέσει στους Λ. Α., Α. Μ., Κ. Γ. και Ε. Κ. την εργασία τοποθέτησης ενός σωλήνα, βάρους πεντακοσίων (500) κιλών και μήκους οκτώ (8) μέτρων, επάνω σε δύο μεταλλικές βάσεις, που βρίσκονταν πλησίον της οροφής της ...

του μεταλλουργικού εργοστασίου της ..., εργοδότριας του έργου. Ότι, για την εργασία αυτή χρησιμοποιήθηκε το υπ’ αριθμ. ... γερανοφόρο όχημα, με χειριστή τον Α. Μ.. Ότι ο τελευταίος βρισκόταν πλησίον μιας σκάλας, ώστε να έχει καλύτερη ορατότητα στο χειρισμό του ανυψωτικού μηχανήματος, ενώ ο θανών και ο Κ. Γ.

βρισκόταν στην οροφή του δωματίου αποσκοριωτών, ο δε Ε. Κ. βρισκόταν σε απόσταση λίγων μέτρων προς τα δεξιά τους, περιμένοντας να μοντάρει τον σωλήνα κατά την τοποθέτησή του. Ότι, ενώ η εργασία τοποθέτησης του σωλήνα, ο οποίος κρεμόταν στο γάντζο του τηλεοπτικού υδραυλικού γερανού (μπούμα) του γερανοφόρου, βρισκόταν σε εξέλιξη, ο χειριστής του γερανοφόρου οχήματος σταμάτησε να χειρίζεται το γερανό, διότι δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια κίνησης της μπούμας, λόγω ενός δοκαριού που υπήρχε εκεί και περιόριζε το ύψος της οροφής.

Κατά τη στιγμή εκείνη ο σωλήνας είχε μπει στη μια βάση και ήθελε περίπου ένα εκατοστό για να μπει και στην άλλη βάση, πάνω από το δωμάτιο αποσκοριωτών. Τότε ο θανών με τον Κ. Γ. προσπάθησαν να τοποθετήσουν το παραπάνω άλλο άκρο του σωλήνα στη μεταλλική βάση πιέζοντας τον με τα χέρια τους, χωρίς να σταματήσουν για να ειδοποιήσουν κάποιον αρμόδιο ανώτερό τους, ώστε να επιληφθεί του προβλήματος που είχε ανακύψει.

Όμως, αφού δεν κατάφεραν ούτε με αυτόν τον τρόπο να τοποθετήσουν τον σωλήνα στη βάση του, τον άφησαν και ο Κ. Γ. είπε στον θανόντα να φέρει από την αποθήκη ένα παλάγκο (γάντζο) μήπως με τη βοήθεια αυτού του εργαλείου καταστεί εφικτή η περάτωση της εργασίας που τους είχε ανατεθεί. Τότε, όμως, ξαφνικά γύρισε ο σωλήνας με φόρα επάνω τους, με αποτέλεσμα να τους παρασύρει και τον μεν Κ.

Γ. να τον ρίξει κάτω, τον δε θανόντα να τον ρίξει από την οροφή στο έδαφος. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι από την πτώση αυτή ο τελευταίος τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου διαγνώστηκε ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση θώρακος (θλάσεις πνευμόνων άμφω), κάταγμα βασεο-αυχενικό ΔΕ μηριαίου, κάταγμα έξω και οπισθίου σφύρου ΑΡ ποδοκνημικής, κάταγμα ΔΕ επιγονατίδας.

Νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του παραπάνω Νοσοκομείου διασωληνωμένος και με μηχανική υποστήριξη αναπνοής, καθόσον χαρακτηρίστηκε η κατάστασή του ως "βαρύτατη" και στις 3-11-2006 απεβίωσε. Ότι η μόνη ενεργός αιτία θανάτου του Λ. Α. ήταν ο παραπάνω τραυματισμός του. Ότι ο βαρύτατος τραυματισμός του παραπάνω προσώπου και ο συνεπεία αυτού επελθών, μετά πάροδο οκτώ (8) ημερών, θάνατός του, αποτελεί εργατικό ατύχημα, αφού επήλθε από βίαιο συμβάν, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, όπως τούτο άλλωστε δεν αμφισβητείται.

Ότι το επίδικο θανατηφόρο ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια της πρώτης εναγομένης εταιρείας, εργοδότριας του θανόντος, συνίσταται δε αυτή στην από αμέλεια των νομίμων εκπροσώπων και αρμοδίων οργάνων της παραμέληση της βασικής και κύριας υποχρέωσης της πρόνοιας. Αυτή ειδικότερα παρέβη τους γενικούς κανόνες του π.δ. 17/1996, καθόσον δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων στις εγκαταστάσεις της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι γίνονταν εργασίες σε μεγάλο ύψος (έξι μέτρα περίπου από το έδαφος), δεν μερίμνησε να παρέχει στους εργαζόμενους κατάλληλη προστασία, μέσω τοποθέτησης κιγκλιδωμάτων, σε κάθε δε περίπτωση και επειδή η εργασία που πραγματοποιούνταν από τους ανωτέρω εργαζόμενους στην οροφή του δωματίου των αποσκωριωτών ήταν παροδική, για την τοποθέτηση του σωλήνα δεν είχαν εφοδιάσει τους εργαζόμενους αυτούς με ζώνες ασφαλείας, προκειμένου να προσδεθούν από σταθερό σημείο και να αποφευχθεί οποιοσδήποτε τραυματισμός τους από τυχόν πτώση.

Επίσης, τα ανωτέρω πρόσωπα δεν ενημέρωσαν και δεν έδωσαν γραπτές οδηγίες ασφαλούς εργασίας, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι όλοι οι εργαζόμενοι παρακολουθούσαν εκπαιδευτικά σεμινάρια σχετικά με το επικίνδυνο έργο που εκτελούσαν, και σε κάθε περίπτωση δεν μερίμνησαν ώστε ο θανών, αλλά και οι λοιποί εργαζόμενοι, να έχουν λάβει και αφομοιώσει τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους κατά την εργασία τους.

Ότι ο παθών, ως απασχολούμενος τεχνίτης, ενδεχομένως παρέλαβε τον κανονισμό, δεν προκύπτει όμως ότι είχε πράγματι λάβει μέρος σε οποιοδήποτε σεμινάριο, και ιδίως ότι είχε ενημερωθεί για τον κίνδυνο της εργασίας που εκτελούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται σχετική βεβαίωση παρακολούθησης σεμιναρίων ή απόσπασμα του βιβλίου σεμιναρίων, το οποίο να φέρει την υπογραφή του.

Επί πλέον, οι ως άνω εκπρόσωποι και αρμόδιοι μηχανικοί της πρώτης εναγομένης δεν επιτηρούσαν ούτε επιθεωρούσαν τακτικά, είτε οι ίδιοι είτε δια των αρμοδίων προστηθέντων προϊσταμένων μηχανικών, το χώρο της εργασίας και τη θέση εργασίας του παθόντος, ώστε να αντιληφθούν το πρόβλημα που είχε προκύψει, να δώσουν τις κατάλληλες οδηγίες και να αποτρέψουν την επέλευση του ατυχήματος.

Αν βρισκόταν στον εν λόγω χώρο εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ή αρμόδιος τεχνικός αυτής και επέβλεπε, θα διαπίστωνε ότι ο Κ. Γ. και ο θανών προσπαθούσαν με αδόκιμο τρόπο να τοποθετήσουν το άκρο του σωλήνα στην μεταλλική βάση πιέζοντας αυτόν με τα χέρια τους, ενώ βρίσκονταν σε ύψος 5-6 μέτρων, χωρίς να είναι δεμένοι από σταθερό σημείο, και ότι ήταν πολύ πιθανό να μετακινηθεί το ατελώς τοποθετημένο άκρο του σωλήνα και να παρασύρει το θανόντα, να τον ρίξει στο έδαφος και από το ύψος στο οποίο βρισκόταν να χτυπήσει σοβαρότατα, πράγμα που τελικά έγινε, ενώ αν επιδείκνυαν την επιμέλεια που όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν το ατύχημα και ο εξ αυτού θάνατος του ανωτέρω θα είχε αποφευχθεί.

Ο θανάσιμος τραυματισμός, όμως, του παραπάνω προσώπου οφείλεται και στην συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου, ο οποίος, με βάση την επιμέλεια που επιβάλλεται, με μέτρο το συνετό και επιμελή εκπρόσωπο του κύκλου της δραστηριότητάς του και της εμπειρίας του, ενόψει μάλιστα και της επικινδυνότητας του εγχειρήματος, αν και γνώριζε :α) ότι εργάζεται σε μεγάλο ύψος, β) ότι δεν είναι δεμένος με ζώνη ασφαλείας (την οποία άλλωστε δεν προκύπτει ότι ζήτησε), γ) ότι, ενώ δεν είχε λάβει σχετικές οδηγίες και κατάλληλη εκπαίδευση για να προβεί στο εγχείρημα, παρέλειψε να ενημερώσει τους ιεραρχικά ανωτέρους του για το πρόβλημα που είχε προκύψει κατά την εκτέλεση της άνω εργασίας του και να περιμένει τις δέουσες οδηγίες από αυτούς, απρόσεκτα δε επιχείρησε να εφαρμόσει σπρώχνοντας με τα χέρια του (μαζί με τον άνω συνάδελφο του) τον σωλήνα, ο οποίος τελικά εκτινάχθηκε και τον έριξε στο έδαφος τραυματίζοντας τον σοβαρά.

Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, συνυπαίτιος για το θανατηφόρο τραυματισμό του ήταν και ο θανών, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε πρωτόδικα η δεύτερη εναγομένη με ένσταση της, η οποία δηλώθηκε προφορικά στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίζεται δε, με σχετικό λόγο της έφεσής της, και η πρώτη εναγομένη παραδεκτά το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, το δε ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του ανέρχεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, σε 40%, ενώ η συνυπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης ανέρχεται στο υπόλοιπο 60%.

Ότι καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία, καθόσον με το παραπάνω Ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγομένων εταιρειών, η πρώτη είχε αναλάβει το έργο εκσυγχρονισμού της ..., το οποίο θα εκτελούσε με δικό της εξειδικευμένο προσωπικό και με την επίβλεψη δικού της μηχανολόγου μηχανικού, το οποίο η ίδια θα πλήρωνε και θα ασφάλιζε.

Ότι η πρώτη εναγομένη προέβη στην εκτέλεση του έργου με προσωπικό πράγματι δικό της, το οποίο η ίδια πλήρωνε και κατέβαλε τις εισφορές του στο ΙΚΑ. Το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου επισκεπτόταν αυτό ο Μηχανολόγος Μηχανικός, Υπεύθυνος Δικτύων Ρευστών της δεύτερης εναγομένης, Κ. Λ., δεν καθιστά αυτήν υπεύθυνη για το έργο, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτός παρακολουθούσε την σύμφωνα με τους όρους του ιδιωτικού συμφωνητικού εκτέλεσή του, την πορεία των εργασιών και αν αυτές πληρούσαν τα ποιοτικά κριτήρια αυτού (χρονοδιάγραμμα, ποιότητα εργασιών κλπ), σχετικές δε με την μεταξύ τους σχέση από τη σύμβασή τους ήταν και οι τυχόν υποδείξεις που αυτός έκανε, δηλαδή αφορούσαν στην καλή ποιότητα του παραγόμενου έργου, την πορεία και το χρόνο εκτέλεσής του και όχι στον τρόπο εκτέλεσής του, αφού δεν έδινε οδηγίες και εντολές στο προσωπικό που χρησιμοποιούσε η πρώτη εναγομένη για την εκτέλεσή του.

Επί πλέον, η δεύτερη εναγομένη δεν αποδείχθηκε ότι είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα επίβλεψης του έργου. Επομένως, εφόσον η δεύτερη εναγομένη δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε αμέλεια, όσον αφορά το επίδικο ατύχημα, η αγωγή ως προς αυτήν είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά τις παραδοχές αυτές το ως άνω δικαστήριο απέρριψε την από 1-10-2014 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 2272/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, όμως, καταφάσκουν την ύπαρξη σχέσης προστήσεως μεταξύ της εργολάβου εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... ‘ και της αναιρεσίβλητης κυρίας του έργου εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...’ ‘ , που θεμελιώνει την εις ολόκληρον ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση των αναιρεσειόντων.

Τούτο διότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εργολάβου εταιρείας εκδηλώθηκε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, επ’ ευκαιρία του έργου που της ανατέθηκε από την αναιρεσίβλητη και αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση της υπόθεσης αυτής της τελευταίας και στην εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων της, ενώ περαιτέρω η εργολάβος εταιρεία υπέκειτο στις εντολές και οδηγίες της αναιρεσίβλητης ως προς την εκτέλεση του επίμαχου έργου δια του μηχανικού της Κ.

Λ. και επομένως υπήρχε σχέση εξάρτησης μεταξύ των παραπάνω εταιρειών. Εξάλλου το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την μη ύπαρξη σχέσης προστήσεως μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εργολάβου εταιρείας - πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο μηχανικός της αναιρεσίβλητης Κ.

Λ. θα επέβλεπε την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με τους όρους του από 26-10-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού που υπέγραψαν οι εναγόμενες εταιρείες, καθώς και την πορεία των εργασιών και αν αυτές πληρούσαν τα ποιοτικά κριτήρια (ποιότητα εργασιών) που είχε θέσει η αναιρεσίβλητη και είχε δικαίωμα υποδείξεων, με ανεπαρκή αιτιολογία στη συνέχεια κρίνει ότι δεν υπήρχε ούτε καν χαλαρή σχέση εξαρτήσεως της πρώτης εναγομένης από τη δεύτερη εναγομένη, με την έννοια ότι μπορούσε αυτή να δίνει εντολές και οδηγίες στην εργολάβο και να επιβλέπει αυτή κατά την εκτέλεση του έργου που της είχε αναθέσει, ούτε, επίσης, διευκρινίζει η προσβαλλόμενη απόφαση σε ποιους θα έδινε οδηγίες και εντολές ο Κ.

Λ. ως προς την ποιοτική εκτέλεση του έργου. Ακόμη, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο Κ. Λ. επισκεπτόταν το έργο κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής του, παρακολουθούσε την εκτέλεση, έκανε υποδείξεις για την καλή ποιότητα του παραγόμενου έργου, την πορεία και το χρόνο εκτέλεσης, στη συνέχεια, αντιφατικά προς τα ανωτέρω, δέχεται ότι αυτός δεν έδινε οδηγίες και εντολές.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επισημαίνονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Με το τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση με την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ’ αριθμ. .../6-11-2006 έγγραφο της αναιρεσίβλητης προς την Επιθεώρηση Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδας, το οποίο επισυνάπτει ολόκληρο στο αναιρετήριο, που είχαν παραδεκτά επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από το οποίο προέκυπτε ο ουσιώδης ισχυρισμός τους, ότι η αναιρεσίβλητη είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα να δίνει εντολές και οδηγίες στην εργολάβο εταιρεία και υπήρχε μεταξύ τους σχέση προστήσεως όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, καθόσον στο έγγραφο αυτό, που συντάχθηκε μετά το θανάσιμο τραυματισμό του Λ.

Α., αναφέρει η αναιρεσίβλητη ότι για το επίμαχο έργο ‘ ‘ τα στοιχεία του επιβλέποντος μηχανικού της είναι Λ. Κ. ‘ ‘ . Από την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά τη διαβεβαίωση που περιέχεται σ’ αυτή ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προσκομισθέντα έγγραφα, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τη σχέση που συνέδεε τις εναγόμενες εταιρείες, εργολάβο και κυρία του έργου αντίστοιχα.

Τούτο διότι, παρά την μη ύπαρξη κατ’ αρχήν δικονομικής υποχρέωσης του δικαστηρίου προς μνημόνευση ενός εκάστου εκ των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς του Εφετείου, έστω και έμμεσα, στο περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, που εκδόθηκε από την αναιρεσίβλητη στις 6-11-2006, γεννά αμφιβολία για το αν ελήφθη πράγματι υπόψη από το Εφετείο κατά το σχηματισμό της κρίσης του.

Επομένως, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη το ανωτέρω έγγραφο και να το συνεκτιμήσει με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα , υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πιο πάνω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

4. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την αναιρεσίβλητη εταιρεία και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1807/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ