1262/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου, περί αναιρέσεως του 1122/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και με κατηγορούμενο τον M. H. του C..
Legislator headnote
AI generated1262/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο τούτο και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που άσκησε το ένδικο μέσο.
Full text
Απόφαση 1262 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1262/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου, περί αναιρέσεως του 1122/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και με κατηγορούμενο τον M. H. του C..
Το Συμβούλιο Eφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. 50 από 19-10-2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1105/2015.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Ακριτίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 167/2-11-2015, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιόν Σας, κατ’ άρθρ. 485 παρ.1 ΚΠΔ, την με αριθ. 50/19.10.2015 αίτησή μας, δια της οποίας ζητάμε ν’ αναιρεθεί, το με αριθ. 1122/18.9.2015 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Σας γνωρίζουμε ότι, για την βασιμότητα των λόγων της ασκηθείσας αναιρέσεως, αναφερόμαστε εξ’ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της σχετικής εκθέσεως. Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε: Να γίνει δεκτή η με αριθ. 50/19.10.2015 αίτηση αναιρέσεως την οποία ασκήσαμε κατά του με αριθ. 1122/18.9.2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να αναιρεθεί το βούλευμα, σε θετική δε περίπτωση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 306, 479, 483 παρ. 3 και 484 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, επομένως και εκείνου, με το οποίο, κατά το άρθρο 476 του αυτού Κώδικα, το αρμόδιο δικαστήριο σε συμβούλιο απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, με σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την έκδοσή του, για όλους τους λόγους αναιρέσεως, που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ (άρθρ. 484 παρ.1 στοιχ.
δ’ του άνω Κώδικα). Επομένως, η ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ασκηθείσα την 19-10-2015 (δεδομένου ότι η 18-10-2015, τελευταία ημέρα της ως άνω μηνιαίας προθεσμίας, ήταν εξαιρετέα ημέρα Κυριακή και επομένως έληγε την επομένη εργάσιμη ημέρα Δευτέρα 19-10-2015) υπ’ αριθμ. 50/2015 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση του εκδοθέντος την 18-9-2015 υπ’ αριθμ. 1122/18-9-2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτό εκήρυξε απαράδεκτη την υπ’ αριθμ. 771/2015 έφεση του M.
H. του C., κατά της υπ’ αριθμ. 4379/11-11-2014 αποφάσεως του Β’ Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακ/των), έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και νομοτύπως και συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Επειδή, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων, όπως είναι κατά το άρθρο 489 του ίδιου Κώδικα και η έφεση κατά αποφάσεων, στην περίπτωση που ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση αυτής.
Για την κίνηση της προθεσμίας της εφέσεως δεν απαιτείται αναγκαίως να επιδοθεί στον απόντα κατά την απαγγελία της αποφάσεως κατηγορούμενο πλήρες αντίγραφό της, αλλ’ αρκεί η επίδοση αποσπάσματος αυτής, που να περιέχει τον αριθμό της αποφάσεως, την διάταξη που παραβιάσθηκε, η οποία μπορεί να αναφέρεται είτε αριθμητικώς, είτε και με τον προσδιοριστικό του εγκλήματος χαρακτηρισμό της, και την ποινή που έχει επιβληθεί, αφού και με την επίδοση αυτή εξυπηρετούνται πλήρως τα δικονομικά δικαιώματα του καταδικασθέντος κατηγορουμένου (ΟλΑΠ 3/2002).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο τούτο και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που άσκησε το ένδικο μέσο.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως.
Σύμφωνα όμως με την γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται κάθε γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορεί να υπερνικηθεί από αυτόν με κανέναν τρόπο (ΟλΑΠ 4-5/1995).
Στην περίπτωση αυτή, για να υποχρεούται το εφετείο να ερευνήσει την βασιμότητα του προβαλλομένου λόγου και να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του, ώστε η απόφασή του να μην υπόκειται σε αναίρεση για τον λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, ο εκκαλών οφείλει να προβάλλει ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας ή σε άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα τα οποία του ήταν γνωστά όταν άσκησε την αναίρεση και, κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, στη δήλωση ασκήσεώς της να διαλάβει, με τρόπο σαφή και ορισμένο, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον προβαλλόμενο λόγο και δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, καθώς και τα μέσα αποδείξεως των περιστατικών αυτών.
Σε αντίθετη περίπτωση, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εκπροθέσμως, η δε διάταξη του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. (ν.δ. 53/1974), που έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή σε ζητήματα σχετικά με τις προαναφερόμενες δικονομικές προϋποθέσεις ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 728/2015).
Τέλος η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, είτε με δικές της σκέψεις είτε δια παραπομπής (υιοθετήσεως) στην οικεία εισαγγελική πρόταση εξ ολοκλήρου, να διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΟλΑΠ 6/1994 και 4/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1122/2015 απόφαση του Δικαστηρίου Εφετών Αθηνών (σε Συμβούλιο), όπως απ’ αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ’ αριθμ. εκθ. 771/2015 έφεση του κατηγορουμένου H. M. του C. κατά της υπ’ αριθμ. 4379/11-11-20014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός κατεδικάσθη, ερήμην, για ληστεία από κοινού και επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή και κατά συναυτουργία, σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών.
Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, διαλαμβάνονται, κατά λέξη, τα εξής: "Για τους λόγους που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων και αφού έλαβε υπόψη και το από 2- 7-2015 υπόμνημα του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, το οποίο όμως δεν μπορεί να οδηγήσει το Συμβούλιο σε διαφορετική κρίση, πρέπει:
Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 771/27-5-2015 έφεση του M. H. του C. και της F., που γεννήθηκε στο Ιράν το έτος 1968, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας κατά της με αριθμό 4379/11-11-2014 απόφασης του Β’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών". Στην δε ενσωματωμένη στην απόφαση αυτή εισαγγελική πρόταση εκτίθενται, επίσης κατά λέξη, τα εξής: "Α.
Εισάγω ενώπιόν σας την υπ’ αρ. έκθεσης 771/2015 έφεση του H. M. του C. που άσκησε κατά της υπ’ αρ. 4379/11-11-2014 απόφασης του Β’ Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, κρίνεται απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, καθ’ όσον: 1. Η απόφαση που εκκαλείται επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 5-12-2014, όπως αποδεικνύεται από το με την ίδια χρονολογία αποδεικτικό επίδοσης του Αστυνομικού Α.
Κ.. Η επίδοση αυτή, όπως προκύπτει από τον έλεγχο του αποδεικτικού και τα στοιχεία της δικογραφίας έγινε νομότυπα και είναι έγκυρη δια θυροκολλήσεως (αρ. 155 αρ. 2 ΚΠΔ) επί της οδού .... 2. Η έφεση ασκήθηκε την 14-5-2015, αφού είχε ήδη παρέλθει άπρακτη η δεκαήμερη προθεσμία. Στην έκθεση της έφεσης εξάλλου, δε δικαιολογείται το εκπρόθεσμο, το οποίο, κατά το χρόνο της άσκησής της ήταν γνωστό στον εκκαλούντα.
Δεν αναφέρεται δηλαδή ότι δεν ήταν δυνατή η εμπρόθεσμη άσκησή της λόγω της συνδρομής γεγονότος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, ούτε γίνεται προσκόμιση ή τουλάχιστον επίκληση των σχετικών αποδεικτικών μέσων". Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, στην ανωτέρω υπ’ αριθμ. 771/2015 έκθεση της εν λόγω εφέσεώς του, την οποίαν (έφεση) άσκησε αυτοπροσώπως στις 14-5-2015 ενώπιον του προϊσταμένου της Διευθύνσεως του Καταστήματος Κρατήσεως Χαλκίδος, όπου συλληφθείς εκρατείτο, ο ως άνω εκκαλών κατηγορούμενος δεν διέλαβε καν, έστω και επιγραμματικά, ότι η κατά τον χρόνον αυτόν εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 4379/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξεδόθη την 11-11-2014, οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας ή σε άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, εκθέτοντας με τρόπο σαφή και ορισμένο, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τον προβαλλόμενο λόγο και δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, καθώς και τα μέσα αποδείξεως των περιστατικών αυτών.
Επομένως, η ανωτέρω αιτιολογία της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης και εντεύθεν απαράδεκτης, αποφάσεως είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν τα στοιχεία, που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή η χρονολογία (5-12-2014) επιδόσεως της εκκαλούμενης σε απόσπασμα αποφάσεως στον εκκαλούντα, δια θυροκολλήσεως, (ως γνωστής διαμονής), το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως και η χρονολογία (14-5-2015) ασκήσεως της εφέσεως, η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της.
Οι ισχυρισμοί δε, που ο εκκαλών κατηγορούμενος το πρώτον προέβαλε με το υπ’ αριθμ. πρωτ: .../2-7-2015 υπόμνημά του, που απέστειλε προς το ανωτέρω δικαστήριο, όταν ειδοποιήθηκε κατά το άρθρο 476 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠΔ να προσέλθει στο δικαστήριο αυτό για να εκθέσει τις απόψεις του, συνιστάμενοι στο ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και της εις βάρος του ποινικής διαδικασίας, εκ του λόγου, το μεν ότι από την ως άνω κατοικία του, όπου έγινε (την 5-12-2014) με θυροκόλληση η επίδοση της προσβαλλομένης αυτής αποφάσεως, τα μέλη της οικογενείας του είχαν αποχωρήσει από το έτος 2012 και έκτοτε ευρίσκονται στο εξωτερικό με συνέπεια η κατοικία -διαμέρισμα- αυτή έκτοτε να είναι κλειστή και ακατοίκητη, το δε ότι ο ίδιος δε από 11-5-2012 και μέχρι έως 5-5-2015 ήταν συνεχώς κρατούμενος στο Κατάστημα Κρατήσεως Τριπόλεως και έτσι μέχρι της 5-5-2015 που απελύθη και που αυθημερόν συνελήφθη σε εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ουδέποτε έλαβε γνώση της επιδόσεως αυτής, τουθ’ όπερ το πρώτον εγένετο την 1-7-2015, είναι απαράδεκτοι και δεν άγουν σε νόμιμη (παραδεκτή) συμπλήρωση της εκθέσεως της εφέσεως, αφού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, τους ισχυρισμούς του αυτούς με τα προς απόδειξή τους αποδεικτικά μέσα όφειλε, επί ποινή απαραδέκτου, να τους διαλάβει στην ανωτέρω έκθεση της εφέσεώς του, δεδομένου ότι κατά τον ως άνω χρόνο της ασκήσεώς της, ως συλληφθείς, κατά τους ισχυρισμούς του, σε εκτέλεση της εκκαλουμένης αυτής αποφάσεως, πάντες οι λόγοι αυτοί ήσαν γνωστοί σε αυτόν και ηδύνατο να τους προβάλει.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ μόνος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 50/2015 από 19-10-2015 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 50 από 19-10-2015 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του υπ’ αριθ. 1122/18-9-2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2016. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ