Supreme Court dismisses appeal on contract validity and partial debt discharge under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a contract dispute. The court found that a written debt recognition agreement was valid and that the appellant's claim for partial discharge of the debt was unsupported by evidence. Consequently, the court rejected the appellant's arguments regarding the contract's nature and the admissibility of defenses based on the original cause of the debt.
Legislator headnote
AI generatedArticle 873 paragraph 1 of the Civil Code; Article 416 of the Civil Code; Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure. A written promise to assume debt creates liability independent of the cause, and defenses based on the original cause are inadmissible once a debt recognition contract is established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1262 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1262/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Ν. Α. ΑΤΤΕΒΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταμόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημοσθένους Δέπου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3456/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 986/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών όπως αυτή διορθώθηκε με την 986/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/11/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 23/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 986/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ. 3220/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 29-10-2008 έφεσης της αναιρεσείουσας και των από 4-3-2013 πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της υπ’ αριθμ. 3456/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 15-2- 1999 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 εδ. α’ Α.Κ., η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη, αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναφερόμενη σ’ αυτήν αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννάται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί απ’ αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι’ αυτό και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας όταν αυτή μάλιστα γίνεται αορίστως.
Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητά από τον Α.Κ., ισχύει όμως διεπόμενη από το άρθρο 361 αυτού, το οποίο παρέχει ελευθερία συνάψεως ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενο τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη.
Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 Α.Κ. αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται σε αντίθεση με εκείνη κατ’ αρχήν άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία (όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μίας υπάρχουσας έννομης σχέσεως που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα), με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του να μη μπορεί πλέον να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (Α.Π. 1279/2012).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ’ ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα η ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κωδ. Νόμου 2190/1920, από το διοικητικό της συμβούλιο το οποίο ενεργεί συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από αυτό ή δια του διοικητικού της συμβουλίου η εκπροσώπηση της σε ένα ή περισσότερα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή και σε τρίτο.
Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Ο δεσμός του με την εταιρία είναι αυτός του Δ.Σ. Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ.
διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο.
Η σχετική απόφαση του Δ. Σ. ή των οργάνων που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7α περ. γ και 7β παρ. 15 του ν. 2190, όπως προστέθηκαν με το Π.Δ. 409/1986, προκύπτει ότι οι αποφάσεις της διοίκησης για διορισμό των προσώπων που έχουν εξουσία να την εκπροσωπούν υποβάλλονται σε δημοσιότητα.
Η δημοσιότητα αυτή, όσον αφορά το διορισμό εκπροσώπων της Α.Ε., δεν αποτελεί συστατικό τύπο, αλλά έχει βεβαιωτικό - δηλωτικό χαρακτήρα, γι’ αυτό αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ’ αυτής οι τρίτοι.
Οι διατάξεις αυτές δεν αντιβαίνουν’ προς τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 2190/1920 που προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 2339/1995, κατά την οποία οι συζητήσεις και οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου καταχωρούνται περιληπτικά σε ειδικό βιβλίο που μπορεί να τηρείται και κατά το μηχανογραφικό σύστημα.
Περαιτέρω κάθε υπάλληλος της Α.Ε. όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεως του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ’ εντολή ή κατ’ ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων του, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε., την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σ’ αυτόν (υπάλληλο της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία.
Η οργανική εκπροσώπηση βέβαια της εταιρείας, κατά το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 2190/1920 γενικά ή για την ενέργεια συγκεκριμένου είδους πράξεων, καθ’ υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, διαφέρει από την αντιπροσώπευση της, κατά το άρθρο 211 ΑΚ (κατόπιν πληρεξουσιότητας ή εντολής) για την ενέργεια συγκεκριμένης πράξεως ή είδους πράξεων, αφού κατά την οργανική εκπροσώπηση η βούληση της εταιρείας εκφράζεται πρωτογενώς (Α.Π. 148/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η εναγομένη ως ανάδοχος εργοληπτική επιχείρηση είχε αναλάβει από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), το έργο "ΑΝΕΓΕΡΣΗ 50 ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗ ΕΡΓΑ ΣΤΗ ...".
Ο ενάγων δυνάμει του από 19-12-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού που υπογράφηκε από αυτόν και τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρίας Γ. Α. ανέλαβε εργολαβικά ως υπεργολάβος την ολοκλήρωση της εκτέλεσης εργασιών οπτοπλινθοδομών και σενάζ επί του έργου αυτού. Ο ενάγων αποπεράτωσε τις εργασίες που του είχε αναθέσει η εναγομένη υπεργολαβικά στις 31-7-1998, δηλαδή μεταγενέστερα μεν της οριζομένης από το ως άνω συμφωνητικό ημερομηνίας αποπεράτωσης που ήταν η 2-8-1997, η οποία παρατάθηκε για την περίπτωση που ενέκυπτε σφοδρή κακοκαιρία ή καθυστερούσαν οι εργασίες του προηγούμενου σταδίου των οπλισμένων σκυροδεμάτων χωρίς περαιτέρω να οριστεί δήλη ημερολογιακή ημέρα ή συγκεκριμένος χρόνος παράτασης, όπως κρίθηκε τελεσίδικα και με ισχύ δεδικασμένου δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2992/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης, επικυρώνοντας την υπ’ αριθμ. 7078/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ’ ουσία την από 12- 11-1998 και αριθμ.
καταθ. 9370/1998 αγωγή της εναγόμενης με την οποία ζητούσε την κατάπτωση και καταβολή της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας σε βάρος του ενάγοντος λόγω υπερημερίας του τελευταίου και χρηματική ικανοποίηση λόγω συκοφαντικής δυσφήμησής της. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο ενάγων και ο Β. Π., υπάλληλος και εργοδηγός της εναγομένης τεχνικής εταιρίας στο ως άνω έργο, κατήρτισαν το από 31-7-1998 έγγραφο (με επικεφαλίδα ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ) με το εξής περιεχόμενο: "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ Στην ...
σήμερον την 31/7/1998 του μηνός του έτους 1998 μεταξύ των κάτωθι υπογεγραμμένων αφ’ ενός μεν του Κ. Τ. του Ι. κατοίκου ... και αφ’ ετέρου του Π. Β., κατοίκου ... που ενεργεί δια λογαριασμόν της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμίαν "Γ.Ν. Α. Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα δηλώθηκαν και συμφωνήθηκαν τα εξής: Ο πρώτος ανέλαβε ως υπεργολάβος την εκτέλεση οπτοπλινθοδομών και σενάζ σε έργο του Ο.Ε.Κ με τον τίτλο "ΑΝΕΓΕΡΣΗ 50 ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ ΚΛΠ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗ ΕΡΓΑ ΣΤΗΝ ...".
Ολοκλήρωσε το ανωτέρω έργο και έλαβε το ποσόν των 11.750.000 + 36.000 για ΙΚΑ περίπου υπόλοιπο. Επειδή με το ανωτέρω ποσόν δεν εξοφλείται αλλά παραμένει ένα υπόλοιπο δραχμών 4.400.000 ο δεύτερος των υπογραφόντων το βεβαιώνει με το παρόν". Κάτω από το κείμενο αυτό ακολουθεί υπογραφή και κάτω από αυτή "Β. Π." δεξιότερα δε αυτής αναγράφεται αριθμητικά "4.400.000".
Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ενώ ο ενάγων ολοκλήρωσε και παρέδωσε στην εναγομένη το προαναφερόμενο έργο η τελευταία του όφειλε υπόλοιπο από την συμφωνηθείσα αμοιβή ύψους 4.400.000 δραχμών. Καταρτίστηκε δε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης δια του υπαλλήλου της Β. Π. ο οποίος λειτουργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος αυτής αναγνωριστική σύμβαση της οφειλής αυτής από την παραπάνω αιτία της συμβάσεως έργου.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ως άνω υπάλληλος της εναγομένης ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος αυτής δυνάμει σχέσεων εντολής και πληρεξουσιότητας που δόθηκαν σε αυτόν, από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης. Η ως άνω δε βούληση της εναγομένης προκύπτει ερμηνευτικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, αυτός ως εκ της ιδιότητας του, του εργοδηγού είχε τις τεχνικές γνώσεις και επέβλεπε για λογαριασμό της εναγομένης εταιρίας τη πορεία και την εκτέλεση του ως άνω έργου, αναλάμβανε κατόπιν συνεννοήσεως με τη τελευταία, τις πληρωμές των υπεργολάβων και ενεργούσε για λογαριασμό της την κατάρτιση δικαιοπραξιών σχετικών με της οικονομικές εκκρεμότητες της εναγομένης.
Περαιτέρω, ο ενάγων, με αυτόν συμφώνησε για λογαριασμό της εναγομένης τον Απρίλιο του 1997, να παραταθεί ο χρόνος αποπεράτωσης του έργου, ο οποίος μάλιστα αντλώντας το δικαίωμα από την παραπάνω ιδιότητα του άμεσου αντιπροσώπου της εναγομένης, πρόσθεσε ιδιοχείρως στο άρθρο 4 του από 19-12-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού δεύτερη παράγραφο με την οποία επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραδόσεως του έργου εκ μέρους του ενάγοντα.
Η εναγομένη εταιρία ισχυρίστηκε ότι ο ως άνω υπάλληλος της ήταν εντεταλμένος για την εκτέλεση υλικών μόνο πράξεων και δεν είχε καμία εξουσία διάθεσης, στερείτο δηλαδή του δικαιώματος για την κατάρτιση της παραπάνω δικαιοπραξίας, διότι τέτοια εξουσία είχε μόνο ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ή άλλο σύμφωνα με το καταστατικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
Περαιτέρω, δε ισχυρίστηκε ότι ούτε εντολή ή πληρεξουσιότητα δόθηκε από το αρμόδιο όργανο της εταιρίας για την κατάρτιση της παραπάνω συμβάσεως και ως εκ τούτου δεν δεσμεύεται από τη παραπάνω ενέργεια του. Όμως, στον ως άνω εργοδηγό είχαν παρασχεθεί εκ μέρους της εναγομένης η αρμοδιότητα επικοινωνίας με το διοικητικό της συμβούλιο για την παραλαβή και καταβολή χρημάτων που αντιστοιχούσαν στις αμοιβές των συνεργείων και εν γένει την διεκπεραίωση των οικονομικών συναλλαγών της εναγομένης με τους υπεργολάβους του έργου σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν.
Όλες οι παραπάνω αυτές εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεως του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ’ εντολή ή κατ’ ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων της εναγομένης παρείχαν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης, την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σ’ αυτόν (υπάλληλο της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία, η οποία βεβαίως δεσμεύει την εναγομένη σύμφωνα με όσα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη αναφέρονται.
Άλλωστε, ο ίδιος υπάλληλος δεν είχε κανένα προσωπικό όφελος να προβεί στην αναγνώριση του χρέους της εναγομένης, χωρίς την ύπαρξη σχετικής εντολής και συναίνεσης από την εργοδότιδά του. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αν ο προαναφερόμενος υπάλληλος ενεργούσε στη σύμβαση της αναγνώρισης χρέους χωρίς να του είχε παρασχεθεί η σχετική εντολή από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, θα του ζητούνταν, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, ευθύνες από την τελευταία, πράγμα που δεν συνέβη, αντίθετα μάλιστα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα της εναγομένης, αυτός εξακολούθησε να εργάζεται σε αυτήν και μετά το χρόνο έναρξης της παρούσας αντιδικίας και για διάστημα δυο χρόνων περίπου μετά από αυτήν, ήτοι μέχρι την 31-1-2001 οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς, ακολούθως δε την 28-6-2002 συνήψε με την εναγομένη νέα μορφή συνεργασίας, ήτοι του ανατέθηκε υπεργολαβικά η εκτέλεση εργασιών σε έργο που είχε αναλάβει η τελευταία, επομένως επακολούθησαν γεγονότα που καταδεικνύουν ύπαρξη εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπο του εν λόγω υπαλλήλου της, κάτι που δεν θα συνέβαινε αν αυτός στην κρινόμενη υπόθεση είχε ενεργήσει χωρίς απόφαση των εκπροσωπούντων την εναγομένη οργάνων.
Σύμφωνα λοιπόν με όσα παραπάνω αναφέρονται η εναγομένη εταιρία δεσμεύεται με την προειρημένη αναγνωριστική σύμβαση.... Σύμφωνα με όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, απορριπτέα τυγχάνει ως κατ’ ουσία αβάσιμη η ένσταση της εναγομένης περί ελλείψεως νόμιμης αιτίας για την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτή καταρτίστηκε προκειμένου να αναγνωριστεί εκ μέρους της εναγομένης ότι οφείλει το υπόλοιπο της αμοιβής του ενάγοντα από την προειρημένη σύμβαση έργου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων.
Επίσης, αλυσιτελώς προβάλλονται οι ισχυρισμοί που αφορούν την κύρια αιτία δηλαδή την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στη αρχή της παρούσας μετά την κατάρτιση της συμβάσεως αναγνώρισης του χρέους από ορισμένη αιτία ο οφειλέτης δεν μπορεί να προτείνει τις ενστάσεις από την ως άνω αιτία.
Από τα παραπάνω επίσης αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι έναντι του οφειλόμενου ποσού εκ μέρους της εναγομένης από την επίδικη σύμβαση η τελευταία κατάβαλε δυνάμει του από 23-9-1998 γραμματίου είσπραξης ποσού 550.075 δρχ. (βλ. το από 23- 9-1998 γραμμάτιο είσπραξης εντολής της "Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος Α.Ε"), Τα λοιπά προσκομιζόμενα εκ μέρους της εντάλματα πληρωμής και τραπεζικά εμβάσματα είναι προγενέστερα της καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως και συνεπώς οι καταβολές που αποτυπώνονται σ’ αυτά δεν αφορούν την επίδικη σύμβαση.
Συνεπώς, ο σχετικός νόμιμος κατ’ άρθ. 416 του Α. Κ, ισχυρισμός της εναγομένης περί εξοφλήσεως, πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ως βάσιμος κατ’ ουσίαν κατά το ποσό των 547,50 δρχ., όπως η ίδια η εναγομένη το προσδιορίζει, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε έναντι άλλης οφειλής της εναγομένης προς τον ενάγοντα, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε και άλλη οφειλή της εναγομένης έναντι αυτού".
Ακολούθως, το Εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού δέχθηκε την από 29-10-2008 έφεση της αναιρεσείουσας και τους από 4-3-2013 πρόσθετους λόγους έφεσης, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 11.305,94 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασής του, μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας Β.
Π., ο οποίος ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος αυτής, καταρτίστηκε αναγνωριστική σύμβαση της οφειλής του ποσού των 4.400.000 δραχμών από τη σύμβαση έργου. Περαιτέρω συνέπεια των παραδοχών αυτών, ήταν ότι αλυσιτελώς προβλήθηκαν ενστάσεις που είχε η αναιρεσείουσα από την κύρια αιτία και ειδικότερα ένσταση εξόφλησης, όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο.
Επομένως, οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει αφ’ ενός μεν εσφαλμένα ότι το Εφετείο χαρακτήρισε την καταρτισθείσα σύμβαση ως σύμβαση αναγνώρισης χρέους από τη μίσθωση έργου (1ος λόγος), αφ’ ετέρου δε ότι ανεπίτρεπτα της απέκλεισε τη δυνατότητα προβολής ενστάσεων από τη βασική αιτία (2ος λόγος), είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ