Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of promotion claim as vague and inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting her claim for an exceptional promotion. The appellant argued the lower court erred by refusing to consider her specific merits, while the appellate court held her claim was vague because it lacked evidence of the exceptional performance required by the bank's personnel organization. The court ruled that since the lower court rejected the claim on procedural grounds of vagueness rather than evaluating the facts, no substantive facts were examined, making an appeal on lack of reasoning inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 10 para. 15 of the Personnel Organization of the Bank of Greece; Art. 559 no. 8 and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of reasoning is inadmissible when the lower court rejects a claim as vague or illegal without examining the substantive facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1262 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1262/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Τερέζα Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολικής διαδόχου εξ απορροφήσεως της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2979/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1209/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/3/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 15 της από 11-11-1997 Σ.Σ.Ε. "Περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος" η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/1955 δημοσιεύθηκε στην Ε.τ Κ. με την 46806/10314 της 21/26-11-77 απόφαση του Υπ. Εργασίας και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ αριθ. 15869/10-27/7/1982 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β 446) και η οποία ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις έχει ισχύ νόμου, και ορίζει ότι "κατ' εξαίρεση η Γενική Διεύθυνση μπορεί να προαγάγει εφ άπαξ στον επόμενο βαθμό και χωρίς πρόταση του συμβουλίου υπηρεσιακής κατάστασης υπαλλήλων, οποιονδήποτε υπάλληλο διακριθέντα κατά την κρίση αυτής για εξαιρετική επίδοση, εργατικότητα και απόδοση, ανεξάρτητα από το χρόνο ένταξης αυτού και χρόνο παραμονής του στο βαθμό, από τον οποίο προάγεται" προκύπτουν τα εξής :
α) ότι υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Γενικής Δ/νσης της Τράπεζας να προαγάγει εφ' άπαξ υπάλληλο που έχει διακριθεί, β) ότι η κρίση του αρμόδιου οργάνου για την κατ' εξαίρεση προαγωγή υπαλλήλων ελέγχεται κατ' άρθρο 281 Α.Κ., δηλαδή αν κατά παράλειψη υπαλλήλου που διακρίθηκε πράγματι για την εξαιρετική του επίδοση, εργατικότητα και απόδοση, προάγει υπάλληλο που δεν επέδειξε τέτοια υπηρεσιακή συμπεριφορά, ή η επιδειχθείσα υπολείπεται καταφανώς εκείνης του παραλειφθέντος υπαλλήλου, γ) ότι προκειμένου να θεμελιωθεί αξίωση προαγωγής κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 15 δεν αρκεί να εκτίθενται μόνο στην αγωγή τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του παραλειφθένος υπαλλήλου σε αντιπαραβολή με εκείνα των προαχθέντων υπαλλήλων, δηλαδή τα στοιχεία που απαιτούνται για τη διάγνωση του καταφανούς ή μη της υπεροχής στη συνήθη διαδικασία των προαγωγών.
Θα πρέπει για το ορισμένο και την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής να διαλαμβάνεται σ' αυτή εκτός από τα παραπάνω προσόντα του παραλειφθέντος ενάγοντος και του προαχθέντος συναδέλφου του και ποιες ειδικότερες, πέραν από τις συνήθεις, υπηρεσίες προσέφεραν τόσο ο ενάγων, όσο και ο προαχθείς εξαιτίας των οποίων διακρίθηκαν για εξαιρετική επίδοση, εργατικότητα και απόδοση ώστε να γίνει η αναγκαία σύγκριση και να κριθεί στη συνέχεια αν το αρμόδιο όργανο της Τράπεζας έκανε ορθή χρήση της διακριτικής του ευχέρειας, δηλαδή αν η κατά παράλειψη του ενάγοντος προαγωγή άλλου υπαλλήλου κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 15 είναι καταφανώς άδικη, ως αντικειμένη στα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.
ΑΠ14/2004). Όμως, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό προς θεμελίωση του δικαιώματός της για κατ'εξαίρεση προαγωγή της, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 15 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., λόγω εξαιρετικής επίδοσης, εργατικότητας και απόδοσης αυτής, έναντι των αναφερομένων συναδέλφων της που προήχθησαν κατ'εξαίρεση αντ'αυτής.
Σχετικά το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Στην κρινόμενη υπόθεση η ενάγουσα - εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) για τη θεμελίωση του κατά το άρθρο 10 παρ. 15 του Οργανισμού της εφεσίβλητης δικαιώματος προαγωγής, περιορίζεται να εκθέτει μόνο τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της καθώς και των προαχθέντων συναδέλφων της, χωρίς να αναφέρει αν αυτοί επέδειξαν εξαιρετική επίδοση και εργατικότητα και τι ακριβώς έπραξαν για να δικαιωθούν της προαγωγής αυτής...
Επομένως με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ως προς το αίτημα της προαγωγής της ενάγουσας - εκκαλούσας κατ' εξαίρεση στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' είναι αόριστη.." Συνεπώς, τον ως άνω ισχυρισμό το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως αόριστο. Επομένως δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και ο σχετικός περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΟλΑΠ 44/1990).
Συνεπώς, ο δεύτερος (επικουρικός) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογιών σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος της αγωγής για κατ'εξαίρεση προαγωγή της, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού το σχετικό αίτημα της αγωγής, όπως σημειώθηκε, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως αόριστο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2013 αίτηση της Μ. Κ. για αναίρεση της 1209/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ