1262/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2008 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1262/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος το έτος 1980 συνίδρυσε μετά της συζύγου του Μ. Μ., την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, διακρατώντας το 85% των μετοχών αυτής και το 15% των μετοχών η σύζυγός του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1262 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1262/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Θ., 2) Θ. Μ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Μίντζια και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΛΕΥΚΟΣΙΔΗΡΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Β.Ε.Λ. ΗΠΕΙΡΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μπεκιάρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου α' του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτων "περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανιαίς επιχειρήσεις", που κυρώθηκε με τον ν. 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά τη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχειρήσεως ή σημαντικού τομέα αυτής και εποπτείας του προσωπικού, κατά τρόπο ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικώς τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πρόσληψη και η απόλυση του προσωπικού, έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και ανεξαρτησία υψηλού βαθμού, έστω και αν είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με τις διατάξεις νόμων, σχέδια και πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών, και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων, που έχουν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι δε συνήθως με μισθό, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.
Γι' αυτό και τα ως άνω πρόσωπα, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, εβδομαδιαίας αναπαύσεως, αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά τις Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορηγήσεως κατ' έτος στους μισθωτούς αδειών με αποδοχές, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με την σύμβασή τους, η δε εξαίρεση αυτή αντισταθμίζεται με τις καταβαλλόμενες σε αυτούς αυξημένες αποδοχές.
Η έννοια δε της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου, ο οποίος τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.( ΑΠ 1724/2008 Ε.Εργ.Δ. 2009.1107, ΑΠ 660/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος το έτος 1980 συνίδρυσε μετά της συζύγου του Μ. Μ., την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, διακρατώντας το 85% των μετοχών αυτής και το 15% των μετοχών η σύζυγός του.
Αντικείμενο της εταιρίας που ίδρυσαν ήταν η επεξεργασία λευκοσιδήρου, δηλαδή επρόκειτο περί οικογενειακής εταιρίας, τη λειτουργία και δραστηριότητα της οποίας ήλεγχε κατ' ουσίαν ο πρώτος αναιρεσείων. Το έτος 2002, κατόπιν συμφωνίας των ως άνω μετόχων της αναιρεσίβλητης με τον ... Χ. Ζ. του Η., ο α' ενάγων μεταβίβασε στον Χ.
Ζ. το 51% των μετοχών του στην εταιρία και στον υιό του Θ. Μ. (δεύτερο ενάγοντα) το υπόλοιπο 34% των μετοχών του στην εταιρία, ενώ η σύζυγός του Μ. μεταβίβασε στον σύζυγό της Ν. Μ. -α' ενάγοντα- το 10% των μετοχών της στην εταιρία, κρατώντας για την ίδια το 5% των μετοχών της. Μετά ταύτα ο Χ. Ζ. κατείχε το 51% των μετοχών της αναιρεσίβλητης, ο Θ.
Μ. το 34% των μετοχών, Ο Ν. Μ. το 10 % των μετοχών και η Μ. Μ. το 5 % των μετοχών της εταιρίας. Την 31-8-2002 συγκλήθηκε η 24η έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της και εξέλεξε νέο Διοικητικό Συμβούλιο, πρόεδρος αυτού εξελέγη ο Χ. Ζ. και αντιπρόεδρος ο Ν. Μ., ενώ οι υπόλοιποι εκλέχθηκαν ως απλά μέλη. Στην ίδια γενική συνέλευση, στον Χ.
Ζ. ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου, στον Ν. Μ. τα καθήκοντα του Δ/ντή του εργοστασίου και παραγωγής και στον Θ. Μ., τα καθήκοντα του Οικονομικού Δ/ντή της εταιρίας. Ουδεμία μνεία γίνεται στο πρακτικό 24/31-8-2002 της γενικής συνέλευσης των μετόχων, ότι για τα καθήκοντα που ανατίθενται στους ανωτέρω θα καταβάλλεται μισθός σ' αυτούς και ότι τελούν αυτοί, σε σχέση με την εταιρία κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Η συγκρότηση του νέου ΔΣ δημοσιεύθηκε στο υπ. αριθμ. 1185/27-11-2002 ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ. Έκτοτε, οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι οικονομολόγοι με εμπειρία στην διοίκηση της εταιρίας και γνώστες του αντικειμένου των εργασιών της, που ήταν η επεξεργασία λευκοσιδήρου, συνέχισαν να παρέχουν χωρίς μισθό τις υπηρεσίες τους, χωρίς να υπόκεινται σε κανένα ουσιαστικό έλεγχο, αναφορικά με το ωράριο απασχόλησης τους, καθώς και γιο τις αποφάσεις που λάμβαναν για κρίσιμο ζητήματα της .Είναι χαρακτηριστικό ότι η αλληλογραφία των πελατών και των προμηθευτών της αναιρεσίβλητης απευθύνονταν μόνον προς τους ενάγοντες και όχι προς τον διευθύνοντα σύμβουλο αυτής.
Και τούτο γιατί ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσίβλητης Χ. Ζ., το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ευρίσκετο στο εξωτερικό και όταν ευρίσκετο στα Ιωάννινα επισκέπτετο τις εγκαταστάσεις της εταιρίας για μικρό χρονικό διάστημα και διότι δεν είχε τις γνώσεις που απαιτούνταν για την διοίκηση και ανάπτυξη ενός εργοστασίου επεξεργασίας λευκοσιδήρου.
Την 30-6-2004 κατά την 31η τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας για πρώτη φορά αποφασίσθηκε η μηνιαία καταβολή αμοιβής σε τρία μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και ειδικότερα α) στον Χ. Ζ., διευθύνοντα σύμβουλο κα! πρόεδρο της εταιρίας το ποσόν των 2.000 ευρώ για το διάστημα μέχρι την 31-12-2004, β) στον Ν.
Μ. (α' ενάγοντα),Αντιπρόεδρο και Δ/ντή εργοστασίου και παραγωγής, το ποσόν των 2.300 ευρώ για το διάστημα μέχρι την 30-9-2004 και το ποσά των 2.500 ευρώ για το διάστημα μέχρι την 32-12-2004 και γ) στον Θ. Μ. (δεύτερο ενάγοντα), μέλος του ΔΣ και Οικονομικό Διευθυντή της εφεσιβλήτου το ποσό των 2.500 ευρώ για το διάστημα μέχρι την 31-12-2004 .Και κατ' αυτήν την γενική συνέλευση ουδεμία αναφορά γίνεται, ότι οι αμοιβές αυτές καθορίζονται στους ανωτέρω, με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπερ θα ηδύνατο ευχερώς να καταγραφεί στα πρακτικά της γενικής αυτής συνέλευσης.
Περαιτέρω με το από 31-5-2005 πρακτικό του ΔΣ της εταιρίας, αφού εγκρίθηκαν οι προηγούμενες αμοιβές των ανωτέρω, ορίσθηκαν οι ίδιες αμοιβές για τους αναιρεσείοντες για το έτος 2005.- Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, συνάγεται, ότι οι ενάγοντες, ουδόλως συνδέονταν με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Και τούτο διότι αυτοί ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της και μάλιστα ο πρώτος εξ αυτών και αντιπρόεδρος αυτής, κατείχαν σημαντικό ποσοστό μετοχών αυτής και κατείχαν παράλληλα νευραλγικές θέσεις μέσα σ' αυτήν. Επειδή δε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσίβλητης στερείτο των αναγκαίων γνώσεων αναφορικά με την λειτουργία και ανάπτυξη εργοστασίου επεξεργασίας λευκοσιδήρου, ουδέποτε αυτός ασκούσε έλεγχο σε.
Αυτούς ούτε έδιδε κατευθυντήριες γραμμές η εντολές γιο τον τρόπο ασκήσεως των καθηκόντων τους. Άλλωστε μετέβαινε στην επιχείρηση, σπανίως, και για μικρό χρονικό διάστημα, έχοντας αφήσει κατ' ουσίαν τη διεύθυνση της εταιρίας στους δύο ενάγοντες. Οι υπηρεσίες που προσέφεραν οι ενάγοντες. στην εταιρία δεν σχετίζονται με την ύπαρξη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτών και της εταιρίας, αλλά εντάσσονται στην προσπάθεια τους να λειτουργεί η εταιρία με κέρδη, ενόψει του ότι αφενός κατείχαν σημαντικό μερίδιο μετοχών της, αφετέρου ήταν δημιούργημα τους, η εταιρία αυτή, ως προελέχθη.
Τα χρήματα που τους καταβάλλονταν, με βάση την από 30-6-2004 απόφαση της 31ης τακτικής γενικής συνέλευσης της εταιρίας, εντάσσονταν στο πλαίσιο του άρθρου 24 του Ν. 2190/20 "Περί Ανωνύμων Εταιριών", όπως άλλωστε και η αμοιβή του διευθύνοντος συμβούλου και προέδρου της Χ. Ζ.. Σ' αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, ως επί εργαζομένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αλλά στο ΤΕΒΕ, ήτοι σε φορέα ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών, ενώ δεν αναφέρονται τις καταστάσεις προσωπικού της αναιρεσίβλητης.
Ενόψει των παραδοχών αυτών, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 281/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε κρίνει ομοίως, δέχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες κατείχαν τις θέσεις των διευθυνόντων υπαλλήλων στην αναιρεσίβλητη εταιρία και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, την παραπάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, ευθέως και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή ή μη εφαρμογή του αναφερόμενου κανόνος ουσιαστικού δικαίου επί του ουσιώδους επιδράσεως στην έκβαση της δίκης ζητήματος της θέσεως εποπτείας, διευθύνσεως και εμπιστοσύνης που κατείχαν οι αναιρεσείοντες στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρ. 559 αριθ 11 γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη τον προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χαριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, μεταξύ των οποίων και οι: 1) από 10-10-2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης 2) από 31-12-2004, 8-7-2004, 31-5-2005 και 26-5-2006 βεβαιώσεις της τελευταίας σχετικά με τα χρηματικά ποσά που έχει καταβάλλει αυτή προς τους αναιρεσείοντες. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2008 αίτηση των: 1) Ν. Μ. και 2) Θ. Μ. για αναίρεση της 196/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ