Legislator Case Law & Legislation
1262/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation failure and award of costs to appellant.

Case Number 1262/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court failed to apply statutory interpretation rules to a disputed declaration, but the court found no ambiguity existed in the parties' intent. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; An appeal based on the failure to apply interpretative rules is inadmissible when the lower court explicitly finds no gap or ambiguity in the parties' declared intent.

Keywords

AI generated
contract interpretation statutory rules application ambiguity in intent appeal admissibility legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraphs 1(a) and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Articles 648, 649 and 653 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1262 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1262/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καπελλάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσούτσικο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1875/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5986/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι λόγοι των αριθμών 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ., η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, έχει μεν τον χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας, αλλά εξ αιτίας της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεως για νυκτερινή ή άλλη εργασία σε ημέρες εορτής ή αναπαύσεως ή για υπερεργασία, διότι οι διατάξεις αυτές, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως και πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες.

Τέλος αν ο μισθωτός εργάστηκε σε επιχείρηση που εφαρμόζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και 6η ημέρα την εβδομάδα (εκτός Κυριακής ή εξαιρετέας ή ημέρας αναπληρωματικής αναπαύσεως λόγω εργασίας κατά την Κυριακή), η απασχόλησή του την ημέρα αυτή είναι άκυρη αφού πρόκειται για εργασία παρεχομένη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας, ήτοι σε ημέρα ανάπαυσης και δικαιούται γι' αυτήν αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ.

ΑΚ), έστω και αν κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος εργάστηκε λιγότερες ώρες από το εβδομαδιαίο ωράριο του, η οποία συνίσταται στις νόμιμες αποδοχές που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ίδιες συνθήκες εργασίας με τον ακύρως εργασθέντα μισθωτό, χωρίς να υπολογίζονται τα χρονοεπιδόματα και οικογενειακά επιδόματα, διότι δεν είναι βέβαιο ότι μισθωτός που θα απασχολούνταν εγκύρως, θα είχε τέτοιες προϋποθέσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 20-10-1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία <<...>>, η οποία έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, την ενοικίαση CONTAINER, την ανακύκλωση και διαχείριση στερεών αποβλήτων, απορριμμάτων και μπαζών προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου στην ως άνω επιχείρησή της, με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, το οποίο ήταν υποχρεωτικά εφαρμοστέο για τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων (Δ.Α 40/1985), ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, και με ημερήσια απασχόληση (από 07.00' έως 15.00'), αντί του προβλεπομένου από τις οικείες ΣΣΕ μηνιαίου μισθού.

Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ...φορτηγό αυτοκίνητο, για το οποίο κατείχε τη νόμιμη άδεια ικανότητας οδηγού, εκτελούσε σταθερά κάθε εβδομάδα διάφορα δρομολόγια για την αποκομιδή απορριμμάτων και αχρήστων οικοδομικών υλικών (μπαζών) από καθαρισμούς κτιρίων διαφόρων πελατών της αναιρεσείουσας και τη μεταφορά τους, κατά κανόνα, στη χωματερή Άνω Λιοσίων ή σε μάνδρα στον Ασπρόπυργο....Από 1-10-2003 ο αναιρεσίβλητος μεταφέρθηκε, όπως συνομολογείται από την αναιρεσείουσα, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του στην αναιρεσείουσα εταιρία, η οποία συνεστήθη με το από 20-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό και έχει τον ίδιο νόμιμο εκπρόσωπο και το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας με αυτό της αρχικής εργοδότριας του αναιρεσίβλητου, με τον οποίο κατήρτισε την από 1-10-2003 σύμβαση εργασίας, η οποία περιελάμβανε τους ίδιους όρους, όπως και η προηγούμενη σύμβαση.

Ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα... μέχρι τις 25-9-2004, οπότε η αναιρεσείουσα τον απέλυσε, χωρίς έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ο αναιρεσίβλητος προσέφυγε για το λόγο αυτό στις 29-9-2004 στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας, ενώ πριν από τη συζήτηση της προσφυγής του στις 11-10-2004 η αναιρεσείουσα επέδωσε στον αναιρεσίβλητο την από 13-10-2004 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, επικαλουμένη αδικαιολόγητη απουσία αυτού από την εργασία του από 24-9-2004, τον καλούσε να επιστρέψει στην εργασία του, πλην όμως η εν λόγω δήλωση κρίνεται προσχηματική, αφού, όπως αποδείχθηκε, στις 25-9-2004 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του αναιρεσείοντος και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ..., κατά το οποίο ο τελευταίος δήλωσε ρητά και κατηγορηματικά στον αναιρεσίβλητο το τέλος της συνεργασίας τους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο κατά μέσο όρο και δύο Σάββατα το μήνα, χωρίς για την εργασία του αυτή να λαμβάνει ιδιαίτερη αμοιβή. Επομένως, δικαιούται ως αμοιβή τα παρακάτω ποσά, τα οποία θα κατέβαλε η εναγομένη σε άλλον εργαζόμενο, τον οποίο θα απασχολούσε στη θέση του αναιρεσιβλήτου, και κατά τα οποία αυτή κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιώτερη σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου.

Ακολούθως, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε την ένδικη αγωγή κατά ένα μέρος, ερήμην της αναιρεσείουσας, κατ'εφαρμογή του ν.2915/2001 και κράτησε και δίκασε αυτή κατ'ουσία, τη δέχθηκε κατά ένα μέρος. Έτσι που έκρινε, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση επαρκείς, έστω και συνοπτικές και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου.

Δεν δημιουργεί δε καμία αντίφαση η αναφορά της προσβαλλομένης <<σε συνεργασία>> και όχι σε σύμβαση εργασίας, καθόσον από όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων και όχι για οποιαδήποτε άλλη σχέση. Ούτε είχε υποχρέωση το Εφετείο να παραθέσει στην αιτιολογία του περαιτέρω εξηγήσεις ως προς τη φύση του επεισοδίου που έλαβε χώρα μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, κατά το οποίο και απελύθη ο πρώτος, και να προβεί σε επιπλέον αιτιολογίες ως προς την αιτιολογία που διέλαβε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της προεκτεθείσας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου.

Εξάλλου, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αφορούν την απασχόληση κατά τα Σάββατα στην πενθήμερη εργασία, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού σύμφωνα με αυτές (ως άνω παραδοχές) έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος εργαζόταν στην αναιρεσείουσα σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως, απασχολήθηκε σ'αυτή κατά μέσο όρο δύο Σάββατα το μήνα, χωρίς να λαμβάνει καμία αμοιβή και όχι ότι τελούσε, κατά σχετική συμφωνία των διαδίκων, σε μη γνήσια ετοιμότητα εργασίας και ως εκ τούτου δικαιούνταν να λάβει ως αμοιβή ότι τις νόμιμες αποδοχές που θα κατέβαλε η αναιρεσείουσα σε άλλον εργαζόμενο, τον οποίο θα απασχολούσε στη θέση αυτού, με τις ίδιες με αυτόν συνθήκες εργασίας.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 1 αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ως αβάσιμοι.

Επειδή, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. "Πράγμα", υπό την ανωτέρω έννοια, είναι και ο λόγος της εφέσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο που την εξέδωσε, ερευνώντας καθολικά και εξ υπαρχής τη διαφορά, έλαβε υπόψη τον σχετικό λόγο της έφεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, και με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση για την μη αποδοχή του ισχυρισμού της ότι ο αναιρεσίβλητος λάμβανε για την εργασία του κατά τα Σάββατα αμοιβή υπό μορφή πριμ, 200 ευρώ και ότι καθ'όλο το 2003 πραγματοποίησε 14 βάρδιες και το 2004 μία βάρδια, και για τις οποίες έλαβε το ως άνω πριμ, και τον απέρριψε εκ του πράγματος, εφόσον δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά την απασχόληση του τα Σάββατα, δεν λάμβανε καμία αμοιβή, χωρίς η ορθότητα της απορριπτικής αυτής κρίσεως να μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του εδαφίου 8.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατ'ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 8 και όχι τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., που καταλογίζει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της διάταξης αυτής, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω λόγο της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τους εφάρμοσε.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι ενώ με την παραδοχή της <<...η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα την από 13-10-2004 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, επικαλουμένη αδικαιολόγητη απουσία αυτού από την εργασία του από 24-9-2004, τον καλούσε να επιστρέψει στην εργασία του, πλην όμως η εν λόγω δήλωση κρίνεται προσχηματική, αφού, όπως αποδείχθηκε, στις 25-9-2004 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης ..., κατά το οποίο ο τελευταίος δήλωσε ρητά και κατηγορηματικά στον ενάγοντα το τέλος της συνεργασίας τους>>, διέγνωσε εμμέσως κενό στην δηλωθείσα, με την ως άνω εξώδικη δήλωση, βούληση της αναιρεσείουσας, να προτείνει στον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει στην εργασία του, με το να τη χαρακτηρίσει ως προσχηματική, δεν προέβη σε ερμηνεία αυτής εφαρμόζοντας τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαγνωσθεί η πραγματική της βούληση.

Πλην από την προαναφερθείσα παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, δεν προκύπτει ότι διεπίστωσε αυτή έστω και εμμέσως, κάποιο κενό ή αμφιβολία. Επομένως, εφόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην ως άνω δήλωση της αναιρεσείουσας, δεν παρεβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να μη προσφύγει σ' αυτούς και γι'αυτό ο λόγος αυτός της αναίρεσης, υπό το στοιχείο β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-11-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.5986/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ