Supreme Court dismisses appeal on will interpretation, ruling facts and law application are not reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding the interpretation of a will. The appellants argued that the lower court failed to apply correct statutory rules for interpreting testamentary documents, but the court held that factual assessments of the testator's true intent are not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected as unfounded because the lower court correctly applied the law without violating any reviewable legal standards.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 1781 of the Civil Code; The Supreme Court cannot review the Court of Appeal's determination of the testator's true intent, as such findings are factual assessments not subject to appeal under Article 561(1) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1262 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1262/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσεοιουσών: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σπυριδάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου ....., νομίμως εκπροσωπουμένου, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Σταυρούλα Ματαράση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2003 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσείουσας και με την από 15-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5681/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6991/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-12-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 7-3-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σταύρου Γαβαλά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 του ΑΚ. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά την συναλλακτική καλή πίστη.
Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου.
Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η Γ1, η οποία πέθανε στις 19-2-2001, με την από ..... ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με το 2665/11-5-2001 πρακτικό τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όρισε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Εγκαθιστώ κληρονόμο μου τον Δήμο ....
εις τον οποίο αφήνω τον τρίτο όροφο που είναι 190 τετραγωνικά μέτρα . . . παλαιάς αρχοντικής οικίας....στην περιοχή ..... και επί των οδών ... και ..... γωνία, υπό τον όρο: το Δημοτικό Συμβούλιο της ..... να βγάλει μια απόφαση εντός ενός έτους από την ημέρα του θανάτου μου η οποία να λέει: δεν θα πουληθεί ποτέ και από κανέναν ο οικογενειακός μας τάφος που βρίσκεται στο .....
Νεκροταφείο και είναι στο όνομα της μητέρας μου Γ2 και με επιγραφή απ' έξω του Δικηγόρου αδελφού μου Γ3 ο οποίος και τον αγόρασε. Και τούτο διότι υπάρχουν μέσα οστά οπλαρχηγών. Στην περίπτωση που το Δημοτικό Συμβούλιο δεν βγάλει την απόφαση που είναι η επιθυμία μου και η επιθυμία όλης της οικογένειάς μου, τότε και σ' αυτή την περίπτωση τον όροφο δεν τον αφήνω στο Δήμο ....
αλλά τον αφήνω στην ανεψιά μου Χ1 που έχει και το όνομα της Μητέρας μου. Εντός του τάφου ευρίσκονται τα ιερά οστά του Φιλικού, Οπλαρχηγού και Στρατηγού της Επαναστάσεως του 1821 ...... και των ηρώων παιδιών του. Νομίζω ότι ο όρος που έθεσα είναι ξεκάθαρος και για να μη χωράει αμφισβήτηση από κανέναν το ξαναεπαναλαμβάνω και δηλώνω ότι:
Εάν το Δημοτικό Συμβούλιο δείξει ασέβεια σε Ήρωες Πολέμου και μάλιστα του 1821 για δύο μέτρα από τον τόπο που ελευθέρωσαν που άλλωστε τους ανήκουν και δεν βγάλει την απόφαση που πρέπει εντός ενός έτους από την ημέρα τον θανάτου μου, δηλαδή να μην πωληθεί ποτέ ο τάφος και από κανέναν, να μείνει όπως είναι σήμερα Οίκος Οικογενείας Γ και η απόφαση του Δήμου ..., γι' αυτό να είναι οριστική και αμετάκλητη αν επαναλαμβάνω δεν γίνουν όλα αυτά, να μην έχει ο Δήμος καμίαν ανάμειξη στην περιουσία μου και το σπίτι το αφήνω στην ανεψιά μουΧ1.
Αν πάλιν ο Δήμος .... σκεφθεί σωστά και βγάλει την απόφαση που ζητάμε οπότε Θα πάρει και το σπίτι....". Περαιτέρω το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη, όπως ρητά διαλαμβάνεται σε αυτήν, σε ερμηνεία της ανωτέρω διαθήκης, αφού, όπως εμμέσως, αλλά σαφώς προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, διαπίστωσε ασάφειες ως προς το περιεχόμενό της.
Η διαπίστωση ασαφειών από το Εφετείο συνάγεται ειδικότερα από την παράθεση επιχειρημάτων και τη χρησιμοποίηση και στοιχείων έξω από τη διαθήκη, όπως μαρτυρικών καταθέσεων και επιστολών της διαθέτιδας για την αναζήτηση της έννοιας των περιεχόμενων στη διαθήκη αυτή δηλώσεών της. Ερμηνεύοντας δε τη διαθήκη το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: "....Συνάγεται, ότι η αληθινή βούληση της διαθέτιδας ήταν να είναι κληρονόμος της ο Δήμος ....
στον τρίτο όροφο της ανωτέρω επί της οδού .... αριθ. .. στην Αθήνα κατοικίας, υπό τον όρο το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ... να εκδώσει απόφαση εντός ενός έτους από την ημέρα τον θανάτου της, η οποία να λέει ότι δεν θα πωληθεί ποτέ από κανέναν ο Οικογενειακός (της) τάφος που βρίσκεται στο .... Νεκροταφείο και είναι στο όνομα της μητέρας της Γ2 και με επιγραφή απ' έξω του δικηγόρου αδελφού της Γ3, ο οποίος και τον αγόρασε.
Το ότι στην ίδια αυτή διαθήκη η διαθέτις αναφέρει στην επόμενη σελίδα για τον ίδιο αυτό τάφο "δηλαδή ...να μείνει όπως είναι σήμερα Οίκος Οικογενείας Γ" δεν αλλάσσει σε τίποτε τον όρο αυτό, ούτε προσθέτει περιεχόμενο στον όρο αυτό και τούτο, διότι αφενός ο τάφος αυτός ήταν ήδη οικογενειακός, ήτοι της οικογένειας Γ, το γεγονός δε ότι η ίδια η διαθέτις επιθυμεί να μην αλλάξει τίποτε, εννοεί να είναι ο τάφος αυτός όπως έχει στο όνομα της μητέρας της και με την επιγραφή από έξω στο όνομα του αδελφού της δικηγόρου Γ3.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο αυτό, η διαθέτις επιθυμεί η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου να είναι οριστική, δηλαδή σαφώς να ληφθεί από το Δημοτικό Συμβούλιο χωρίς κανένα όρο, αίρεση ή προθεσμία, απόφαση με την οποία να γίνεται δεκτός ο τιθέμενος απ' αυτήν όρος, ότι, επίσης, στον όρο αυτό η διαθέτις θέλει η απόφαση αυτή του Δημοτικού Συμβουλίου να είναι αμετάκλητη..".
Περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο, ότι, μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω διαθήκης, με την .... πράξη της .... συνεδρίασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου ....., αποφασίσθηκε η αποδοχή της κληρονομίας αυτής, με την προϋπόθεση, ότι το Δημοτικό Συμβούλιο του ίδιου Δήμου θα αποδεχθεί όλους τους όρους της από ... ιδιόγραφης διαθήκης.
Με την ..... πράξη του, ήτοι εντός έτους από του θανάτου της διαθέτιδας, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ...., χωρίς προϋποθέσεις, αιρέσεις και όρους αποδέχθηκε τους όρους της ανωτέρω διαθήκης, η δε απόφαση αυτή έχει ως εξής: "Αποφασίζει κατά πλειοψηφία. Αποδέχεται τους παρακάτω όρους της ιδιόγραφης και νομίμως δημοσιευθείσης διαθήκης της δωροθέτιδας Γ1, προκειμένου να περιέλθει στο Δήμο μας το ακίνητο επί των οδών ....
και Βουλή.....ήτοι: 1) να μην πωληθεί ποτέ από κανέναν, ο οικογενειακός τάφος που βρίσκεται στο ..... Νεκροταφείο και είναι στο όνομα Γ2 και με επιγραφή απ' έξω του δικηγόρου αδελφού Γ3, ο οποίος τον αγόρασε...." ....Επίσης, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ....., με την προηγούμενη, με αριθμό .... Πράξη του, ρητώς ενέκρινε την ανωτέρω ....
Πράξη της Δημαρχιακής Επιτροπής και αποδέχθηκε την κληρονομία της ανωτέρω Γ1...,καθώς επίσης και όλους τους όρους, όπως ορίζονται στην από .... ιδιόγραφη διαθήκη της. Αμφότερες οι πράξεις αυτές του Δημοτικού Συμβουλίου δημοσιεύθηκαν με νόμιμη τοιχοκόλλησή τους στις 12-10-2001, υποβλήθηκαν δε, με τα με αριθμούς ....
και ..... έγγραφα του Δήμου αυτού, στην Υπηρεσία της Περιφέρειας Αττικής Γενική Διεύθυνση Περιφέρειας, Διεύθυνση Αυτοδιοίκησης και Αποκέντρωσης Α' Βαθμού, στην ..., προς έλεγχο νομιμότητας. Οι ανωτέρω αποφάσεις τον Δημοτικού Συμβουλίου δεν ακυρώθηκαν ποτέ από τον Περιφερειάρχη της ανωτέρω Περιφέρειας καθ' όλη τη διάρκεια του έτους από το θάνατο της διαθέτιδας (ούτε άλλωστε και μέχρι την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος .... τήρησε όλους τους τιθέμενους με την από .... ιδιόγραφη διαθήκη, όρους, που έθεσε σ' αυτόν η διαθέτιδα Γ1, γι' αυτό και αφενός δεν εξέπεσε της ιδιότητάς του ως κληρονόμου στο δήλο πράγμα (ανωτέρω ακίνητο), που αυτή τον εγκατέστησε και αφετέρου δεν έγινε, λόγω έκπτωσής του, κληρονόμος της διαθέτιδας σε αυτό η Χ1.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αφενός έκρινε ανελέγκτως, ότι υπήρχε ασάφεια στο περιεχόμενο της προαναφερόμενης διαθήκης, ως προς την έννοια ειδικότερα του όρου "αμετάκλητη" απόφαση, που όρισε η διαθέτιδα, ότι έπρεπε να εκδώσει ο Δήμος μέσα σε ένα έτος από το θάνατό της, καθώς και ως προς την έννοια της σχετικής με τον αναφερόμενο σε αυτή τάφο φράσης "να μείνει όπως είναι σήμερα Οίκος Οικογενείας Γ".
Μετά δε την κρίση του αυτή, το Εφετείο προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης και ως προς τα ζητήματα αυτά αναζήτησε πράγματι, με τη χρησιμοποίηση και στοιχείων έξω από τη διαθήκη, την αληθινή θέληση της διαθέτιδας, την οποία ανελέγκτως επίσης έκρινε, ότι είναι αυτή που πιο πάνω εκτίθεται, χωρίς προς τούτο να αναζητήσει την έννοια, που, κατά την καλή πίστη, θα προσέδιδαν στις εν λόγω δηλώσεις της διαθέτιδας οι τρίτοι.
Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 1781 του ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των διαθηκών και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ, 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες, ότι κατά την ερμηνεία των ανωτέρω δηλώσεων της διαθέτιδας το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες αυτούς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ),πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, ο κανόνας δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση τούτου, καθώς, επίσης, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο, και την επίδραση που είχε το αποδιδόμενο σφάλμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες, ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες περί διαθηκών, χωρίς συγκεκριμένα να προσδιορίζουν αυτούς, "διότι δεν θεωρεί ως διαθήκες (διατάξεις τελευταίας βούλησης) ιδιόχειρα, χρονολογημένα και υπογεγραμμένα από τη διαθέτιδα σημειώματα, τα οποία ρυθμίζουν θέματα σχετικά με τη διαθήκη της".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο α) δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες ότι παραβίασε το Εφετείο, β) δεν προσδιορίζονται ποία είναι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο, τα οποία αρκούσαν για την εφαρμογή των εφαρμοστέων διατάξεων, γ) δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα σημειώματα που έκρινε ότι δεν αποτελούν διαθήκες το Εφετείο και δ) δεν προσδιορίζεται, εάν στα εν λόγω σημειώματα, τα οποία οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται, ότι αποτελούν διαθήκες, στηρίχθηκε η γέννηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων των αναιρεσειουσών ή η κατάλυση δικαιωμάτων του αναιρεσιβλήτου, για τα οποία έκρινε το Εφετείο και συνεπώς δεν προσδιορίζεται ποία η επίδραση είχε στην έκβαση της δίκης η πληττόμενη κρίση του Εφετείου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2005 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 6991 /2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε εξακόσια ( 600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ