Legislator Case Law & Legislation
1262/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against social insurance fund regarding traffic accident liability and lack of legal basis.

Case Number 1262/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the social insurance fund but allowed the appeal against the two insurance companies. The appellant argued the lower court lacked a legal basis for its findings on traffic conditions and pedestrian liability. The court agreed that the appellate court's assumptions regarding traffic flow and the driver's ability to react were arbitrary, stripping the decision of its legal foundation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295(1)(a), 297 of the Code of Civil Procedure; Article 573(1) of the same Code: An appeal may be withdrawn by the appellant against specific respondents without their consent via oral declaration before the oral hearing, rendering the appeal inadmissible if no legal basis exists for the lower court's decision.

Keywords

AI generated
appeal withdrawal legal basis requirement traffic accident liability social insurance fund appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295(1)(a), 297 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1262 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1262/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..............., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη, ο οποίος δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσείων παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς το 3ο αναιρεσίβλητο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. .............,2. ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Παπαλάμπρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 3. Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΄Αγγελο Κατσίμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουνίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 17 Νοεμβρίου 2002 κύρια παρέμβαση του ήδη 3ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1006/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 631/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Ιουλίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 24 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος, που στρέφεται κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και την παραδοχή της αίτησης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατόπιν της ως άνω δήλωσής του και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 294, 295 παρ. 1 εδ. α και 297 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης έναντι ορισμένων αναιρεσιβλήτων χωρίς τη συναίνεση αυτών και με προφορική δήλωσή του πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης έναντι των αναιρεσιβλήτων εκείνων στους οποίους αναφέρεται η παραίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου αυτού, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ως προς το παριστάμενο τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και συνεπώς η δήλωση αυτή του αναιρεσείοντος συνεπάγεται κατάργηση της δίκης ως προς το μνημονευθέν αναιρεσίβλητο.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε.

Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω στο άρθρο 38 παρ. 4 εδαφ. α' του, κατά το χρόνο του ατυχήματος ισχύοντος, Ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας" ορίζεται ότι "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται, αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν" και στις παραγράφους 1 εδαφ. α και 2 εδαφ.

α του άρθρου 39 του ίδιου Κώδικα, ορίζονται στην πρώτη ότι "Όλοι οι οδηγοί πρέπει να αποφεύγουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς. Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 3 περίπτωση στ και 19 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα, όπου σε οδοστρώματα υπάρχουν διαβάσεις πεζών, οι οποίες έχουν σημανθεί με πινακίδες ή διαγραμμίσεις και η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινή σηματοδότηση ή τροχονόμους, οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να σταματούν πριν από τη διάβαση......

όταν άτομα με μειωμένη κινητικότητα πρόκειται να διασχίσουν την οδό. Όταν επιτραπεί να προχωρήσουν, να μη διακόπτουν ή παρεμποδίζουν τη διέλευση...... των ατόμων με μειωμένη κινητικότητα, οι οποίοι έχουν ήδη εισέλθει και προχωρούν στη διάβαση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του παρόντος Κώδικα" και στη δεύτερη ότι "Αν σε σημασμένη διάβαση πεζών η κυκλοφορία των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινή σηματοδότηση ή με τροχονόμο, οι οδηγοί υποχρεούνται να πλησιάζουν στη διάβαση με ταχύτητα τόση μικρή ώστε να μη εκθέτουν σε κίνδυνο τους πεζούς που τη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σε αυτήν και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτουν την πορεία του οχήματός τους, για να επιτρέπουν τη διέλευση των πεζών".

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Την 17-6-2000 και περί ώρα 7.30 πρωϊνή, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος ......., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του ιδίου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις έναντι τρίτων ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της οδού .........., με κατεύθυνση από ......

προς ....... Όταν πλησίασε στη συμβολή της εν λόγω οδού με τη λεωφόρο ......., σε σημείο όπου η οδός ......... η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως, διαχωριζόμενη με νησίδα ασφαλείας πλάτους 2 μέτρων, έχει πλάτος οδοστρώματος του ρεύματος κατευθύνσεως προς οδό ....... 11 μέτρα, με τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας και όπου υπάρχει διάβαση πεζών με οριζόντια διαγράμμιση και φωτεινοί σηματοδότες, οι οποίοι, όμως, δεν λειτουργούσαν, λόγω εκτελέσεως έργων, παρέσυρε, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του, τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ........., ηλικίας 67 ετών, ο οποίος.

τη χρονική εκείνη στιγμή, διέσχιζε, πεζός, καθέτως το οδόστρωμα, βαδίζοντας στην αρχή της διαβάσεως και κρατώντας από το χέρι τον 11χρονο εγγονό του. Το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου εκινείτο στη δεύτερη μετά τη νησίδα λωρίδα κυκλοφορίας ο δε πεζός εκινείτο από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, έχοντας ήδη διασχίσει τις δύο από τις τέσσερις λωρίδες του εν λόγω ρεύματος, παρά δε την τροχοπέδηση του οδηγού, σε μήκος 12,30 μ., ο τελευταίος δεν μπόρεσε να αποφύγει την παράσυρση του πεζού, ο οποίος εκτινάχθηκε επί του καπώ και στη συνέχεια κατέπεσε επί του οδοστρώματος, εντός της διαβάσεως πεζών.

Το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των δύο εμπλακέντων σ'αυτό προσώπων, δηλ. τόσο του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, όσο και του αναιρεσείοντος πεζού. Η υπαιτιότητα του πρώτου συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή (άρθ. 12 ΚΟΚ), ούτε ασκούσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθ. 19 ΚΟΚ) ρυθμίζοντας και την ταχύτητά του ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες (οδικός κόμβος διάβαση πεζών, μη λειτουργία του φωτεινού σηματοδότη λόγω εκτελέσεως έργων), αλλά οδηγούσε αμελώς και αδεξίως, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον αναιρεσείοντα πεζό, παρά το ότι είχε την απαιτούμενη ορατότητα (ευθεία οδός και φως ημέρας), ο δε πεζός είχε ήδη διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα, παρά την τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του, σε μήκος 12,30 μ., να μην κατορθώσει να ακινητοποιήσει εγκαίρως αυτό.

Η ταχύτητά του δεν ήταν μεν ιδιαίτερα αυξημένη, δηλ. δεν υπερέβαινε τα 50 χιλ/ώρα, πλην όμως ώφειλε να κινείται με ακόμη μικρότερη ταχύτητα και με τεταμένη την προσοχή, δεδομένου ότι στο σημείο εκείνο εκτελούνταν έργα και δεν λειτουργούσαν οι φωτεινοί σηματοδότες, επί πλέον δε πλησίαζε σε διάβαση πεζών.

Ο ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσίβλητου, ότι ο αναιρεσείων διέσχιζε το οδόστρωμα, κάνοντας ζιγκ-ζακ ανάμεσα από κινούμενα, στις λοιπές λωρίδες αυτοκίνητα, τα οποία έκρυβαν σ' αυτόν (πρώτο αναιρεσίβλητο) την ορατότητα, δεν αποδείχθηκε. Η δε συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος πεζού συνίσταται στο ότι αυτός, παρά το γεγονός μάλιστα της μειωμένης ευχέρειας κινήσεως, λόγω της χρόνιας χωλότητας, από την οποία έπασχε και του σχετικά προχωρημένου της ηλικίας του (67 ετών), επεχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα, εντός μεν της διαβάσεως των πεζών, αλλά χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει αυτό χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρησιμοποιούντες την οδό, δεδομένου μάλιστα ότι πρόκειται για οδό αυξημένης κυκλοφοριακής κίνησης και δεν λειτουργούσαν οι φωτεινοί σηματοδότες (άρθ. 38 ΚΟΚ).

Σημειωτέον ότι ο ανήλικος εγγονός του (11 ετών), διαθέτοντας την ευχέρεια κινήσεων, όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο εκ του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, άφησε το χέρι του αναιρεσείοντος παππού του και τρέχοντας έμπροσθεν του αυτοκινήτου, επρόλαβε να ανέλθει επί του πεζοδρομίου. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει έκαστον των αντιδίκων είναι του μεν πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού 70%, του δε αναιρεσείοντος πεζού 30%.

Με βάση τις παραδοχές αυτές δηλαδή και της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος πεζού, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε τον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό του αυτοκινήτου αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της καταλογισθείσας συνυπαιτιότητας μόνο και όχι αποκλειστικής υπαιτιότητας στον αναιρεσίβλητο οδηγό του αυτοκινήτου κατά την επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, που καθιστούν έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα δεν αναφέρει: α) ποια η κυκλοφοριακή κίνηση οχημάτων κατά τη χρονική στιγμή του ατυχήματος και ποιος ο λόγος που ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγούσε το αυτοκίνητό του όχι στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος αλλά στην τρίτη από δεξιά προς τα αριστερά λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ........, β) από ποια ακριβώς απόσταση ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός, ενόψει της υπάρχουσας ευθείας και της πλήρους ορατότητας λόγω ημέρας αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί τον μειωμένης κινητικότητας και σχετικά προχωρημένης ηλικίας αναιρεσείοντα πεζό να διασχίζει κάθετα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου το ως άνω ρεύμα κυκλοφορίας της οδού μέσα από την υπάρχουσα εκεί διάβαση πεζών με οριζόντια διαγράμμιση και χωρίς να λειτουργούν οι φωτεινοί σηματοδότες λόγω εκτέλεσης έργων, ώστε να κριθεί το μεν αν η μετέπειτα ενέργειά του και συγκεκριμένα η τροχοπέδηση σε μήκος 12,30 μ., που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε χώρα εγκαίρως προς αποτροπή του ατυχήματος το δε αν υπήρχε το χρονικό περιθώριο να ενεργήσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό και γ) σε ποιο ακριβώς σημείο του οδοστρώματος βρισκόταν ο πεζός όταν παρασύρθηκε από το αυτοκίνητο και πόσο απείχε αυτό (σημείο) από την παρακείμενη, διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, νησίδα ασφαλείας.

Επομένως και ενόψει του ότι το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του και τη συναφή κρίση του περί συνυπαιτιότητας του πεζού στέρησε την προσβαλλόμενη από τη νόμιμη βάση της, πρέπει τόσο ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όσο και ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Π.Δ., εξεταζόμενος παραδεκτώς ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.

Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ των διαδίκων της προκείμενης δίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που έχει ανοιγεί με την από 8.7.2005 αίτηση αναίρεσης του .............

Αναιρεί την 631/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μεταξύ του ως άνω αναιρεσείοντος και των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων .......... και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΑΕ, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", αντίστοιχα.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ