Bank appeal dismissed; court rejects claim of bank liability for bond loss under Article 300 AC.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a bond investment loss. The plaintiffs argued the bank misrepresented the bond's maturity date and failed to honor buyback offers, while the bank contended the clients knowingly assumed risks as sophisticated investors. The court ruled that the clients, despite lacking specific expertise, were not liable for the loss and the bank's failure to apply Article 300 AC was not a direct violation warranting reversal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 300 AC; 495(4) CPC; The court held that a financial institution is not liable for investment losses where clients knowingly assumed risks, even if the institution failed to apply specific consumer protection provisions regarding buyback offers.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1261 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1261/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ... Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Σ. του Γ., 2) Μ. Σ. συζύγου Λ., το γένος Σ. Α., 3) Γ. Σ. του Λ. και 4) Α. Σ. του Λ., απάντων κατοίκων Καρδίτσας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Σιδερή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 347/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, 1) Λ. Σ. του Ε., 2) Μ. Σ., συζ. Λ., το γένος Σ. Α., 3) Γ. Σ. του Λ. και 4) Α. Σ. του Λ., με την από 8.12.2015 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, ισχυρίσθηκαν ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία", στην οποία είχαν τοποθετημένο επί σειρά ετών χαρτοφυλάκιο κινητών αξιών (καταθέσεις, τραπεζικά προϊόντα), διά των προστηθέντων οργάνων της παρέστησε σε αυτούς ως επωφελή την τοποθέτηση των χρημάτων τους σε τραπεζικό προϊόν υψηλής απόδοσης και ειδικότερα σε ομόλογο, έχοντας τη διαβεβαίωση εκ μέρους αυτής ότι το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν είχε δεκαετή διάρκεια με ημερομηνία λήξης τη 27-10-2014.
Ότι στα πλαίσια της ανωτέρω επένδυσης και κατόπιν υπόδειξης της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας, έδωσαν εντολή στην τελευταία για αγορά ομολόγου της ... LTD, ονομαστικής αξίας 149.000 ευρώ, δεκαετούς διάρκειας με λήξη την 27-10-2014 και με τιμή αγοράς το 100,70% της ονομαστικής του αξίας, σε εκτέλεση δε της ανωτέρω εντολής χρεώθηκε την 25.11.2004 ο λογαριασμός τους με το ποσό των 150.450,49 ευρώ.
Ότι διαρκούσης της τρίμηνης ενημέρωσης τους και ειδικότερα από το statement του τριμήνου από 1-11-2010 έως 31-1-2011 διαπίστωσαν ότι το εν λόγω ομόλογο ήταν άληκτης διάρκειας με αναφερόμενο πλασματικό έτος λήξης το 2049 και ότι η 27-10-2014 ήταν η αναφερόμενη ημερομηνία ανάκλησης του ομολόγου από τον εκδότη του, κατόπιν δε εξώδικης διαμαρτυρίας τους στην εναγόμενη τραπεζική εταιρία, η τελευταία τους πρότεινε την εξαγορά του ομολόγου τους στο 65% της ονομαστικής του αξίας, την οποία αυτοί απέρριψαν.
Ότι η εναγομένη αποσιώπησε τον πραγματικό χαρακτήρα του συγκεκριμένου τραπεζικού προϊόντος και ειδικότερα ότι επρόκειτο περί άληκτου ομολόγου, μη εγγυημένης απόδοσης του 100% της ονομαστικής αξίας του, αν δε γνώριζαν αυτοί τα άνω χαρακτηριστικά του επίδικου ομολόγου δεν θα προχωρούσαν στην τοποθέτηση των χρημάτων τους σε αυτό.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατόπιν νομότυπου περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας να τους καταβάλλει λόγω αδικοπραξίας το ποσό των 149.000 ευρώ, καθώς και ποσό 20.000 ευρώ στον καθένα τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αυτοί υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 17/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 149.000 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία, επιπλέον δε στον πρώτο ενάγοντα και το ποσό των 500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησε η εναγόμενη την από 13-7-2020 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 347/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε καθ' ολοκληρίαν η έφεση της εναγομένης ως ουσία αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η τελευταία την υπό κρίση από 18.11.2021 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι αφορούν μόνο τις προβληθείσες από την αναιρεσείουσα ενστάσεις συμψηφισμού κέρδους-ζημίας και συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσιβλήτων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Ακόμη, κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 156/2012).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1207/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη.
Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει το ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως, με τις από 17.10.2018 προτάσεις της, την ένσταση συμψηφισμού κέρδους και ζημίας, ισχυριζόμενη ότι οι αντίδικοι έχουν λάβει ως απόδοση από το επίδικο ομόλογο και δη ως εξόφληση τοκομεριδίων το ποσό των 41.993,53 ευρώ, επίσης δε έλαβαν από την εκδότρια του ομολόγου το ποσό των 13.410 ευρώ και συνεπώς, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται αποζημίωσης, αυτή πρέπει να μειωθεί κατά το συνολικό ποσό των (41.993,53 + 13.410) 55.403,53 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 17/2020 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι ναι μεν τα ποσά που εισέπραξαν οι ενάγοντες ως τοκομερίδια αποτελούν κέρδος τους από τον ένδικο τίτλο, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου τους λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου τους στην εκδότρια εταιρία του ομολόγου, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με τον προσφορότερο γι' αυτήν τρόπο, αποδίδοντας σε αυτούς τους συμφωνηθέντες τόκους.
Με τον τρίτο λόγο της έφεσής της παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι το καταβληθέν από τους αντιδίκους της κεφάλαιο δεν παρέμενε σ' αυτήν, αλλά αναλώθηκε για την εκτέλεση της επίμαχης αγοράς και τα χρήματα των αντιδίκων έλαβε η εκδότρια των τίτλων, η οποία και τα καρπώθηκε, και, συνεπώς, η προβληθείσα από αυτήν ένσταση ήταν νόμιμη και έπρεπε να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να επιδικαστεί στους αντιδίκους η πραγματική ζημία τους, ανερχόμενη στο ποσό των (149.000 ευρώ η ισχυριζόμενη ζημία - 13.410 ευρώ που έλαβαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή του ομολόγου - 41.993,53 ευρώ που εισέπραξαν από τοκομερίδια) 93.596,47 ευρώ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές, που περιλαμβάνουν και την κρίση του περί συνδρομής των προϋποθέσεων αποζημίωσης των εναγόντων, καίτοι κατά το κεφάλαιο αυτό δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον οι παραδοχές αυτές συνδέονται με τις προβληθείσες από την εναγομένη ενστάσεις: "Την 22-10-2004, ο πρώτος ενάγων, ενεργώντας για λογαριασμό του αλλά και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, οι οποίοι τυγχάνουν μέλη της οικογένειας του, έδωσε εντολή στην εναγόμενη τραπεζική εταιρία για την αγορά ενός επενδυτικού προϊόντος της τραπεζικής εταιρίας ...
LTD, με την προοπτική της επωφελέστερης επένδυσης των οικονομιών τους.... Η επιλογή του ανωτέρω επενδυτικού προϊόντος έγινε κατόπιν ενημέρωσης του τότε διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας στην Καρδίτσα, Χ. Φ. αλλά και του υπαλλήλου της Θεόδωρου Μπρίκα, καθόσον ο πρώτος ενάγων διατηρούσε συναλλακτικές σχέσεις με την εν λόγω τραπεζική εταιρία επί σειρά ετών και είχε τοποθετήσει χρήματα και σε άλλα επενδυτικά προϊόντα, τόσο σε λογαριασμούς καταθέσεων, όσο κα σε ειδικά τραπεζικά προϊόντα, όπως αμοιβαία κεφάλαια και ομόλογα.
Ειδικότερα, κατόπιν ενημέρωσης που είχε από τους ανωτέρω προστηθέντες της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας για την επωφελέστερη τοποθέτηση των χρημάτων τους, ο πρώτος ενάγων την 22-10-2004 έδωσε εντολή, ενεργώντας για τον εαυτό του αλλά και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων μελών της οικογενείας του, στην εναγόμενη τραπεζική εταιρία για την αγορά ενός ομολόγου της ...
LTD με ..., ονομαστικής αξίας 149.000 ευρώ με αναγραφόμενη ημερομηνία λήξης την 27-10-2014 και με τιμή αγοράς το 100,70% της ονομαστικής του αξίας με κουπόνι τρίμηνο ... πλέον 1,25%. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής χρεώθηκε την 25-11-2004 ο λογαριασμός με αριθμό ..., συνδικαιούχοι του οποίου είναι όλοι οι ενάγοντες, με το ποσό των 150.450,49 ευρώ.
Οι ως άνω υπάλληλοι της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας, οι οποίοι λειτουργούσαν ως προστηθέντες αυτής, παρουσίασαν στον πρώτο ενάγοντα ότι το επίδικο τραπεζικό προϊόν αποτελούσε ένα δεκαετές ομόλογο, λήξης την 27-10-2014, με εγγυημένο κεφάλαιο κατά 100% και με επιτόκιο ιδιαίτερα ελκυστικό, αφού αυτό θα είχε αποδόσεις τοκομεριδίων ανά έτος υψηλότερες από εκείνες της προθεσμιακής κατάθεσης, καθόσον αυτές θα ισούταν με το τρίμηνο ...
πλέον 1,25%. Ο πρώτος ενάγων, όπως και οι λοιποί ενάγοντες, οδηγήθηκαν στην επιλογή του επίδικου τραπεζικού προϊόντος, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας, λόγω ακριβώς της πολυετούς σχέσης γνωριμίας και συνεργασίας που υπήρχε με το υποκατάστημα αυτής στην Καρδίτσα....
Στην πραγματικότητα όμως, το επίδικο τραπεζικό προϊόν δεν συνιστούσε απλό ομόλογο, δεκαετούς διάρκειας με εγγυημένο το κεφάλαιο αυτού κατά τη λήξη του, όπως παρουσιάστηκε από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας στο υποκατάστημα αυτής στην Καρδίτσα αλλά αντιθέτως συνιστούσε ειδικό τραπεζικό προϊόν και ειδικότερα ομόλογο "ατελεύτητης" λήξης, χωρίς εγγυημένη απόδοση τοκομεριδίων και πολύ περισσότερο χωρίς εγγυημένη τη διατήρηση του κεφαλαίου κατά τη λήξη του....
Κατέστη φανερό, ότι οι ως άνω υπάλληλοι προστηθέντες από την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία ως επενδυτικοί - ενημερωτικοί σύμβουλοι, που λειτούργησαν στην προκείμενη περίπτωση, δεν παρείχαν ως όφειλαν από την κείμενη νομοθεσία ορθές και πλήρεις συμβουλές στους ενάγοντες, αλλά ούτε και επαρκείς πληροφορίες για το επενδυτικό προϊόν, το οποίο εκείνοι αγόρασαν, ενόψει του είδους αυτού σε συνδυασμό με την παντελή άγνοιά τους (των εναγόντων) περί του αντικειμένου του.
Έτσι δεν ανέλυσαν, ως όφειλαν, ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα είχαν τον πιο πάνω χαρακτήρα και ήταν υψηλού ρίσκου και ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν το κεφάλαιο τους κατά τη λήξη τους στο ακέραιο, όπως επιθυμούσαν. ... Με τον τρόπο που ενήργησε η εναγόμενη τραπεζική εταιρία διά των προστηθέντων υπαλλήλων της παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ.
Η παράλειψη αυτή της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας ανάγεται, σύμφωνα με όσα στην μείζονα πρόταση της παρούσας εκτίθενται, στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, που ίσχυε κατά το χρόνο επένδυσης (2004) στα ομόλογα αυτά από τους ενάγοντες, και η οποία (αμελής συμπεριφορά) συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ.
Στη συνέχεια, η λειτουργία και η απόδοση του επίδικου ομολόγου επιβεβαίωσε τους ανωτέρω κινδύνους καθώς και τον ανασφαλή χαρακτήρα του, δεδομένου ότι η εκδότρια του (... CAP LTD) με απόφαση της ενημέρωσε την εναγόμενη τραπεζική εταιρία με τα από 16-7-2012 και 26-10-2012 ενημερωτικά δελτία και αυτή στη συνέχεια τους ενάγοντες για τη μη καταβολή του μερίσματος, που προβλεπόταν ότι θα πραγματοποιηθεί την 27-7-2012 και 27-10- 2012.
Ακολούθησε η μη λήξη του επίδικου ομολόγου κατά την αναγραφόμενη στην εντολή αγοράς ημερομηνία, την 27-10-2014 και συνακόλουθα η μη εξόφληση στην ονομαστική αξία του, γεγονός που υποχρέωσε τον πρώτο ενάγοντα να αποστείλει στην εναγόμενη τραπεζική εταιρία την από 29-10-2014 επιστολή διαμαρτυρίας, με την οποία διαμαρτύρεται για τη μη λήξη και εξόφληση του, την 27-10-2014.
Είχε βεβαίως προηγηθεί η από 23-3-2011 επιστολή του πρώτου ενάγοντος προς το υποκατάστημα της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας στην Καρδίτσα, με την οποία διαμαρτύρονταν σε αυτήν ότι ενώ στην ενημέρωση (statement) της τελευταίας την 29-10-2010 αναγράφονταν ως ημερομηνία λήξης του επίδικου ομολόγου η 27-10- 2014 στη συνέχεια στην ενημέρωση αυτή την 31-1-2011 ως ημερομηνία λήξης αναγράφονταν η 27-10-2049, ζητώντας για το λόγο αυτό να ενημερωθεί εγγράφως από την τελευταία.
Συνεπεία των ανωτέρω έγγραφων διαμαρτυριών, η εναγόμενη τραπεζική εταιρία, μόλις την 7η Απριλίου 2011 απέστειλε το με αριθμ. πρωτ. 1104.011.077.1725 έγγραφο της στον πρώτο ενάγοντα, στο οποίο για πρώτη φορά επίσημα διευκρινίζει ότι το ομόλογο ονομαστικής αξίας 149.000 ευρώ της ... CAP LTD είναι άληκτο, ήτοι δεν έχει τακτή λήξη, με τον εκδότη να διατηρεί το δικαίωμα της ανάκλησης του (πρόωρης εξόφλησης στο 100%της ονομαστικής του αξίας) την 27-10-2014, με την σημειούμενη όμως πιθανότητα ο εκδότης του εν λόγω ομολόγου να μην ασκήσει το ανωτέρω δικαίωμα του κατά την ημερομηνία ανάκλησης, οπότε αν αυτός (πρώτος ενάγων) επιλέξει την πρόωρη μερική ή ολική ρευστοποίηση πριν την ανωτέρω ημερομηνία πιθανής ανάκλησης ή και μετά από αυτή, αν ο εκδότης δεν ανακαλέσει, αυτή (ρευστοποίηση) θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί μέσω του Dealing Room, στην τιμή αγοράς, που διαμορφώνεται τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή στη διατραπεζική αγορά ομολόγων και η οποία συνεπώς θα μπορούσε να είναι κατά πολύ υποδεέστερη της τιμής αγοράς, ήτοι των χρημάτων που οι ενάγοντες είχαν χρεώσει τον τραπεζικό λογαριασμό τους κατά την έναρξη της επένδυσης τους στο επίδικο ομόλογο.
Η δυσμενής αυτή η εξέλιξη πράγματι έλαβε χώρα, καθόσον κατά τους πρώτους μήνες του 2014 η ονομαστική αξία της επίδικης επένδυσης είχε καταγράψει απώλειες της τάξης του 65,03% με αποτέλεσμα η αποτίμηση της να ανέρχεται μόλις στα 52.473,33 ευρώ, ενώ είχε προηγηθεί, όπως προαναφέρθηκε, η μη καταβολή μερίσματος την 27-7-2012 και την 27-10-2012 με απόφαση του εκδότη του επίδικου ομολόγου.
Οι ανωτέρω κίνδυνοι από τη λειτουργία του επίδικου ομολόγου (μη καταβολή μερίσματος, απώλεια αξίας επένδυσης, υπερβολικά μεγάλη δέσμευση των χρημάτων αυτής με χρονικό ορίζοντα ρευστοποίησης το έτος 2049 και με σοβαρό κίνδυνο τον εκμηδενισμό του συνόλου της ονομαστικής αξίας του ομολόγου) δεν ετέθησαν σε γνώση των εναγόντων κατά την παρουσίαση του επίδικου τραπεζικού προϊόντος από τους προστεθέντες υπαλλήλους της εναγόμενης τράπεζας, ...
Οι ενέργειες και παραλείψεις της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας ήταν παράνομες και συνιστούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ. Έτσι συνάγεται, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης των εναγόντων για την οποία ευθύνεται η εναγόμενη τραπεζική εταιρία, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ αυτοί υπέστησαν ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των ως άνω καθηκόντων των υπαλλήλων - προστηθέντων αυτής και η οποία πλημμελής εκπλήρωση οδήγησε αιτιωδώς στην ζημία τους, που συνίσταντο στην απώλεια του κεφαλαίου επένδυσης τους (149.000 ευρώ), καθόσον η εναγόμενη τράπεζα με τη με αριθμ.
πρωτ. 0048/27-10-2015 επιστολή της, που επιδόθηκε στον πρώτο ενάγοντα, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 1646Δ/2-11-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην Περιφέρεια του Εφετείου Λάρισας με έδρα στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας, Φ. Μ., ενημέρωσε αυτόν, ότι σύμφωνα με την πρόταση ανταλλαγής της εκδότριας του επίδικου τίτλου "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε." θα προσφέρονταν αναφορικά με τους τίτλους αόριστης διάρκειας ποσό, που θα αντιστοιχούσε μόλις στο 9% της ονομαστικής αξίας των υβριδικών τίτλων ή μετοχές, η αξία των οποίων θα αντιστοιχούσε στο 50% επί της ονομαστικής αξίας αυτών (υβριδικών τίτλων), πρόταση που δεν έγινε δεκτή από τους ενάγοντες με το από 3-11-2015 απαντητικό τους έγγραφο
Περαιτέρω, η εναγόμενη τραπεζική εταιρία επαναφέρει με τον τρίτο λόγο έφεσης, τον προβληθέντα και πρωτοδίκως ισχυρισμό της, ότι οι ενάγοντες έλαβαν αποδόσεις από το επίδικο ομόλογο το ποσό των 41.993,53 ευρώ και συνεπώς κατά το ποσό αυτό θα πρέπει να θωρηθεί ότι μειώνεται η ζημία τους, πλέον και του ποσού των 13.410 ευρώ, που αυτοί έλαβαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή, προβάλλοντας την ένσταση συμψηφισμού ζημιάς και κέρδους των εναγόντων.
Η ένσταση αυτή είναι μεν νόμιμη, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον τα ποσά των τοκομεριδίων δεν είναι κέρδος των εναγόντων από τη ζημία τους, αλλά απότοκος της συναφθείσας μεταξύ αυτών και της εναγόμενης σύμβασης με συγκεκριμένες απολήψεις.
Και ναι μεν οι τόκοι που έλαβαν οι ενάγοντες ως απόδοση του επίδικου ομολόγου τους είναι κέρδος τους από την κυριότητα των τίτλων αυτών, πλην όμως το κέρδος αυτό προέρχεται όχι από την ζημία που υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην εκδότρια τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς τους στους ενάγοντες.
Έτσι οι ενάγοντες δικαιούνταν να κρατήσουν το σύνολο των εισπραχθέντων τόκων, πράγμα που θα συνέβαινε άλλωστε και στην περίπτωση, όπου το επίδικο ομόλογο ήταν δεκαετούς διάρκειας και έληγε την 27-10-2014, ή ακόμα και στην περίπτωση όπου η εκδότρια τράπεζα προχωρούσε στην ανάκληση αυτού την ανωτέρω ημερομηνία, όπως άλλωστε σημειώνονταν πάνω στην εντολή αγοράς αυτού.
Αλλωστε η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού τους στη ζημία των εναγόντων, θα αντέκειτο στις αρχές της καλής πίστεως, αφού οι τελευταίοι τους έχουν ήδη εισπράξει και με τον συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η επιδικαζόμενη αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου τους ή του μεγαλύτερου μέρους τους, αν είχαν τη δυνατότητα να εξοφλήσουν τα ομόλογα στην ονομαστική τους αξία.
Περαιτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι εκδότρια του επίδικου ομολόγου ήταν η "... LTD", ήτοι τραπεζική εταιρία διάφορη από την εναγόμενη τράπεζα, η απόδοση των τοκομεριδίων συνιστούσε παροχή τρίτου, η οποία ρυθμίζεται από τη διάταξη του 930 & 3 ΑΚ, η οποία εισάγει ρωγμή στη θεμελιώδη αρχή του συνυπολογισμού ζημίας - οφέλους και του μη πλουτισμού του ζημιωθέντος.
Άμεση συνέπεια της καταβολής της παροχής από τον τρίτο είναι η δημιουργία τριγωνικής σχέσης μεταξύ του ζημιώσαντος, του ζημιωθέντος και του τρίτου. Η σχέση αυτή λόγω και του ιδιαίτερου χαρακτήρα της 930 & 3 ΑΚ έχει δημιουργήσει το έδαφος για μια σειρά συζητήσεων και απόψεων, κατά την άποψη δε της νομολογίας, η διάταξη του άρθρου 930 & 3 ΑΚ αναγνωρίζει το δικαίωμα του ζημιωθέντος για σωρευτική είσπραξη της αποζημίωσης και της παροχής του τρίτου.
Επιπλέον, οι ενάγοντες με το από 3-11- 2015 απαντητικό έγγραφο, που συνέταξε ο πρώτος ενάγων, μετά την επίδοση σε αυτόν με δικαστικό επιμελητή της με αριθμ. πρωτ. 0048/27-10-2015 πρότασης της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας για εξαγορά του επίδικου ομολόγου με ποσό που αντιστοιχεί στο 9% της ονομαστικής του αξίας, αρνήθηκαν την εξαγορά αυτή, επισημαίνοντας ότι το εν λόγω ομόλογο έπρεπε να αποζημιωθεί στο ακέραιο.".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση, αναφορικά με το ποσό των τόκων που οι ενάγοντες έλαβαν ως απόδοση του ανωτέρω ομολόγου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 εδ. α\ 914 και 930 παρ.3 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, ενόψει του ότι προϋπόθεση για τον συνυπολογισμό είναι να προήλθε το κέρδος και η ζημία από το ίδιο επιζήμιο γεγονός, υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, αφού το Εφετείο δέχθηκε, ειδικότερα, ότι το κέρδος δεν προκλήθηκε από το επιζήμιο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου των αναιρεσίβλητων, η οποία οφείλεται στην παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά των προστηθέντων της αναιρεσείουσας, που τους δημιούργησαν την πεπλανημένη πεποίθηση πως θα τους αποδίδονταν μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα ακέραιο το κεφάλαιο της επένδυσής τους, πράγμα που αποτελούσε βασικό σκοπό αυτής της επένδυσης, αλλά από το (μη επιζήμιο, διαφορετικό) γεγονός της παραχώρησης του κεφαλαίου τους προς εκμετάλλευση, που στηριζόταν στην απόκτηση της κυριότητας των τίτλων (ομολόγων) και απέδωσαν ως καρπούς τους εισπραχθέντες από τους αναιρεσίβλητους τόκους, τους οποίους αυτοί επίσης ανέμεναν να αποκομίσουν.
Εξάλλου, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε το Εφετείο τις ανωτέρω διατάξεις, αφού από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν και αναφέρονται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του ως προς την ανωτέρω ένσταση, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή μη οι όροι των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου.
Το Εφετείο ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 806 και 830 του ΑΚ περί ανώμαλης παρακαταθήκης, ούτε άλλωστε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ήταν εφαρμοστέες αυτές. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του και κατά το πρώτο υποσκέλος του δεύτερου σκέλους, από τους αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αφενός μεν προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο και τρίτο υποσκέλος του δεύτερου σκέλους του, με τα οποία υποσκέλη αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι ίδιες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 πλημμέλειες, πλήττεται αφενός μεν η πρώτη επάλληλη σκέψη του Εφετείου σχετικά με την απόρριψη της άνω ένστασης, σύμφωνα με την οποία αυτός ο συνυπολογισμός θα ήταν αντίθετος στις αρχές της καλής πίστης, και αφετέρου η δεύτερη επάλληλη σκέψη του Εφετείου σχετικά με την απόρριψη της ίδιας ένστασης, σύμφωνα με την οποία η απόδοση των τοκομεριδίων συνιστούσε παροχή τρίτου, η οποία ρυθμίζεται από τη διάταξη του 930 παρ. 3 ΑΚ, η οποία εισάγει ρωγμή στη θεμελιώδη αρχή του συνυπολογισμού ζημίας - οφέλους και του μη πλουτισμού του ζημιωθέντος.
Ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα ως άνω υποσκέλη του δεύτερου σκέλους, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού δεν τελεσφόρησε η προσβολή, με το πρώτο σκέλος και το πρώτο υποσκέλος του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η προαναφερόμενη κύρια αιτιολογία, βάσει της οποίας κρίθηκε απορριπτέα η ανωτέρω ένσταση, δεδομένου ότι η άνω κύρια αιτιολογία επιστηρίζει πλήρως και αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Συνακόλουθα, απορριπτέος είναι ο ίδιος πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, από τους αριθ. 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο σκέλος η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε επίσης τη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 106 ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι μέσω της αρχής της καλής πίστης δεν είναι ανεκτό το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος, καθόσον μέσω της καλής πίστης δεν μπορεί να παρακαμφθεί η αρχή της διάθεσης και συνεπώς θα έπρεπε οι ενάγοντες να περιλάβουν στην αγωγή τους αίτημα για τα διαφυγόντα κέρδη που είχαν από τη ζημιογόνο συμπεριφορά της Τράπεζας, έτσι δε η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, περιέχουσα ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι θα είχε επαρκή αιτιολογία μόνο αν διαπίστωνε ότι το ποσό των 41.993,53 ευρώ αποτελούσε διαφυγόν κέρδος, παράλληλα δε με την άνω κρίση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού εκ μέρους των εναγόντων δεν υπήρξε προβολή αντένστασης με περιεχόμενο την αντίθεση της προβληθείσας από αυτήν ένστασης στην καλή πίστη.
Και τούτο διότι όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί πλήττουν την πρώτη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η προαναφερόμενη κύρια αιτιολογία, η προσβολή της οποίας δεν τελεσφόρησε, επιστηρίζει πλήρως και αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον αντικείμενο της ένδικης αγωγής ήταν η θετική και μόνο ζημία, την οποία υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι από την απώλεια του ποσού που κατέβαλαν για την αγορά του επίδικου ομολόγου, και δεν ετίθετο ζήτημα διαφυγόντος κέρδους τους κατά το ποσό των ληφθέντων τοκομεριδίων, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για επιδίκαση μη αιτηθέντος ή επιπλέον του αιτηθέντος ή έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, στην αναιρεσείουσα δε εναπόκειτο να προβάλλει την ένσταση συμψηφισμού κέρδους και ζημίας, αναφορικά με τους τόκους που έλαβαν οι αναιρεσίβλητοι, την οποία και προέβαλε η αναιρεσείουσα, έστω ανεπιτυχώς, χωρίς να απαιτείται η προβολή αντένστασης εκ μέρους των αναιρεσίβλητων με το άνω περιεχόμενο.
Τέλος, με το τέταρτο σκέλος του αυτού πρώτου λόγου αναιρέσεως, από τους αριθ. 8, 9, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του και παρέλειψε να εξετάσει τον προβληθέντα ισχυρισμό της περί συνυπολογισμού και της αξίας του επίμαχου ομολόγου κατά τον χρόνο εξαναγκαστικής αγοράς του από την εκδότρια, ποσού 13.410 ευρώ, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, άλλως υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19, διότι πριν απορρίψει κατ' ουσίαν την εν λόγω ένστασή της, έπρεπε να διαπιστώσει την είσπραξη ή μη του ποσού των 13.410 ευρώ, σε κάθε δε περίπτωση, εάν ήθελε κριθεί ότι η ένστασή της ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε σιγή, αναφορικά με το ποσό των 13.410 ευρώ, οδηγήθηκε κατ' αποτέλεσμα σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ, διότι απαίτησε περισσότερα από τα εκ του νόμου απαιτούμενα.
Ωστόσο, όλες οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω εκτενώς αναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενη, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εισπράξεως από τους αναιρεσίβλητους, πέραν του ποσού των 41.993,53 ευρώ, που έλαβαν αυτοί ως αποδόσεις από το επίδικο ομόλογο, και του ποσού των 13.410 ευρώ, που έλαβαν αυτοί από την υποχρεωτική ανταλλαγή του επίδικου ομολόγου, και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, αφού δεν δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι εισέπραξαν το άνω ποσό των 13.410 ευρώ.
Ειδικότερα, ρητά δέχθηκε το Εφετείο α) ότι η εναγόμενη τράπεζα με τη με αριθ. πρωτ. 0048/27-10-2015 επιστολή της, που επιδόθηκε στον πρώτο ενάγοντα, ενημέρωσε αυτόν, ότι σύμφωνα με την πρόταση ανταλλαγής της εκδότριας του επίδικου τίτλου "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε." θα προσφέρονταν αναφορικά με τους τίτλους αόριστης διάρκειας ποσό που θα αντιστοιχούσε μόλις στο 9% της ονομαστικής αξίας των υβριδικών τίτλων ή μετοχές, η αξία των οποίων θα αντιστοιχούσε στο 50% επί της ονομαστικής αξίας αυτών (υβριδικών τίτλων), και β) ότι η πρόταση αυτή δεν έγινε δεκτή από τους ενάγοντες, οι οποίοι με το από 3-11-2015 απαντητικό έγγραφο αρνήθηκαν την εξαγορά αυτή, επισημαίνοντας ότι το εν λόγω ομόλογο έπρεπε να αποζημιωθεί στο ακέραιο.
Κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.
Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ολΑΠ 15/2006, ΑΠ 358/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 437/2019).
Περαιτέρω, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, "πράγματα" αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003).
Για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος από την άνω διάταξη, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 670/2016).
Τέλος, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία" αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί πρέπει να προτείνονται στην πρωτόδικη δίκη, ενώ στην κατ" έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνον εάν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτούς διάδικος (ΑΠ 468/2022, ΑΠ 961/2019, ΑΠ 611/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως, με τις από 17.10.2018 προτάσεις της, επικουρικά, σε περίπτωση που γίνει δεκτό το αίτημα αποζημίωσης, την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων στη ζημία τους, ισχυριζόμενη ότι οι ενάγοντες ευθύνονται οι ίδιοι για την όποια ζημία υπέστησαν κατά 95%, κατ' αρχήν διότι γνώριζαν πολύ καλά τους κινδύνους του ομολόγου, είχαν λάβει την ενημέρωση που έπρεπε και δεν προχώρησαν στην πώληση του τίτλου ούτε όταν διαπίστωσαν ότι μειωνόταν σημαντικά η τιμή του στη δευτερογενή αγορά, σε κάθε δε περίπτωση, μετά την προσφυγή των εναγόντων στον Συνήγορο του Καταναλωτή, συνετάχθη το από 26.5.2015 πρακτικό, από το οποίο προκύπτει ότι αυτή πρότεινε στον πρώτο ενάγοντα, καλή τη πίστει, την απόδοση του 65% της αξίας του ομολόγου, πλην όμως αυτός αρνήθηκε, συμβάλλοντας έτσι στην επαύξηση της ζημίας του και συνεπώς η αποζημίωση πρέπει, πέραν της άνω μείωσης των 55.403,53 ευρώ, να μειωθεί περαιτέρω κατά το ποσό των (149.000 Χ 65%) 96.850 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 17/2020 απόφασή του απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι, στην περίπτωση αποδοχής της άνω πρότασης της αναιρεσείουσας, οι ενάγοντες θα όφειλαν να συμβιβαστούν με τη λήψη ποσού ίσου με το 65% του ομολόγου και να παραιτηθούν από οιοδήποτε δικαίωμά τους για την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας τους και επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες συνετέλεσαν με οποιοδήποτε τρόπο στην πρόκληση της ζημίας τους ή στην έκταση αυτής.
Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επικαλούμενη, πλέον, ότι πέραν της πρότασης που έκανε προς τους ενάγοντες να καταβληθεί το 65% της αξίας του τίτλου, ακολούθως πρότεινε τον Νοέμβριο του 2014 την καταβολή του 72%, εν συνεχεία την καταβολή του 77% και τέλος την καταβολή του 85%, ενώ προτάσεις προς τους επενδυτές, μεταξύ των οποίων είναι και οι ενάγοντες, υπέβαλε και η εκδότρια Τράπεζα και δη, όπως κατέθεσε και ο μάρτυράς της, η εκδότρια προέβη σε τρεις προσφορές στους κατόχους των επίμαχων ομολόγων, το 2012, το 2013 και το 2015 και συγκεκριμένα η πρώτη πρόταση της εκδότριας υποβλήθηκε την 2.3.2012 με πρόταση προαιρετικής εξαγοράς στο 37% της ονομαστικής αξίας τους, η δεύτερη πρόταση της εκδότριας υποβλήθηκε την 13.5.2013 με πρόταση προαιρετικής εξαγοράς στο 35% της ονομαστικής αξίας τους και, τέλος, την 15.10.2015 η εκδότρια προέβη σε δημόσια πρόσκληση προς όλους τους κατόχους των επίμαχων ομολογιών, σύμφωνα με την οποία η Τράπεζα Πειραιώς πρόσφερε αναφορικά με τους ανωτέρω τίτλους αόριστης διάρκειας ποσό που αντιστοιχεί στο 9% της ονομαστικής αξίας των τίτλων ή μετοχές, η αξία των οποίων αντιστοιχεί στο 50% της ονομαστικής αξίας των τίτλων, πρόσκληση που η ίδια (αναιρεσείουσα) γνωστοποίησε στον πρώτο ενάγοντα, πλην όμως αυτός αρνήθηκε ρητά την πρόταση εξαγοράς της εκδότριας, παρά το ότι η ίδια η εκδότρια γνώρισε στους επενδυτές ότι για άγνωστο χρονικό διάστημα δεν θα είχε τη δυνατότητα να ανακαλέσει το ομόλογο, καταβάλλοντος το 100% της ονομαστικής του αξίας και συνεπώς θα πρέπει, πλέον της μείωσης των 55.403,53 ευρώ, να μειωθεί η ζημία των εναγόντων κατά το ποσό των (149.000 Χ 85%) 96.850 ευρώ, άλλως κατά το ποσό των (149.000 Χ 65%) 96.850 ευρώ, που θα ελάμβαναν αν δέχονταν την πρώτη πρότασή της.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε συνέχεια των όσων ήδη προαναφέρθηκαν, απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Περαιτέρω, για την επέλευση της ζημίας τους δεν συνέτρεξε καμία συνυπαιτιότητα των εναγόντων, όπως κατ' ένσταση πρόβαλε η εναγόμενη τραπεζική εταιρία με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ισχυρισμό που αυτή επαναφέρει με ειδικό λόγο έφεσης, ο οποίος ναι μεν είναι νόμιμος (άρθρ. 300 ΑΚ), πλην όμως απορριπτέος κατ' ουσίαν, καθόσον αυτοί ως αποταμιευτές και επενδυτές χαμηλού ρίσκου στερούνταν παντελώς γνώσεων περί των ιδιοτήτων και του βαθμού ασφαλείας της επένδυσης σε τόσο ειδικά επενδυτικά προϊόντα, προχώρησαν δε στην απόκτηση του επίδικου ομολόγου κατόπιν επιλογής και προτροπής των προστηθέντων υπαλλήλων της αλλά και των διαβεβαιώσεων που τους δόθηκαν από τους τελευταίους περί της ασφάλειας του διατεθέντος κεφαλαίου τους και της σταθερής απόδοσης αυτού σε υψηλά επιτόκια.
Συνακόλουθα, ο σχετικός με τον ανωτέρω ισχυρισμό της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας τέταρτος λόγος της ένδικης έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος....".
Ήδη η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι με τις άνω παραδοχές το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 1, 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε σχέση με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 914 και 298 ΑΚ, κατά το μέρος που απέρριψε την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, ως προς την έκταση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες.
Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας προβλήθηκε η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, λόγω μη αποδοχής των προτάσεων της εκδότριας για αγορά του ομολόγου στο 37% ή στο 35% της ονομαστικής του αξίας και συγκεκριμένα ότι η τελευταία υπέβαλε προς τους επενδυτές τρεις προσφορές, η πρώτη των οποίων υποβλήθηκε την 2.3.2012 με πρόταση προαιρετικής εξαγοράς στο 37% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, η δεύτερη υποβλήθηκε την 13.5.2013 με πρόταση προαιρετικής εξαγοράς στο 35% της ονομαστικής αξίας τους και, τέλος, την 15.10.2015 προέβη σε δημόσια πρόσκληση, με την οποία πρόσφερε ποσό που αντιστοιχεί στο 9% της ονομαστικής αξίας τους ή μετοχές, η αξία των οποίων αντιστοιχεί στο 50% της ονομαστικής αξίας των τίτλων, πρόσκληση που η ίδια (αναιρεσείουσα) γνωστοποίησε στον πρώτο ενάγοντα, ο οποίος αρνήθηκε ρητά την πρόταση εξαγοράς της εκδότριας, πλην όμως η προσβαλλόμενη ουδόλως εξέτασε την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, υπό το πρίσμα της άνω ιστορικής βάσης (άρνηση των από 2.3.2012 και 13.5.2013 προτάσεων εξαγοράς του ομολόγου από την εκδότρια στο 37% και στο 35% της ονομαστικής του αξίας, αντιστοίχως), με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι με τις ελλιπείς αιτιολογίες του το Εφετείο κατέστησε τον αναιρετικό έλεγχο ουσιωδώς δυσχερή, καθώς δεν μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη η προσφορά των εν λόγω προτάσεων και η σαφής άρνηση των εναγόντων, ενώ για να είχε νόμιμη αιτιολογία θα έπρεπε να μνημονεύεται σ' αυτήν ότι οι εν λόγω προτάσεις δεν αποδείχθηκαν αληθείς ή αποδείχθηκαν αλλά οι ενάγοντες τις αντέκρουσαν δικαιολογημένα, ώστε να μη έχουν συμβάλει αιτιωδώς στην αιτηθείσα ζημία τους.
Τέλος, με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε γίνει δεκτό ότι η ως άνω ένσταση ελήφθη υπόψη και ορθώς απερρίφθη σιγή, το εφετείο υπέπεσε και στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 300 εδ. α ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 εδ.
α' ΑΚ, παρότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον, αρνούμενοι οι αναιρεσίβλητοι να αποδεχθούν την πρόταση για επαναγορά του ομολόγου, λαμβάνοντας ποσοστό 37%, άλλως 35%, της ονομαστικής αξίας του επενδυθέντος κεφαλαίου τους από την εκδότρια του ομολόγου, συνετέλεσαν οι ίδιοι, από δικό τους πταίσμα, στο ύψος της ζημίας τους, καθώς αν είχαν προβεί στην εξαγορά του θα είχαν αποτρέψει ισόποση ζημία τους και θα είχαν περισώσει το κεφάλαιο τους κατά ποσοστό 37%, ήτοι κατά το ποσό των 55.310 ευρώ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, διατυπώνονται αιτιάσεις της αναιρεσείουσας μόνον καθόσον αφορά τους ισχυρισμούς της περί θεμελίωσης της προβληθείσας από αυτήν ένστασης συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσιβλήτων αφενός στην μη αποδοχή από αυτούς της πρότασης της ιδίας για καταβολή του 85% της αξίας του ομολόγου και αφετέρου στη μη αποδοχή των προτάσεων της εκδότριας του τίτλου για αγορά του ομολόγου στο 37% ή στο 35% της ονομαστικής του αξίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθ' όλα τα σκέλη του, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα πρωτοδίκως στήριξε την προβληθείσα από αυτήν ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσιβλήτων μόνο στη μη αποδοχή από αυτούς της από 26.5.2015 προτάσεώς της για απόδοση του 65% της αξίας του ομολόγου, ζητώντας ρητά να μειωθεί η αποζημίωσή τους κατά το ποσό των (149.000 Χ 65%) 96.850 ευρώ.
Για πρώτη φορά με την έφεσή της έκανε λόγο για την πρόταση της ιδίας για καταβολή του 85% της αξίας του ομολόγου, όπως και για τις προτάσεις της εκδότριας του τίτλου για αγορά του ομολόγου στο 37% ή στο 35% της ονομαστικής του αξίας, χωρίς μάλιστα να συνδέει την αναφορά στις προτάσεις της εκδότριας του τίτλου με σχετικό αίτημα, αφού ρητά ζητούσε πλέον να μειωθεί η ζημία των εναγόντων κατά το ποσό των (149.000 Χ 85%) 126.650 ευρώ, άλλως κατά το ποσό των (149.000 Χ 65%) 96.850 ευρώ, που θα ελάμβαναν αν δέχονταν την πρώτη πρότασή της.
Επομένως, απαραδέκτως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός κατά τα άνω σκέλη το πρώτον με την έφεσή της, τη στιγμή που δεν συνέτρεχαν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες άλλωστε δεν επικαλείται και η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει το Εφετείο σε τέτοιο απαράδεκτο ισχυρισμό και ως εκ τούτου απαραδέκτως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις ανωτέρω από τους αριθ. 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, μη εξετάζοντας την προβληθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσιβλήτων, υπό το πρίσμα της άνω ιστορικής βάσης, δηλαδή την άρνηση των από 2.3.2012 και 13.5.2013 προτάσεων εξαγοράς του ομολόγου από την εκδότρια στο 37% και στο 35% της ονομαστικής του αξίας, αντιστοίχως, μη μνημονεύοντας τις άνω προτάσεις και μη εφαρμόζοντας, εν τέλει, τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, καίτοι αυτή ήταν εφαρμοστέα.
Καθόσον δε αφορά τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι αναιρεσίβλητοι ευθύνονται οι ίδιοι για την όποια ζημία υπέστησαν κατά 95%, διότι γνώριζαν πολύ καλά τους κινδύνους του ομολόγου, είχαν λάβει την ενημέρωση που έπρεπε και παρά ταύτα δεν προχώρησαν στην πώληση του τίτλου ούτε όταν διαπίστωσαν ότι μειωνόταν σημαντικά η τιμή του στη δευτερογενή αγορά, ούτε και αποδέχθηκαν την πρότασή της για απόδοση του 65% της αξίας του ομολόγου, και υπό την εκδοχή της επαναφοράς του, υπό την ως άνω ιστορική βάση του, με τον άνω λόγο εφέσεως, με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων στην επέλευση της ζημίας τους, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αφού, με βάση τις άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι ως αποταμιευτές και επενδυτές χαμηλού ρίσκου στερούνταν παντελώς γνώσεων περί των ιδιοτήτων και του βαθμού ασφαλείας της επένδυσης σε τόσο ειδικά επενδυτικά προϊόντα, προχώρησαν δε στην απόκτηση του επίδικου ομολόγου κατόπιν επιλογής και προτροπής των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, αλλά και των διαβεβαιώσεων που τους δόθηκαν από τους τελευταίους περί της ασφάλειας του διατεθέντος κεφαλαίου τους και της σταθερής απόδοσης αυτού σε υψηλά επιτόκια, δεν ήταν εφαρμοστέα η εν λόγω διάταξη.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο αυτός ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Νοεμβρίου 2021 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία", για αναίρεση της με αριθ. 347/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ