Supreme Court allows appeal against bank liquidation appeal dismissal, ruling it inadmissible due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court of Larissa's dismissal of a creditor's appeal in a bank liquidation case. The appellant argued the lower court incorrectly applied suspension rules for individual enforcement actions, failing to recognize the appellant's status as a creditor. The Court found the lower court erred in interpreting mandatory legal provisions regarding the suspension of enforcement measures during liquidation proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 145 of Law 4261/2014 and 25 of the Bankruptcy Code; The appeal must be declared inadmissible if the creditor's claim does not fall under the suspension of individual enforcement actions applicable to the liquidation, as the creditor lacks the requisite status to invoke such protections.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1261 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1261/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Α., κατοίκου Αμπελώνα Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσαρό και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκκαθαρίστριας της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2010 μη οριστική και 215/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 12-12-2019 (45/12-12-2019) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 167/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά την ταυτόσημη με το καταργηθέν άρθρο 68 του ν. 3601/2007, διάταξη του άρθρου 145 του ν. 4261/2014 "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2007 και του άρθρου 142 του παρόντος νόμου α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατό να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος...
δ) ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο. Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος... 2.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις της Πτωχευτικού Κώδικα...".
Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ταυτόσημης προς την παραπάνω, εξουσιοδότηση του άρθρου 68 παρ. 2 του ν. 3601/2007 απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στη Συνεδρίαση 21/2/4-11-2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2498/4-11-2011, ορίζεται ότι "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του αρθρ. 68 παρ. 2 ν. 3601/2007.
Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ, κατά τα λοιπά ισχύει, βεβαίως, η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα.
Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά, ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πτωχευτικού ιδρύματος. Τέλος, κατά τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κώδικα "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους.
Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις, κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεν κηρύσσονται σε πτώχευση, αλλά, μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή, αποκλειστικά, ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.
Λόγω του διαφορετικού σκοπού, ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθαρίσεως και της πτωχεύσεως, συνισταμένου, επί μεν της πρώτης στη, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής, ικανοποίηση, αποκλειστικώς δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών, ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφιστάμενων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στη, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού, αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης, κατά τα άρθρα 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 145 του ν. 4261/2014 μόνο των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα, οι οποίες δεν αντίκεινται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το ως άνω άρθρο, εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση του άρθρου 68 του ν. 3601/2007, εγκριθέντα κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ, η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτωχεύσεως, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά του οφειλέτη, προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση, εκδίκαση ένδικων μέσων κ.λ.π.), απαγγελλομένης της απόλυτης ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων.
Οι πιστωτές της εκκαθαρίσεως ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτωχεύσεως, όπως αυτοί ορίζονται στην επίσης εφαρμοζόμενη επί της εκκαθαρίσεως πιστωτικού ιδρύματος διάταξη του άρθρου 21 ΠτΚ και, επομένως, ως τέτοιοι (πιστωτές της εκκαθαρίσεως) θεωρούνται εκείνοι, που διατηρούν κατά το χρόνο θέσεως του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, υπαρκτή, γενόμενη, δικαστικά επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρείας, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες. Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη.
Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών, αντίστοιχου χαρακτήρας, αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται ως άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του ιδρύματος, ακόμη και αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.
Η άσκηση και η εκδίκαση ένδικων μέσων εκ μέρους των πιστωτών της εκκαθάρισης επί ενδίκως εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Η έναρξη και η συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. σε βάρος τραπεζικής εταιρείας αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αυτών, οφείλει να κηρύξει απαράδεκτη τη συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή διαδικασίας.
Κατά την ορθότερη άποψη, το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το άρθρο 25 του ΠτΚ, κηρύσσοντας απαράδεκτη είτε τη συνέχιση της διαδικασίας είτε τη συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων. (ΑΠ 348/2020).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.Α.Π. 10/2011, Α.Π. 486/2013, Α.Π. 486/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Α.Π. 1062/2014, Α.Π. 609/2013).
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 145 του ν. 4261/2014 (άρθρο 68 του ν. 3601/2006) και 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 215/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η διώκουσα την αναγνώριση ότι το υπ' αυτού (ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος) οφειλόμενο στην αρχικώς εναγομένη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "..." και ήδη τεθείσα υπό ειδική εκκαθάριση, που εκπροσωπείται από την ήδη αναιρεσίβλητη, ορισθείσα ως ειδική εκκαθαρίστρια, αγωγή, ποσό, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 καθώς και του άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ανέρχεται στο ποσό των 10.190,23 ευρώ και όχι στο ποσό των 181.259,50 ευρώ, το οποίο ζητούσε η ως άνω τράπεζα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε αναφορικά με το κρίσιμο και ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο ως άνω ζήτημα τα εξής: "Με την από 29-6-2007 (αριθμός κατάθεσης 443/29-6-2007) αγωγή του, ο ενάγων ιστορούσε ότι από το έτος 1977 και προς εξυπηρέτηση των αγροτικών δραστηριοτήτων του συνήψε με την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ......
τις λεπτομερώς αναφερόμενες συμβάσεις δανείων και πιστώσεων. Ότι, στις 29-4-2004 υπέβαλε αίτηση προς την εναγομένη για την υπαγωγή των οφειλών του στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004...Η εναγομένη με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2842/24-12-2004 έγγραφό της του απήντησε ότι οι οφειλές του από τις περισσότερες συμβάσεις δανείου έχουν εξοφληθεί μετά την υπαγωγή τους στον προηγούμενο νόμο, αλλά ότι παραμένουν ανεξόφλητες οφειλές του από άλλες συμβάσεις δανείου, συνολικού ύψους 181.259,50 ευρώ, όπως αυτές έχουν υπαχθεί στο άρθρο 30 του ν. 2789/2000, που τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 και 39 του ν. 3259/2004.
Ότι η εναγομένη παράνομα και καταχρηστικά συνυπολόγισε στην ως άνω οφειλή του και οφειλή από σύμβαση που έχει εξοφληθεί, επίσης συνυπολόγισε παράνομα στη διαμόρφωση της τελικής οφειλής τόκους τόκων, έξοδα και τόκους υπερημερίας κατά παράβαση του ν. 2789/2000, αλλά και δεν υπήγαγε το σύνολο της οφειλής του στο άρθρο 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004, αλλά προέβη σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής από τις συμβάσεις δανείου σύμφωνα με τη γενική πρώτη παράγραφο του ως άνω άρθρου...
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε ... να αναγνωριστεί ότι η συνολική οφειλή του προς την εναγομένη... ανέρχεται στο ποσό των 10.190, 23 ευρώ και όχι στο ποσό των 181.259,50 ευρώ... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη συνεκκαλούμενη υπ' αριθμ. 343/2010 μη οριστική απόφασή, αφού έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης..., προκειμένου να προσκομιστεί έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης...
και ακολούθως, με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 215/2014 οριστική απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή... Κατά της απόφασης αυτής και της συνεκκαλούμενης με αυτή παραπονούνται με τις... εφέσεις τους οι εκκαλούντες... Οι ανωτέρω εφέσεις ασκήθηκαν μετά την 27-7-2012 που ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εκκαλούσας της πρώτης έφεσης-εφεσίβλητης της δεύτερης έφεσης ...
και τέθηκε αυτή υπό ειδική εκκαθάριση... και ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής αυτής... Κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως ότι ο ενάγων δεν ανήκει στην ομάδα των πτωχευτικών πιστωτών της υπό ειδική εκκαθάριση εναγομένης..., αλλά αυτός έχει αξίωση από συμβάσεις δανείου προς αγρότη, η οποία δεν μεταβιβάστηκε στην τράπεζα Πειραιώς, αλλά παραμένει στην υπό εκκαθάριση εναγομένη..., συμπληρωματικά οι διατάξεις του πτωχευτικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και εκείνες των άρθρων 25, 179 και 181 περί αναστολής των ατομικών διώξεων...
Περαιτέρω, εφόσον οι ανωτέρω διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου και αφορούν στη δημόσια τάξη... οι υπό κρίση άνω εφέσεις πρέπει..., συνεκδικαζόμενες, να απορριφθούν ως απαράδεκτες...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, λανθασμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 145 του ν. 4261/2014 και 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, καθόσον απέρριψε την έφεση του ενάγοντος (αντί, σε κάθε περίπτωση, να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής), με την αιτιολογία ότι η καταγόμενη ένδικη διαφορά ενέπιπτε στην από τη διάταξη του άρθρου 25 του ΠτΚ (που, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμόζεται και στη, με τη διάταξη του άρθρου 145 του ν. 4261/2014, ρυθμιζόμενη ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος (στην οποία, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, έχει τεθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη), αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, η οποία, όμως, δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.
Και τούτο διότι ο ενάγων, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν έχει την ιδιότητα του πιστωτή της εκκαθαρίσεως, ώστε οι απαιτήσεις του να υπάγονται στην ανωτέρω αναστολή, αλλά έχει την ιδιότητα του οφειλέτη της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία και μόνον έχει χρηματική απαίτηση εναντίον του, τον περιορισμό μάλιστα της οποίας, δια της υπαγωγής στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, επιδιώκει με την ένδικη αγωγή.
Βάσιμος, εντεύθεν, τυγχάνει ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειάς του, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του νόμιμου αιτήματός του (άρθρο 106, 176, 183, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 167/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας, συγκροτούμενο από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ