Legislator Case Law & Legislation
1261/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award, ruling procedural grounds insufficient to overturn final judgment.

Case Number 1261/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Third Instance Court's final decision rejecting the plaintiff's claim for damages against the ICC. The appellant argued the lower court failed to examine the legality of the arbitration rule's confidentiality clause and incorrectly treated arbitrator confirmation as mandatory. The court held that the lower court provided sufficient reasoning to reject these arguments without violating substantive law or depriving the appellant of legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that an appeal against a final judgment is inadmissible if the lower court's decision contains sufficient and consistent reasoning to reject the appellant's substantive legal arguments regarding the interpretation of arbitration rules and the application of substantive law.

Keywords

AI generated
annulment appeal arbitration award sufficient reasoning confidentiality clause arbitrator confirmation substantive law legal basis

Cited Legislation

AI generated
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1261 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1261/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Γ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιφιγένεια Αγραφιώτη. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο" ή "ICC", το οποίο εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Τσέτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 598/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1672/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1672/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 24/4/2015 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 770.679 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην του εναγόμενου, η με αριθμό 598/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την δέχθηκε εν μέρει και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 675.679 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της άνω απόφασης άσκησε έφεση το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο και αντέφεση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 1672/2020 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού συνεκδίκασε τα ως άνω δικόγραφα, έκανε δεκτή την έφεση του εναγόμενου (ΚΠολΔ 528), εξαφάνισε την εκκαλούμενη και δικάζοντας επί της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ απέρριψε και την αντέφεση του ενάγοντος.

Κατά της απόφασης αυτής βάλλει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται:

α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, συνιστάμενη σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, β) η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και γ) να προκλήθηκε από αυτή θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.

Για να υπάρξει όμως δικαίωμα αποζημίωσης, σε περίπτωση προσβολής ατομικού συμφέροντος, απαιτείται η διάταξη που υπαίτια παραβιάστηκε να είναι, κατά το γράμμα της ή το σκοπό του νομοθέτη, προστατευτική του προσβαλλόμενου ατομικού συμφέροντος ή τουλάχιστον και αυτού.

Συνεπώς, η παράβαση διάταξης, που τέθηκε αποκλειστικά και μόνο για την προστασία του γενικού συμφέροντος δεν γεννά δικαίωμα αποζημίωσης, ούτε στην περίπτωση κατά την οποία με την εν λόγω διάταξη προστατεύεται εμμέσως και το θιγόμενο με την παράβαση ατομικό συμφέρον, το οποίο όμως δεν σκόπευε να προστατεύσει ο νομοθέτης (ΑΠ 900/2003, ΑΠ 508/2003).

Το αν με τις διατάξεις που απαγορεύουν ορισμένη συμπεριφορά προστατεύεται και ιδιωτικό συμφέρον, δεν είναι εκ των προτέρων και για πάντοτε δεδομένο, αλλά αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της διάταξης που παραβιάστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Από την ερμηνεία της προσβληθείσας διάταξης θα προκύψει ποια συμφέροντα προστατεύονται με αυτή και ποια η έκταση της προστασίας τους.

Χρήσιμη για την ερμηνεία αυτή είναι η θεωρία του σκοπού του κανόνα δικαίου, η οποία εξετάζει αν το συμφέρον που προσβλήθηκε περιλαμβάνεται στην προστατευτική σφαίρα της παραβιασθείσας διάταξης. Αν, δηλαδή, το αγαθό που προσβλήθηκε από ορισμένη ανθρώπινη συμπεριφορά εμπίπτει σε αυτά που είχε σκοπό να προστατεύσει η παραβιασθείσα διάταξη, το παράνομο της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι δεδομένο.

Είναι όμως δυνατόν να μην εμπίπτει το αγαθό που προσβλήθηκε στο πεδίο προστασίας, είτε γιατί το πρόσωπο του φορέα του προσβαλλόμενου αγαθού δεν προστατεύεται από τον κανόνα δικαίου, είτε γιατί ο κανόνας προστατεύει κατ' αρχήν το πρόσωπο αυτό αλλά σε σχέση με άλλο αγαθό του και όχι με εκείνο που προσβλήθηκε.

Οι ζημίες που βρίσκονται έξω από τον προστατευτικό σκοπό του κανόνα δικαίου, δεν νομιμοποιούν τον φορέα τους (ζημιωθέντα) να επικαλεσθεί τον κανόνα αυτόν που παραβιάστηκε (ΑΠ 656/2019, ΑΠ 698/2017). Περαιτέρω, με την παρ. 3 Α του άρθρου 6 του ν. 3086/2002, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 4110/2013 (ΦΕΚ Α 17/23.1.2013) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 103 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013), ορίζεται ότι "3Α.

Σε εθνικές και διεθνείς διαιτησίες οι οποίες αφορούν συμβάσεις που καταρτίζονται με το Δημόσιο ή με κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που συγκροτούνται και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος, διαιτητής, από πλευράς Δημοσίου, ορίζεται μόνο ανώτατος δικαστικός λειτουργός ή ανώτατος λειτουργός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή καθηγητής Ανώτατης Σχολής ή δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω".

Ας σημειωθεί ότι αρχικά η ως άνω παρ. 3Α του άρθρου 6 ν. 3086/2002, όταν προστέθηκε με το άρθρο 16 παρ. 2 ν. 4110/2013, είχε ως εξής: "3Α. Σε εθνικές και διεθνείς διαιτησίες οι οποίες αφορούν συμβάσεις που καταρτίζονται με το Δημόσιο ή με κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που συγκροτούνται και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος, διαιτητής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ή του κρατικού νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ορίζεται εν ενεργεία λειτουργός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων [2/3) των παριστάμενων μελών της Ολομέλειας, διαιτητής ορίζεται επίτιμος λειτουργός του Ν.Σ.Κ.. Πρόσωπο μη λειτουργός του Ν.Σ.Κ. μπορεί να διοριστεί διαιτητής μόνον εφόσον αυτό επιβάλλεται από τη φύση της υπό κρίση διαφοράς και προβλέπεται ρητά στη σχετική ρήτρα διαιτησίας, η οποία πρέπει, σε αυτήν την περίπτωση, να προσυπογράφεται από τον Υπουργό Οικονομικών".

Σύμφωνα με την ΑιτΕκθ ν. 4110/2013 το σύνολο της ρύθμισης του άρθρου 16 παρ. 2 ν. 4110/2013, με την οποία καθίστατο, αρχικά, υποχρεωτικός ο διορισμός μέλους του ΝΣΚ ως διαιτητή στις υποθέσεις, στις οποίες συμμετέχει ως διάδικος το Δημόσιο, υπαγορευόταν "για την ελάχιστη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου". Αυτός ήταν ο σκοπός του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου και ειδικότερα η προστασία του συμφέροντος του ελληνικού δημοσίου να διορίζει διαιτητές δυνάμενους να το εκπροσωπήσουν κατά τον καλύτερο, κατά τεκμήριο, δυνατό τρόπο και όχι η προστασία ατομικών δικαιωμάτων με την γένεση αξίωσης στα δυνάμενα να διοριστούν ως διαιτητές του ελληνικού δημοσίου οριζόμενα πρόσωπα.

Κατά συνέπεια, ο προταθείς, αλλά μη διορισθείς ως διαιτητής εκ μέρους του ελληνικού δημοσίου δεν εμπίπτει στην προστατευτική σφαίρα της ως άνω διάταξης και δεν προστατεύεται άμεσα από αυτήν, η ζημία δε που τυχόν προκλήθηκε σε αυτόν βρίσκεται έξω από τον προστατευτικό σκοπό του κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν νομιμοποιείται ο φορέας της (ζημιωθείς) να επικαλεσθεί.

Αυτός, εφόσον δεν είναι ο φορέας του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε άμεσα με την παράνομη και υπαίτια παραβίαση της άνω διάταξης, δεν προσβάλλεται άμεσα στα προστατευόμενα συμφέροντά του, τυχόν δε αντανακλαστικές δυσμενείς επιπτώσεις στην περιουσία του ως έμμεσα ζημιωθέντος, δεν του παρέχουν αξίωση αποζημίωσης.

Τέλος, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη (ΟλΑΠ 10/2011). Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του Δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 14/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της από 24/4/2015 ένδικης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι, δυνάμει της από 25-4-2013 γνωμοδότησης της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ), που εγκρίθηκε από τους Υπουργούς Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών, διορίστηκε ο ίδιος (ενάγων), ο οποίος τότε ήταν Πρόεδρος του ΝΣΚ, διαιτητής του Ελληνικού Δημοσίου στη διαδικασία διεθνούς διαιτησίας που άρχισε με την από 11-1-2013 αίτηση των αναφερόμενων ημεδαπής και αλλοδαπών εταιρειών (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) μεταξύ αυτών και του Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη).

Ότι, με διαιτητική ρήτρα στην εκτελεστική συμφωνία των ως άνω συμβάσεων, η οποία κυρώθηκε με το νόμο 3885/2010, συμφωνήθηκε ότι η επίλυση των διαφορών, που τυχόν θα προκύψουν από τις συμβάσεις αυτές, θα γίνεται με διαδικασίες διαιτησίας, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του εναγόμενου Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα με τη διαιτητική αυτή ρήτρα.

Ότι, μετά τον ως άνω διορισμό του και την υποβολή εκ μέρους του δήλωσης αποδοχής και διαθεσιμότητας, το εναγόμενο του γνωστοποίησε, με επιστολή του στις 27-6-2013, ότι το όργανό του με την επωνυμία "Διεθνές Δικαστήριο Διαιτησίας" (ΔΔΔ) αποφάσισε να μην τον επιβεβαιώσει ως διαιτητή και ότι, παρά τις διαμαρτυρίες του, το εναγόμενο ενέμεινε στην απόφασή του αυτή αρνούμενο να του παράσχει επαρκή αιτιολογία.

Ότι, η απόφαση αυτή του οργάνου του εναγόμενου είναι παράνομη, διότι: α) αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3Α ν. 3086/2002, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, β) παραβιάζει την εφαρμοστέα εν προκειμένω διαιτητική ρήτρα, η οποία δεν επέτρεπε την ανάμιξή του εναγόμενου στο διορισμό του ενάγοντος ως διαιτητή, και γ) ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος, καθόσον αντιβαίνει στην καλή πίστη και την προηγούμενη πάγια τακτική του ίδιου του εναγόμενου, το οποίο σε αντίστοιχες υποθέσεις δεν είχε αμφισβητήσει τη συμμετοχή μελών του ΝΣΚ, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ως διαιτητών του Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι, από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των οργάνων του εναγόμενου νομικού προσώπου, ο ενάγων υπέστη, αφενός μεν την περιγραφόμενη στην αγωγή υλική ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια της αμοιβής που θα ελάμβανε εάν εκτελούσε τα χρέη διαιτητού για τα οποία διορίστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και η οποία ανέρχεται στο ποσό των 670,679 ευρώ, αφετέρου δε ηθική βλάβη, λόγω της μείωσης του κύρους του ως νομικού και της αμφισβήτησης, εκ μέρους του εναγόμενου, της αμεροληψίας του ως διαιτητή, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση ποσού 100.000 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά την παραδεκτή τροπή του αιτήματος της αγωγής του σε έντοκο αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 770.679 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστεί αυτό στα δικαστικά του έξοδα.

Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως λόγω της ερημοδικίας του εναγόμενου. Το Εφετείο, που επιλήφθηκε της υπόθεσης μετά την άσκηση έφεσης και αντέφεσης από εναγόμενο και ενάγοντα αντίστοιχα, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, απέρριψε ως μη νόμιμη την υπό στοιχείο α' βάση της αγωγής, ότι δηλαδή η συμπεριφορά του εναγόμενου είναι παράνομη γιατί αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3Α ν. 3086/2002, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4139/2013, με την εξής αιτιολογία: "Ωστόσο, η διάταξη αυτή, με την οποία προβλέφθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να ορίζει ως διαιτητή σε εθνικές και διεθνείς διαιτησίες μόνον ανώτατο δικαστικό λειτουργό ή ανώτατο λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή καθηγητή ανώτατης σχολής ή δικηγόρο παρ' Αρείω Πάγω, δεν απονέμει δικαιώματα σε ιδιώτες, η προστασία των οποίων δεν εμπίπτει στον προστατευτικό της σκοπό....

Κατά συνέπεια, ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η περιγραφόμενη στην ένδικη αγωγή αποτελεί παραβίαση της υπόψη διάταξης, όσον αφορά αυτή ο ενάγων, μη εμπίπτων στο προστατευτικό σκοπό της, δεν είναι άμεσα ζημιωθείς και ως εκ τούτου δεν έχει αξίωση αποζημίωσης..., Επομένως, όσον αφορά την επικαλούμενη υπαίτια παραβίαση της διάταξης αυτής από το εναγόμενο και την συνεπεία αυτής πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα η ασκουμένη αξίωση είναι μη νόμιμη και απορριπτέα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και με σαφή αιτιολογία απέρριψε την αγωγή κατά την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στην εν λόγω διάταξη βάση της, καθώς η διάταξη αυτή δεν είναι ούτε κατά το γράμμα της ούτε κατά τον σκοπό του νομοθέτη προστατευτική του ατομικού συμφέροντος του διορισθέντος διαιτητή ή τουλάχιστον και αυτού, σύμφωνα και με όσα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν, αλλά τέθηκε αποκλειστικά και μόνο για την προστασία του συμφέροντος του ελληνικού δημοσίου να διορίζει διαιτητές άτομα που θα μπορούν να το υπερασπιστούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Επομένως, η παραβίαση της εν λόγω διάταξης δεν γεννά δικαίωμα αποζημίωσης, ούτε στην περίπτωση κατά την οποία με αυτήν θίγεται εμμέσως και το ατομικό συμφέρον του ενάγοντος, το οποίο όμως δεν είχε σκοπό να προστατεύσει ο νομοθέτης. Περαιτέρω και όσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο θεώρησε ανεφάρμοστη την εν λόγω διάταξη επειδή έκρινε ότι υπερισχύει ο κανονισμός του εναγόμενου, είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται όχι για το λόγο που επικαλείται ο αναιρεσείων αλλά επειδή έχει θεσπιστεί για την προστασία του δημόσιου και όχι ατομικού συμφέροντος.

Τα όσα δε περιλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της απόφασης περί λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των Νομικών Συμβούλων του Κράτους καθώς και οι αναλύσεις των άρθρων 100Α, 88 παρ. 2 και 5 και 90 παρ. 5 του Συντάγματος δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον δεν συνέχονται με τον λόγο απόρριψης της ως άνω νομικής βάσης της αγωγής του αναιρεσείοντος, αφού το Εφετείο τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν υπήγαγε στις εν λόγω διατάξεις.

Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων παραπονείται για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 3Α του ν. 3086/2002, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 838/2019.

ΑΠ 1410/2017). Επομένως, ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης της ως άνω διάταξης του άρθρου 6 παρ. 3Α του ν. 3086/2002, λόγω απόρριψης της προαναφερόμενης βάσης της αγωγής με ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε, κατά το μέρος αυτό, στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αρ. 1 εδάφ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 159172014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ` αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 124/2021, ΑΠ 1657/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 1β (κατ' εκτίμηση, και όχι εκ του αριθμού 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας και της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 Συντάγματος), όσον αφορά την απόρριψη της πρώτης βάσης της αγωγής του.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τα διδάγματα κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία η άσκηση έργου διαιτητή συνεπάγεται την καταβολή αμοιβής με αποτέλεσμα να έρθει σε ευθεία αντίθεση και με την αρχή της ισότητας, καθώς οι διαιτητές που διορίζονται από το αναιρεσίβλητο και τους αντιδίκους του Δημοσίου έχουν αξίωση προς καταβολή της αμοιβής τους και κατ' επέκταση αξίωση προς καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση που στερηθούν παράνομα την αμοιβή αυτή, ενώ ο διαιτητής του Δημοσίου δεν έχει αντίστοιχο δικαίωμα.

Ωστόσο, τα επικαλούμενα ως άνω διδάγματα της κοινής πείρας δεν μπορούν να οδηγήσουν στην αποδοχή αντίθετης νομικής παραδοχής, αφού δικαιολογούν την αξίωση καταβολής αμοιβής σε περίπτωση εκτέλεσης, πράγματι, έργου διαιτητή από εκείνον που ορίστηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου, όχι όμως και την αξίωση να είναι κάποιος διαιτητής ή ακόμη, να λάβει αμοιβή χωρίς να εκτελέσει τα εν λόγω καθήκοντα.

Ούτε, επίσης, παραβίαση της αρχής της ισότητας συνάγεται από την απόρριψη ως μη νόμιμης της ως άνω βάσης της αγωγής, καθόσον τα εκ μέρους του αναιρεσείοντος επικαλούμενα στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το αν δικαιούνται ή όχι αμοιβής ή αποζημίωσης οι διοριζόμενοι από το αναιρεσίβλητο ή από τους αντίδικους του Δημοσίου διαιτητές εξαρτάται ομοίως, από την εκτέλεση ή μη έργου διαιτητή αλλά και, από τις εφαρμοστέες, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, διατάξεις.

Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

Ο θεσμός της διεθνούς διαιτησίας, είναι διφυής, με την έννοια ότι ρυθμίζεται από διατάξεις δικονομικού, αλλά και ουσιαστικού δικαίου, με προέχοντα πάντως το δικονομικό χαρακτήρα της διαιτησίας (ΑΠ 329/1977), αφού κύριο γνώρισμά της αποτελεί η άσκηση δικαιοδοτικού έργου. Κατά τη δικαιοδοτική θεωρία, που είναι σήμερα η περισσότερο αποδεκτή, η διαιτησία έχει συμβατική αφετηρία και δικαιοδοτικό τέλος.

Έτσι κυρίαρχος είναι ο συμβατικός χαρακτήρας της ίδιας της συμφωνίας για τη διαιτησία, ο οποίος μειώνεται όσο η διαιτησία οδηγείται προς την απόφαση, που αποτελεί καθαρά δικαιοδοτική λειτουργία προς επίλυση ιδιωτικών διαφορών. Όμως οι υπαγόμενες στη διαιτησία διαφορές δεν επιλύονται από πολιτειακά όργανα, έστω και αν ως διαιτητές ορίστηκαν δικαστικοί λειτουργοί, γι' αυτό και οι σχέσεις μεταξύ των μερών, αλλά και μεταξύ αυτών και των διαιτητών, δεν εκδηλώνονται σε περιβάλλον δημόσιου δικαίου (ΑΠ 1219/2014).

Κατά το άρθρο 1 του ν. 2735/1999, οι διατάξεις του εφαρμόζονται στη διεθνή εμπορική διαιτησία, της οποίας ο τόπος βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια, είναι δε διεθνής η διαιτησία όταν, εκτός άλλων περιπτώσεων, τα μέρη έχουν, κατά τη σύναψη της συμφωνίας διαιτησίας, την εγκατάστασή τους σε διαφορετικά κράτη.

Κατά το άρθρο 19§1 του ίδιου νόμου και με την επιφύλαξη αντίθετων διατάξεών του, τα μέρη, με συμφωνία τους, καθορίζουν ελεύθερα τη διαιτητική διαδικασία, ενώ και κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 2 περ.(ε) του αυτού νόμου, όπου ο νόμος αυτός αναφέρεται σε συμφωνία των μερών ή στη δυνατότητά τους να προσέλθουν σε συμφωνία, η σχετική αναφορά εκτείνεται και στους κανόνες διαιτησίας που περιλαμβάνονται στη συμφωνία.

Συνεπώς τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν ότι η διαιτησία θα διεξαχθεί κατά τον Κανονισμό Διαιτησίας (Rules of Arbitration) του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου (ΔΔΔ), που αποτελεί μέρος του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου-ΔΕΕ (International Chamber of Commerce-ICC), δηλαδή κατά θεσμοποιημένη διαιτησία (ΑΠ 102/2012). Το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι ονομάζεται "Δικαστήριο", δεν είναι δικαστικό όργανο και δεν λαμβάνει αποφάσεις για τις ουσιαστικές πτυχές των επίμαχων θεμάτων.

Σύμφωνα με το καταστατικό του, ο κύριος ρόλος του είναι να παρέχει εποπτεία των διαδικασιών διαιτησίας σύμφωνα με τους κανόνες διαιτησίας του ICC. Δεν επιλύει, δηλαδή, την υποκείμενη ουσιαστική διαφορά μεταξύ των μερών ούτε ενεργεί ως διαιτητής, αλλά, αντ' αυτού, διαχειρίζεται διαδικασίες που διεξάγονται και αποφασίζονται από μεμονωμένους διαιτητές.

Στο έργο του αυτό επικουρείται από τη Γραμματεία του ICC. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6§1 του Κανονισμού Διαιτησίας του ΔΕΕ, εφόσον τα μέρη έχουν συμφωνήσει στην υποβολή διαφοράς σε διαιτησία κατά τον Κανονισμό αυτό, θεωρείται ότι έχουν ipso facto υπαχθεί στον Κανονισμό, όπως ισχύει κατά την ημέρα έναρξης της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν συμφώνησαν στην εφαρμογή του Κανονισμού, όπως ίσχυε κατά την ημέρα κατάρτισης της διαιτητικής συμφωνίας τους.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 του Κανονισμού του ΔΔΔ του 2012, που ισχύει εν προκειμένω, κάθε διαιτητής οφείλει να είναι και να παραμένει αμερόληπτος και ανεξάρτητος έναντι των εμπλεκόμενων στη διαιτητική διαδικασία μερών, πριν δε από τον διορισμό ή την επιβεβαίωση κάθε υποψήφιος διαιτητής υπογράφει μια δήλωση αποδοχής διαθεσιμότητας, αμεροληψίας και ανεξαρτησίας στη γραμματεία, γνωστοποιώντας εγγράφως τυχόν γεγονότα ή περιστατικά ικανά να θεμελιώσουν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία του στα μάτια των μερών, καθώς και κάθε περίσταση που θα μπορούσε να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του, η δε γραμματεία παρέχει τις πληροφορίες αυτές στα μέρη εγγράφως και ορίζει την προθεσμία υποβολής των τυχόν παρατηρήσεών τους (παρ. 2).

Ο χρόνος αυτός υποβολής της ως άνω δήλωσης είναι κρίσιμος διότι κατ' αυτόν δηλώνονται στοιχεία συνδεόμενα με τον έλεγχο αμεροληψίας και ανεξαρτησίας, με βάση τα οποία τα μέρη υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, το δε Δικαστήριο προβαίνει στην επιβεβαίωση ή μη του υποψήφιου διαιτητή. Κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου 11 οι αποφάσεις του Δικαστηρίου ως προς το διορισμό, την επιβεβαίωση, την εξαίρεση ή την αντικατάσταση ενός διαιτητή είναι οριστικές και οι λόγοι των αποφάσεων αυτών δεν κοινοποιούνται.

Αποδεχόμενοι την αποστολή τους, οι διαιτητές αναλαμβάνουν την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον Κανονισμό (παρ. 5), εφόσον δε τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, το διαιτητικό δικαστήριο συγκροτείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, τα μέρη που συμφωνούν ρήτρα διαιτησίας με βάση τους Κανόνες Διαιτησίας του ICC αναθέτουν στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, και την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με τους διαιτητές, όπως το διορισμό ή την αντικατάσταση αυτών, η επιβεβαίωση δε ή μη του προτεινόμενου υποψήφιου διαιτητή από το ΔΔΔ, δυνατότητα που παρέχεται σ' αυτό από τον Κανονισμό του, εντάσσεται στην διακριτική του ευχέρεια και δεν συνιστά παράνομη πράξη.

Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί, η νομοθετική κύρωση διοικητικής σύμβασης, η οποία είναι επιβεβλημένη όταν η σύμβαση περιέχει διατάξεις που δημιουργούν υποχρεώσεις για τους τρίτους ή όταν η κύρωση είναι αναγκαία για την έγκυρη συμβατική δέσμευση του Δημοσίου από τα όργανά του που ενήργησαν σχετικώς, δεν προσδίδει στη σύμβαση την ισχύ κανόνα εξ αντικειμένου δικαίου έναντι των συμβαλλομένων μερών, ούτε αλλοιώνει τον συμβατικό χαρακτήρα της πράξης, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί την αποκλειστική πηγή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων.

Τα αυτά ισχύουν και στις περιπτώσεις που ο νόμος δεν περιορίζεται στην κύρωση της σύμβασης, αλλά, προκειμένου ιδίως να ισχυροποιήσει τους συμβατικούς όρους, το περιεχόμενο των οποίων τυχόν αντιτίθεται προς την ισχύουσα κατά τον χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης νομοθεσία, ορίζει, περαιτέρω, ότι οι όροι της σύμβασης αποκτούν ισχύ νόμου.

Και τούτο, διότι με την προσθήκη αυτή δεν δημιουργούνται, από την εξεταζόμενη άποψη, και άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες τις οποίες προκαλεί η νομοθετική κύρωση της σύμβασης (ΣτΕ 21/2019, ΣτΕ 880/2016,, ΣτΕολομ 1947/1955, ΑΠ 879/2004, ΑΠ 1025/1990, Α. Τάχος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, 9η έκδοση, 2008, παρ. 63, σελ. 373, σχετικά βλ.

και Κεραμεύς, Κ., Όροι τροποποιήσεως διοικητικής συμβάσεως κυρωθείσης δια νόμου, ΕΔΔΔ/1977, σ. 263 επ. όπου και βιβλιογραφία, αλλά και Φλογαΐτης, Σ., Η διοικητική σύμβαση, Έννοια και φύση, Α. Σάκκουλας 1991). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, και Ολ. ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, όταν υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 80/2004, ΑΠ 557/2004). Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.

ΑΠ 26/2004, ΑΠ 56/2011, ΑΠ 1183/2007). Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1189/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 441/2015). Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται.

Αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ` άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εφόσον απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 232/2020, ΑΠ1089/2019, ΑΠ1556/2018, ΑΠ 1005/2014, ΑΠ 823/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως αποδειχθέντα, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος σε σχέση με την δεύτερη βάση της αγωγής (παραβίαση της εφαρμοστέας διαιτητικής ρήτρας) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το ν. 3885/2010 κυρώθηκαν και απέκτησαν ισχύ νόμου η εκτελεστική συμφωνία και οι περιεχόμενες σε αυτή συμβάσεις των προγραμμάτων κατασκευής υποβρυχίων "Αρχιμήδης" και "Ποσειδών II" μεταξύ αφενός μεν του Ελληνικού Δημοσίου (ΕΔ) και αφετέρου των εταιρειών "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ" (ΕΝΑΕ), "HOWALDEUTSCHE WERFT GmbH" (HDW), "ABU DABI MAR LLC" (ADM) και "THYSSEN KRUPP SYSTEMS AG".

Στο κεφ. Στ' (F) παρ. 12 της ως άνω εκτελεστικής συμφωνίας συμφωνήθηκε ότι "Οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει από ή συνδέεται με την Συμφωνία θα επιλύεται με διαδικασίες διαιτησίας στην Αθήνα, Ελλάδα, η οποία θα διεξάγεται στην Ελληνική ή Αγγλική γλώσσα από τρεις (3) διαιτητές, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου.

Το ΕΔ θα διορίζει τον ένα διαιτητή και οι ΕΝΑΕ, HDW και ADM θα διορίζουν από κοινού τον άλλο διαιτητή, ενώ ο τρίτος διαιτητής (επιδιαιτητής) που θα ενεργεί ως πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου, θα επιλέγεται από τους δύο διαιτητές, που θα διορίζονται από ή για λογαριασμό των συμβαλλομένων μερών της ΕΣ. Εάν αυτός/ή δεν επιλεγεί από τους δύο διαιτητές εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία διορισμού του τελευταίου εκ των διορισθέντων από τα Συμβαλλόμενα Μέρη της ΕΣ διαιτητών, θα διορίζεται σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου.

Ρητώς διευκρινίζεται ότι οι διαιτητικές ρήτρες των Συμβάσεων 012Β/00 και 021Β/02 θα εφαρμόζονται για όλες τις διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους". Ακολούθως οι ως άνω εταιρείες "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ", "PRIVINVEST HOLDINGS SAL", "PRIVINVEST SHIPBUILDING SAL (HOLDING)" και "HORN - BETEILUNGS GMBH" με την από 11-1-2013 αίτηση για διαιτησία, που κατέθεσαν στις 14-1-2013 στο ήδη εναγόμενο ΔΕΕ, η οποία έλαβε αριθμό 18675/ΟΖ/ΜΗΜ και στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου ζήτησαν, κατά την προδιαληφθείσα διάταξη της παρ. 12 του κεφαλαίου Στ' (F) της Εκτελεστικής Συμφωνίας, την επίλυση των διαφορών που προέκυψαν κατά την εκτέλεση αυτής.

Η γραμματεία του ήδη εναγόμενου κοινοποίησε στο Ελληνικό Δημόσιο την παραλαβή της αίτησης και του απέστειλε αντίγραφο αυτής προκειμένου να απαντήσει. Εν όψει τούτου και με βάση την ως άνω αίτηση η Ολομέλεια του ΝΣΚ κατά τη συνεδρίαση 235/25-4-2013, κατ' ακριβή αντιγραφή από το 1918/25-4-2013 πρακτικό του, "γνωμοδότησε ομόφωνα, υπέρ του διορισμού ως διαιτητή του Ελληνικού Δημοσίου για την επίλυση της αναφερόμενης στην από 11.01.2013 αίτηση ...

του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Φ. Γ.". Η απόφαση αυτή εγκρίθηκε από τους Υπουργούς Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών στις 8 και 9 Μαΐου 2013 αντίστοιχα. Στη συνέχεια με την από 10-5-2013 επιστολή του γραφείου νομικού συμβούλου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους το Ελληνικό Δημόσιο απάντησε στη γραμματεία του εναγομένου ως εξής: "Σε απάντηση της επιστολής σας με ημερομηνία 30 Απριλίου 2013 και το αίτημά σας για υπόδειξη διαιτητή, το καθ' ου η αίτηση υποδεικνύει ως διαιτητή τον Φ.

Γ. με τα ακόλουθα στοιχεία επαφής ..". Η γραμματεία του ήδη εναγομένου ΔΕΕ με την από 15-5-2013 επιστολή της παρείχε στα μέρη της διαιτησίας τις πληροφορίες της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων και τα στοιχεία των συνδιαιτητών που υποδείχθηκαν από τα μέρη. Στις 15-5-2013 οι αιτούντες επιφυλάχθηκαν του δικαιώματός τους για "επίσημη αίτηση εξαίρεσης του διορισμού" του ήδη ενάγοντος.

Μετά ταύτα και πριν τον διορισμό ή την επιβεβαίωσή του ο ήδη ενάγων υπέβαλε στη γραμματεία του ήδη εναγομένου την προσκομιζόμενη από 21-5-2013 "Δήλωση Αποδοχής, Διαθεσιμότητας, Αμεροληψίας και Ανεξαρτησίας Διαιτητή [που διορίζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαιτησίας] ΔΕΕ" χωρίς επιφυλάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κανονισμού, με την οποία αποδέχθηκε να ενεργήσει ως διαιτητής σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαιτησίας του ΔΕΕ του 2012, επιβεβαίωσε τη διαθεσιμότητά του και δη ότι μπορεί να αφιερώσει τον αναγκαίο χρόνο για να διεξάγει τη διαιτησία επιμελώς, αποτελεσματικά και σύμφωνα με τις προθεσμίες του Κανονισμού, δήλωσε την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα ως προέδρου του Ν.Σ.Κ.

και τις εκκρεμείς υποθέσεις στις οποίες εμπλέκεται και επιπροσθέτως γνωστοποίησε ότι η θητεία της προεδρίας και γενικά της ιδιότητάς του ως μέλους του Ν.Σ.Κ. τελειώνει στις 30-6-2013. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα σε νόμιμη μετάφραση πρακτικά της Συνεδρίασης του Δικαστηρίου του ΔΕΕ της 27-6-2013, στις 27-5-2013 οι αιτούντες προέβαλαν ένσταση σχετικά με την επικύρωση του ήδη ενάγοντος ως διαιτητή και στις 31-5-2013 κατέθεσαν τις λεπτομερείς ενστάσεις τους, επικαλούμενοι έλλειψη ανεξαρτησίας και (αντικειμενικής) αμεροληψίας αυτού για τους εκτιθέμενους λόγους.

Πιο συγκεκριμένα, οι αιτούντες, κατ' ακριβή αντιγραφή από τα ως άνω πρακτικά, "Σχετικά με την υποτιθέμενη έλλειψη ανεξαρτησίας του κ. Γ.,.... ισχυρίζονται ότι: - Είναι ο νυν Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Ελληνικού Κράτους, - Σύμφωνα με το Άρθρο 100 του Ελληνικού Συντάγματος, το Νομικό Συμβούλιο του ... Κράτους είναι το κυβερνητικό όργανο που είναι επιφορτισμένο με τη δικαστική εκπροσώπηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (i.e. του Καθ' ου), - Ο καθ' ου διόρισε ως διαιτητή το συνήγορό του, - Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους υπάγεται άμεσα στο Υπουργείο Οικονομικών, - Ο κ.

Γ. είναι ιεραρχικά ανώτερος του .... i.e. συνηγόρων του Καθ' ου, - Ο κ. Γ. εισπράττει το μισθό του, που καταβάλλεται από τον Καθ' ου, - Υπάρχει μία στενή και άμεση επαγγελματική και οικονομική σχέση μεταξύ του κ. Γ. και των συνηγόρων του Καθ' ου που είναι υφιστάμενοί του. Σχετικά με την επικαλούμενη έλλειψη αμεροληψίας του κ.

Γ. οι Αιτούντες ισχυρίζονται ότι: - Η μη αποκάλυψη των παραπάνω γεγονότων και περιστάσεων προκαλεί εύλογες αμφιβολίες σχετικά με την αμεροληψία του, - Το απόρρητο των συζητήσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου θα μπορούσε επίσης να διακυβευθεί μέσω της μονομερούς επικοινωνίας του... με τους συνηγόρους του Καθ' ου, - Ολόκληρη η καριέρα του κ.

Γ. έχει αφιερωθεί στην προάσπιση των συμφερόντων του Καθ' ου.

Συνεπώς το γεγονός ότι η θητεία του αξιώματος του κ. Γ. λήγει στις 30 Ιουνίου 2013, δεν θα πρέπει να επηρεάσει την ισχύ των συγκεκριμένων ενστάσεων." Οι αιτούντες ισχυρίστηκαν, επίσης, καταλήγοντας ότι "η συμμετοχή" του ήδη ενάγοντος "ως μέλους του Διαιτητικού Δικαστηρίου θα θέσει σε αμφισβήτηση τόσο το κύρος όσο και την εκτελεστότητα της Τελικής Διαιτητικής Απόφασης".

Με βάση όλα τα ανωτέρω ζήτησαν από το Δικαστήριο "να προστατέψει το συμφέρον αμφοτέρων των μερών να ακουστούν από ένα Διαιτητικό Δικαστήριο που έχει συσταθεί δεόντως και να αποφασίσει να μην επικυρώσει τον κ. Γ. να δράσει ως διαιτητής στο εν λόγω ζήτημα". Σχετικά ενημερώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 14-6-2013, ισχυριζόμενο ότι οι ενστάσεις των αντιδίκων του είναι απαράδεκτες, πρωτίστως διότι η διαιτητική ρήτρα προβλέπει το διορισμό διαιτητή και όχι απλή πρόταση προς επικύρωση από το Δικαστήριο και ότι κατά τη διαιτητική αυτή ρήτρα κανένα μέρος δεν μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του διαιτητή που έχει διοριστεί από το άλλο, άλλως είναι νόμω αβάσιμες διότι, κατ' άρθρ. 6 παρ. 3 α ν. 3086/2002, διαιτητής από πλευράς του Ελληνικού Δημοσίου ορίζεται μόνον ανώτατος δικαστικός λειτουργός ή ανώτατος λειτουργός του Ν.Σ.Κ.

ή καθηγητής ανώτατης σχολής ή δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, δηλαδή πρόσωπα που πληρώνονται από αυτό, αλλά και ουσία αβάσιμες, διότι η Κόκκινη Λίστα των Κατευθυντηρίων Οδηγιών του ΙΒΑ, από την οποία δεν μπορούν να παραιτηθούν τα μέρη, δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε διαφορές που αφορούν Κράτη και στο ρόλο των δημοσίων υπαλλήλων, η Κόκκινη Λίστα των αυτών Κατευθυντηρίων Οδηγιών, για την οποία χωρεί παραίτηση των μερών, επηρρεάζουν την αμεροληψία και όχι την ανεξαρτησία των διαιτητών, τα μέλη του Ν.Σ.Κ.

δεν υπάγονται ιεραρχικά στις διοικητικές αρχές, αλλ' αποτελεί επιστημονικό σώμα που απολαμβάνει λειτουργική ανεξαρτησία και αυτονομία. Μετά ταύτα το ΔΔΔ κατά την προαναφερόμενη συνεδρίασή του της 27-6-2013 αποφάσισε, κατόπιν σχετικής όμοιας πρότασης της γραμματείας του ήδη εναγομένου, να μην επικυρώσει τον ενάγοντα ως διαιτητή του Ελληνικού Δημοσίου για τους λόγους που αναφέρονται στο άνω πρακτικό, την απόφασή του δε αυτή τη γνωστοποίησε με τις υπό την αυτή ημερομηνία επιστολές του τόσο στους νομικούς παραστάτες των μερών της διαιτησίας, όσο και στον ήδη ενάγοντα, κατ' άρθρ. 13(1) του Κανονισμού του 2012, κάλεσε δε το Ελληνικό Δημόσιο να ορίσει νέο διαιτητή εντός προθεσμίας 15 ημερών από την παραλαβή της άνω επιστολής.

Ο ενάγων αντέδρασε άμεσα στην ως άνω γνωστοποίηση για μη επιβεβαίωσή του και με την από 2-7-2013 επιστολή του προς την γραμματεία του ΔΕΕ διαπίστωσε ασυνέπεια αυτού απέναντί του για το λόγο ότι ο ίδιος είχε επικυρωθεί στο παρελθόν ως διαιτητής, διαμαρτυρήθηκε για το ότι δεν κλήθηκε πριν την απόφαση περί μη επικύρωσης για να εκφράσει τις απόψεις του και για το ότι δεν του γνωστοποιήθηκε καμία αιτιολογία, οι λόγοι και τα πρόσωπα που έχουν σχέση με την απόφαση αυτή και κάλεσε το εναγόμενο να την αναθεωρήσει ή τουλάχιστον να τον ενημερώσει σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε.

Ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των ήδη διαδίκων, μέσω της οποίας το εναγόμενο, μεταξύ άλλων, απάντησε ότι οι αποφάσεις του ΔΔΔ ως προς την επικύρωση ενός διαιτητή δεν αιτιολογούνται κατά τη ρητή διάταξη 11(4) του Κανονισμού, του γνωστοποίησε ωστόσο ότι εκφράστηκαν αντιρρήσεις από διάδικο μέρος, εξέθεσε ότι δεν κλήθηκε ο ίδιος να εκθέσει τις απόψεις του γιατί κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τον Κανονισμό του και επίσης αναφέρθηκε στη διαφορετικότητα των προηγούμενων υποθέσεων κατά τις οποίες επικυρώθηκε ο διορισμός του ίδιου και άλλων μελών του Ν.Σ.Κ.

ως διαιτητών του Ελληνικού Δημοσίου. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ακολούθως, μετά την παράταση της προθεσμίας διορισμού νέου διαιτητή που ζήτησε και έλαβε, το Ελληνικό Δημόσιο διόρισε νέο διαιτητή για την προκειμένη υπόθεση, ο οποίος επικυρώθηκε, και η διαιτητική διαδικασία ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους.

Η άσκηση αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, οι προβληθέντες λόγοι και η απόρριψή της, που επικαλείται το εναγόμενο, δεν αποδεικνύονται με ασφάλεια, καθόσον δεν προσκομίζονται σχετικά έγγραφα, ο δε ενάγων αμφισβητεί τη βασιμότητα των σχετικών ισχυρισμών, οι οποίοι πάντως δεν ασκούν επιρροή στην παρούσα δίκη.

Ήδη με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται υπέστη υλική ζημία και ηθική βλάβη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, συνιστάμενη αφενός μεν στην αυθαίρετη και άνευ δικαιώματος ανάμειξή του στην διαδικασία διορισμού διαιτητή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου διότι αυτό δεν προβλεπόταν από τη διαιτητική ρήτρα που συμφώνησαν τα μέρη και αφετέρου στην κατά κατάχρηση δικαιώματος μη επικύρωσή του ενόψει της προηγούμενης συμπεριφοράς του ίδιου (εναγομένου), με την οποία του είχε δημιουργήσει εύλογα την πεποίθηση ότι δεν συνέτρεχε λόγος για μη επικύρωσή του.

Όσον αφορά την ανάμιξη του εναγομένου στη διαδικασία διορισμού του ενάγοντος εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Από την προαναφερόμενη διαιτητική ρήτρα, που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων της Εκτελεστικής Συμφωνίας, είναι σαφές ότι μεταξύ των μερών συμφωνήθηκε η επίλυση των αναφυομένων διαφορών με διαδικασίες διαιτησίας στην Αθήνα στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα από τρεις διαιτητές "σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου".

Η αναφορά στους κανόνες αυτούς είναι σαφής, ανενδοίαστη και ανεξαίρετη, όπως τούτο προκύπτει κατ' άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται εν προκειμένω, καθόσον εφαρμοστέο και για την ερμηνεία της διαιτητικής συμφωνίας είναι το ελληνικό δίκαιο ως το αρμόζον εκ των ως άνω ειδικών συνθηκών, κατ' άρθρ. 25 ΑΚ, κατά τα αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτιθέμενα.

Σε τούτο συνηγορεί και ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 6 του Κανονισμού ΔΕΕ (2012), σύμφωνα με τον οποίο εφόσον τα μέρη έχουν συμφωνήσει να προσφύγουν σε διαιτησία βάσει του Κανονισμού, τεκμαίρεται ότι υπάγονται αυτοδικαίως στον Κανονισμό που θα είναι σε ισχύ κατά την ημέρα έναρξης της διαιτητικής διαδικασίας, εκτός αν τα μέρη έχουν συμφωνήσει να υπαχθούν στον Κανονισμό που θα είναι σε ισχύ κατά την ημέρα σύναψης της συμφωνίας διαιτησίας (παρ. 1}, η υπαγωγή δε της διαιτητικής διαδικασίας στον Κανονισμό συνεπάγεται αποδοχή από τα μέρη της διαχείρισής της από το Δικαστήριο (παρ. 2).

Η εξουσία του ΔΔΔ να επικυρώσει τον διαιτητή, η οποία προβλέπεται λεπτομερώς στο άρθρο 11 του Κανονισμού του ΔΕΕ του 2012, δεν αποκλείστηκε από τα μέρη. Τέτοιος αποκλεισμός δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τη χρήση του ρήματος "διορίζει" ούτε από την μη επανάληψη της αναφοράς στους κανόνες του(ς) ΔΕΕ αναφορικά με τον διορισμό ούτε από τη συνέχεια του σχετικού όρου, που προβλέπει ότι η Ελληνική Δημοκρατία θα διορίζει ένα διαιτητή και οι αντισυμβαλλόμενές του εταιρείες θα διορίζουν από κοινού άλλο διαιτητή.

Και τούτο ενόψει ιδίως του ότι ο Κανονισμός διαιτησίας του ΔΕΕ περιέχει τεκμήριο υπέρ του διορισμού ενός μόνο διαιτητή, κατά τα ανωτέρω, δι' αυτής δε τα μέρη προσδιορίζουν ότι στην επιλεγόμενη διαιτησία από τρεις διαιτητές κάθε μέρος θα διορίζει ένα διαιτητή και δη το Ελληνικό Δημόσιο ένα και οι τρεις αντισυμβαλλόμενες, ομοίως, έναν από κοινού, ενώ ο τρίτος διαιτητής (επιδιαιτητής) θα επιλέγεται από τους δύο διαιτητές, άλλως και αυτός θα διορίζεται σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του ΔΕΕ.

Ας σημειωθεί ότι στην προσκομιζόμενη απόφαση της Ολομέλειας ΝΣΚ (αριθμός πρακτικού 1918/2013) με θέμα "Διορισμός ενός (1) διαιτητή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου" για την υπό κρίση 18675/ΟΖ/ΜΗΜ υπόθεση αναφέρεται, επί λέξει, ότι "...η Ολομέλεια γνωμοδότησε, ομόφωνα, υπέρ του διορισμού ως διαιτητή" του ήδη ενάγοντος, στην δε επίσης προσκομιζόμενη από 10-5-2013 επιστολή του ΝΣΚ προς τη γραμματεία του εναγομένου το ίδιο αναφέρει ότι "Σε απάντηση της επιστολής σας ....

και το αίτημά σας για την υπόδειξη διαιτητή, το καθ' ου η αίτηση υποδεικνύει ως διαιτητή" τον ήδη ενάγοντα, από τη διατύπωση δε των ως άνω εγγράφων προκύπτει ότι και κατά το διάδικο στη διαιτητική διαδικασία Ελληνικό Δημόσιο δεν αποκλείστηκε η διαδικασία επικύρωσης του προταθέντος ή ακόμα και διορισθέντος από το ίδιο διαιτητή, αφού στη σχετική γνωστοποίηση γίνεται λόγος για "υπόδειξη".

Από την άλλη πλευρά, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η προβλεπόμενη διαδικασία επικύρωσης των προτεινόμενων ή διοριζόμενων διαιτητών είναι θεμελιώδης για την αρμοδιότητα του ΔΔΔ και δεν μπορεί να αποκλειστεί με τη βούληση των μερών, σε αυτή δε την περίπτωση δεν θα πρόκειται για διαιτησία με βάση τον Κανονισμό του ΔΕΕ, αλλά ίσως για ad hoc διαιτησία, κάτι που, ενώ θα πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σχετική διαιτητική ρήτρα, δεν συμβαίνει στην υπό κρίση διαφορά.

Επίσης δεν προκύπτει από τη διατύπωση της ρήτρας αυτής ότι τα μέρη παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους για ανεξάρτητο και αμερόληπτο διαιτητικό δικαστήριο, ούτε βέβαια ότι απέκλεισαν το δικαίωμα εξαίρεσης του προταθέντος ή διορισθέντος διαιτητή. Εξάλλου, η διαδικασία επιβεβαίωσης των διαιτητών από το ΔΔΔ δεν αποτελεί ουσιαστικό έλεγχο των επιλογών των μερών ούτε υποκατάσταση αυτών κατά την επιλογή τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά διαδικασία διασφάλισης της καταρχήν αμεροληψίας και ανεξαρτησίας των προτεινόμενων/ διοριζόμενων από τα μέρη διαιτητών χάριν προστασίας αφενός μεν της διαιτητικής διαδικασίας και αφετέρου του κύρους και της εκτελεστότητας της διαιτητικής απόφασης με βάση τον Κανονισμό του.

Σε κάθε περίπτωση και μετά την τυχόν επιβεβαίωση του διορισμού του ενάγοντος από το ΔΔΔ θα ήταν δυνατή η υποβολή αίτησης εξαίρεσης αυτού από τους αιτούντες (η οποία δεν αποκλείστηκε, κατά τα ανωτέρω) με πιθανό όμοιο αποτέλεσμα σε ύστερο στάδιο και με χρονική καθυστέρηση, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα.

Μάλιστα στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο πρακτικό και απόφαση του ΔΔΔ, το όργανο του εναγομένου αξιολόγησε τόσο τις ενστάσεις των αιτούντων κατά του διορισμού του, όσο και τις θέσεις του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ αυτού και μετά τη στάθμιση των εκατέρωθεν ισχυρισμών προχώρησε αιτιολογημένα στην μη επιβεβαίωσή του, κατά τα ανωτέρω.

Ομοίως αβάσιμοι είναι και οι ισχυρισμοί του ενάγοντος αφενός μεν ότι κατά τη διαδικασία επιβεβαίωσης των διαιτητών από το ΔΔΔ δεν προβλέπεται ούτε κατά τον Κανονισμό του ΔΕΕ στάδιο υποβολής αντιρρήσεων από τα διάδικα μέρη και αφετέρου ότι με τον τρόπο αυτό κάμπτεται η αρχή της ισότητας των διαδίκων.

Και τούτο διότι κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 11(2) αυτού μετά την υποβολή της δήλωσης αποδοχής, διαθεσιμότητας, αμεροληψίας και ανεξαρτησίας εκ μέρους των υποψήφιων διαιτητών, η γραμματεία του ΔΕΕ παρέχει τις πληροφορίες αυτές στα μέρη εγγράφως και ορίζει προθεσμία υποβολής τυχόν παρατηρήσεων, στις οποίες περιέχονται αναντίρρητα και οι αντιρρήσεις, κατά τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτιθέμενα.

Άλλωστε η υποβολή αντιρρήσεων δεν σημαίνει άνευ άλλου τινός αποδοχή αυτών και μη επιβεβαίωση του υποψήφιου διαιτητή, αλλά απόφανση επ' αυτών προς προστασία της διαιτητικής διαδικασίας. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι οι αιτιάσεις του ενάγοντος περί της φύσης και του κύρους της απόφασης του ΔΔΔ περί μη επικύρωσής του και δη ο ισχυρισμός ότι το προσκομισθέν σε νόμιμη μετάφραση αντίγραφο των πρακτικών - απόφασης της συνεδρίασης της 27-6-2013 του Δικαστηρίου του ΔΕΕ περί μη επιβεβαίωσής του (το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή του, έχει σημείωση ότι φέρει σφραγίδα και υπογραφή του ΔΕΕ) δεν έχει βέβαιη χρονολογία και δεν αναγράφει ονόματα, ιδιότητα και υπογραφή των μελών του, δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη που αφορά αξίωση αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για απόφαση του ΔΔΔ πριν τη συγκρότησή του, σύμφωνα δε με τον Κανονισμό του ΔΕΕ [2012] το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του ΔΕΕ είναι ανεξάρτητο διαιτητικό όργανο, δεν αποφασίζει επί της ουσίας των διαφορών, οργανώνει την επίλυση ων διαφορών από τα διαιτητικά δικαστήρια σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαιτησίας του ΔΕΕ και είναι το μοναδικό εξουσιοδοτημένο όργανο για τη διαχείριση από οργανωτική άποψη των διαιτησιών σύμφωνα με τον Κανονισμό.

Είναι, επομένως, σαφές ότι δεν πρόκειται για Δικαστήριο, οι αποφάσεις του δεν είναι δικαστικές αποφάσεις και τα μέλη του δεν είναι δικαστές. Κατά συνέπεια, με βάση όλα τα ανωτέρω η ανάμιξη του εναγομένου στη διαδικασία διορισμού του ενάγοντος ως διαιτητή στην ενώπιον του διαδικασία δεν αποδείχθηκε ότι έγινε κατά παράβαση της εφαρμοστέας διαιτητικής ρήτρας.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτή ως βάσιμη η σχετική αιτίαση του ενάγοντος, άμεσα ζημιωθείς από την παράβαση αυτή και δη της διαιτητικής ρήτρας θα ήταν το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδικο μέρος της διαιτητικής διαδικασίας και όχι ο ενάγων ως μη επιβεβαιωθείς διαιτητής, ο οποίος υφίσταται μόνο αντανακλαστικές συνέπειες αυτής.

Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο, στην προκειμένη υπόθεση προχώρησε σε διορισμό άλλου διαιτητή χωρίς να εκφράσει πρόσθετες αντιρρήσεις επί της εν λόγω απόφασης του ΔΔΔ. Επιπρόσθετα τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις αιτιάσεις του ενάγοντος αφενός μεν ότι ο ίδιος δεν κλήθηκε να εκθέσει τις απόψεις του επί των ενστάσεων των αιτούντων - αντιδίκων του Ελληνικού Δημοσίου και αφετέρου ότι δεν του γνωστοποιήθηκε η αιτιολογία της απόφασης του ΔΔΔ του εναγομένου περί μη επιβεβαίωσής του, καθόσον σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του εφαρμοστέου εν προκειμένω Κανονισμού του ΔΕΕ στη διαδικασία επιβεβαίωσης των διαιτητών συμμετέχουν μόνον τα διάδικα μέρη, τα οποία λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και εκθέτουν τις απόψεις και τα επιχειρήματά τους, και όχι ο υποψήφιος προς επιβεβαίωση διαιτητής, ο οποίος είναι τρίτος ως προς τη διαδικασία αυτή, στην οποία δεν μετέχει, διαφέρει δε η διαδικασία αυτή από την διαδικασία εξαίρεσης διαιτητή, η οποία μπορεί να αφορά όχι μόνο σε έλλειψη αμεροληψίας ή ανεξαρτησίας, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο λόγο και η οποία γίνεται κατόπιν έγγραφης δήλωσης εξαίρεσης μέσα στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 14 του Κανονισμού του ΔΕΕ προθεσμία, και στην οποία προβλέπεται η κλήση του περί ου ο λόγος διαιτητής να υποβάλει εγγράφως τα σχόλιά του, κατά τα ήδη στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα.

Όσον αφορά δε την αιτιολογία της σχετικής με την επιβεβαίωση ή μη απόφασης επίσης προβλέπεται από τη ρητή διάταξη του άρθρου 11(4) του Κανονισμού του ΔΕΕ ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου για το διορισμό, την επιβεβαίωση, την εξαίρεση ή την αντικατάσταση ενός διαιτητή είναι οριστικές και οι λόγοι τους δεν κοινοποιούνται...." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά τη δεύτερη βάση αυτής, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε το απορριπτικό της πιο πάνω βάσης της αγωγής πόρισμα σε δύο επάλληλες κύριες αιτιολογίες. Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογία, η ανάμιξη του εναγόμενου στη διαδικασία διορισμού του ενάγοντος ως διαιτητή στην ενώπιόν του διαδικασία δεν αποδείχθηκε ότι έγινε κατά παράβαση της εφαρμοστέας διαιτητικής ρήτρας.

Επιπροσθέτως όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με δεύτερη (επάλληλη) αιτιολογία ότι, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτή ως βάσιμη η σχετική αιτίαση του ενάγοντος, άμεσα ζημιωθείς από την παράβαση αυτή θα ήταν το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδικο μέρος της διαιτητικής διαδικασίας και όχι ο ενάγων ως μη επιβεβαιωθείς διαιτητής, ο οποίος υφίσταται μόνο αντανακλαστικές συνέπειες αυτής.

Ο αναιρεσείων με τους τρίτο, τέταρτο πέμπτο, έκτο, έβδομο και ένατο λόγους της αναίρεσής του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες που ανάγονται στην πρώτη από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες αυτής. Ωστόσο όλοι οι ανωτέρω λόγοι προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι, όπως στην οικεία μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες κύριες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται η μία από αυτές και συγκεκριμένα η (δεύτερη επάλληλη) αιτιολογία, ότι ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτή ως βάσιμη η σχετική αιτίαση του ενάγοντος, άμεσα ζημιωθείς από την παράβαση αυτή θα ήταν το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο ίδιος.

Ως εκ τούτου, όλοι οι παραπάνω λόγοι κρίνονται απαράδεκτοι για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 675/2013). Σε κάθε περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο:

α) παρά το γεγονός ότι δέχτηκε ότι η αναφορά στους διαδικαστικούς κανόνες του ΔΕΕ ήταν "σαφής, ανενδοίαστη και ανεξαίρετη" κατέληξε σε ερμηνευτικό πόρισμα εφαρμόζοντας τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και β) παραβίασε τις διατάξεις του ΑΚ για την κατάρτιση συμβάσεων και περί πληρεξουσιότητας, αφού έκρινε ότι η συμβατική ρήτρα μπορούσε να τροποποιηθεί μονομερώς και μάλιστα από όργανο που δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης του Δημοσίου, όπως συνέβη με την επιστολή που εστάλη από το ΝΣΚ στην οποία αναφέρεται ότι το Δημόσιο "υποδεικνύει" και όχι "διορίζει" διαιτητή, στερώντας έτσι την απόφασή του και νόμιμης βάσης.

Ωστόσο, όσον αφορά την αιτίαση για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με την επίμαχη διαιτητική ρήτρα, δηλαδή για την επίλυση των διαφορών σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, αλλά αντιθέτως έκρινε ανελέγκτως ότι αυτή είναι σαφής χωρίς κενά, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι "η αναφορά στους κανόνες αυτούς είναι σαφής, ανενδοίαστη και ανεξαίρετη".

Είναι σαφές ότι η σχετική κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, αλλά πραγματική διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, το Εφετείο δεν υπήρχε ανάγκη να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Το γεγονός ότι προς επίρρωση της ήδη, με βάση την σαφή γραμματική διατύπωση του προειρημένου συμβατικού όρου, εξενεχθείσας ως άνω κρίσης του αλλά και προς αντίκρουση αντιθέτων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος αναφέρει, στη δεύτερη περίοδο της ίδιας ως άνω πρότασης, τη φράση "όπως τούτο προκύπτει κατ' άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται εν προκειμένω, καθόσον εφαρμοστέο και για την ερμηνεία της διαιτητικής συμφωνίας είναι το ελληνικό δίκαιο ως το αρμόζον εκ των ως άνω ειδικών συνθηκών, κατ' άρθρ. 25 ΑΚ", δεν υποδηλώνει, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, ερμηνευτική προσέγγιση του ως άνω όρου και έμμεση παραδοχή της ύπαρξης αμφιβολίας και κενού, με προσφυγή στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.

Ουσιαστικά, η αναφορά αυτή του δικαστηρίου, που αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, έγινε προς επιβεβαίωση και μόνο της κύριας παραδοχής του σχετικά με τη σαφήνεια του σχετικού όρου και όχι προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ αυτής. Επομένως, ο ανωτέρω τρίτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για παραβίαση των διατάξεων του ΑΚ περί αντιπροσώπευσης και πληρεξουσιότητας, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς το δικαστήριο ουδόλως εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε όφειλε, κατά τις παραδοχές του, να τις εφαρμόσει.

Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το αποδεικτικό της πόρισμα στηρίζεται στη δυνατότητα που είχε το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του αν επρόκειτο για διορισμό ή για υπόδειξη, να επικυρώσει ή όχι τον προτεινόμενο ως διαιτητή, εφόσον συμφωνήθηκε η διαιτητική διαδικασία να διεξαχθεί σύμφωνα με τους κανόνες αυτού, τα δε επιχειρήματα και οι κρίσεις που χρησιμοποίησε το δικαστήριο για να στηρίξει το πόρισμά του δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού του πορίσματος και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον λόγο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμούς 11α, 19 και 8 εδάφ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι: α) το Εφετείο έλαβε υπόψη του κρίσιμο έγγραφο και συγκεκριμένα το με ημερομηνία 27-6-2013 έγγραφο (πρακτικά και απόφαση) του ΔΔΔ που δεν πληρούσε τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία, αφού δεν έφερε σφραγίδα και υπογραφή, δεν είχε βέβαιη χρονολογία και δεν ανέγραφε ονόματα και ιδιότητα των μελών του ούτε βεβαίωνε ότι τα μέλη του έχουν υπογράψει το πρωτότυπο, ενώ, σε κάθε περίπτωση, εάν το έγγραφο έφερε υπογραφή, κατά την παραδοχή του Εφετείου, αυτή ετέθη μετά το έτος 2016 και συνεπώς το εν λόγω έγγραφο, που αποτελεί στοιχείο ομολογίας του αντιδίκου "μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο κατά τα στοιχεία που είναι δυσμενή για τον ομολογούντα", β) η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το έγγραφο φέρει σφραγίδα και υπογραφή είναι ανεπαρκής και αόριστη, γ) με την κρίση ότι η ύπαρξη του ως άνω εγγράφου δεν ασκεί επιρροή συνάγεται ότι η απόφαση παρέλειψε να λάβει υπόψη κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του (πλημμέλεια από τον αρ. 11) είναι αβάσιμος, διότι το εν λόγω έγγραφο, το οποίο δεν έχει προσβληθεί ως πλαστό, ούτε προβάλλεται ισχυρισμός περί μη γνησιότητας αυτού, ακόμα κι αν δεν φέρει τα απαιτούμενα στοιχεία, είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο ως μη πληρούν τους όρους του νόμου και ως εκ τούτου νόμιμα λήφθηκε υπόψη ως τέτοιο από το Εφετείο (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 20/2017, ΑΠ 242/2017, ΑΠ 361/2016, ΑΠ 1402/2015), ενώ ως προς το δεύτερο και τρίτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθώς τα δύο αυτά σκέλη αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 232/2020, ΑΠ 306/2018, ΑΠ 1418/2013), διότι δεν είναι δυνατόν να ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό και παράλληλα ότι απέρριψε τον ίδιο ισχυρισμό με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απαράδεκτος, κατά μεν το δεύτερο σκέλος του διότι οι επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 443 και 449 ΚΠολΔ είναι δικονομικού χαρακτήρα και η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγο αναίρεσης (ΑΠ 756/2017), ενώ κατά το τρίτο σκέλος είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη το σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε σιωπηρώς, εκτιμώντας και αξιολογώντας το ως άνω από 27-6-2013 πρακτικό - απόφαση του ΔΔΔ ως επιτρεπτό μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο.

Τέλος ο λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (που αναγράφεται στην επικεφαλίδα του τέταρτου λόγου) είναι απορριπτέος ως αόριστος καθώς δεν προσάπτεται συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ των αριθμών 1, 20 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο:

α) ερμήνευσε τον, δικαιοπρακτικού χαρακτήρα, κανονισμό του αναιρεσίβλητου, ως προς τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο ο διαιτητής πρέπει να είναι αντικειμενικός και αμερόληπτος, χωρίς να προβεί στην εφαρμογή των κανόνων περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), άλλως παραμόρφωσε το γνωστικό περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και β) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο διεξαγωγής της διαιτησίας δεν θα ήταν μέλος του ΝΣΚ λόγω συνταξιοδότησής του, ισχυρισμός που προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δεν αποφάνθηκε επ' αυτού άλλως σιωπηρώς τον απέρριψε.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης που αναφέρθηκε ανωτέρω, το Εφετείο δεν προέβη, όσον αφορά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο κρίνονται τα στοιχεία της αμεροληψίας και αντικειμενικότητας στο πρόσωπο του ορισθέντος διαιτητή, σε ερμηνεία του Κανονισμού Διαιτησίας του αναιρεσίβλητου, ο οποίος, ως μέρος της κυρωθείσας με νόμο διαιτητικής συμφωνίας, απέκτησε ομοίως ισχύ τυπικού νόμου (ΑΠ 738/2019), αλλά σε κατά λέξη παράθεση του κειμένου του όρου αυτού.

Ως εκ τούτου το Εφετείο ούτε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου παραμόρφωσε, αφού περιέλαβε αυτολεξεί στην απόφαση το κείμενο της διάταξης του άρθρου 11 (2) του κανονισμού, η δε κρίση του όσον αφορά τον "κρίσιμο χρόνο" δεν αποτελεί ερμηνευτική προσέγγιση αλλά παραδοχή, μη δυνάμενη να πληγεί αναιρετικά.

Κατά συνέπεια ο πέμπτος λόγος, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του από τους αριθμούς 1 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ενώ όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου είναι επίσης αβάσιμος, καθώς το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον επικαλούμενο ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή κατά το χρόνο διεξαγωγής της διαιτησίας δεν θα ήταν μέλος του ΝΣΚ, κρίνοντας ειδικότερα ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης καθώς αποφασιστικής σημασίας στην κρινόμενη υπόθεση ήταν η διακριτική εξουσία του ΔΔΔ να μην επικυρώσει τον διορισμό του ως διαιτητή.

Απορριπτέος ως απαράδεκτος ως αλυσιτελής είναι και ο έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια της απόφασης εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση της παραμόρφωσης του περιεχομένου του από 27-6-2013 εγγράφου (πρακτικών-απόφασης) του ΔΔΔ, όπου περιλαμβάνεται δήλωση βούλησης του ΔΔΔ, επειδή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, καθώς το έγγραφο αυτό δεν παραπέμπει στην εισήγηση της γραμματείας του ΔΔΔ, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Και τούτο διότι η επικαλούμενη ως άνω παραμόρφωση δεν ανάγεται σε κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης αποδεικτέο γεγονός και δεν μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα, αφού το ουσιώδες ζήτημα ήταν η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου να μην επιβεβαιώσει το διορισμό του αναιρεσείοντος ως διαιτητή και, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέληξε εξαιτίας της επικαλούμενης παραμόρφωσης του εγγράφου σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος καθώς από την επισκόπηση του, παραδεκτά για τον ως άνω λόγο, προσκομιζόμενου εγγράφου προκύπτει ότι ρητά αναφέρεται σ' αυτό (σ. 21) ότι "... η Γραμματεία προτείνει τη μη επικύρωση του κ. Γ. ως διαιτητή από το Δικαστήριο" και συνεπώς το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενό του.

Την ίδια πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλείται ο αναιρεσείων και με τον ένατο λόγο της αναίρεσής του, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το από 27-6-2013 έγγραφο (ηλεκτρονική επιστολή) της γραμματείας του ΔΕΕ καθώς, από τη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται το συμπέρασμα ότι γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα η ίδια η απόφαση (με την έννοια του εγγράφου) του ΔΔΔ, ενώ στην πραγματικότητα δεν του γνωστοποιήθηκε η, υπό την αυτή ημερομηνία, απόφαση του ΔΔΔ αλλά απλώς του ανακοινώθηκε ότι με την απόφαση αυτή δεν επικυρώθηκε ως διαιτητής του Δημοσίου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο δεν αναφέρει ότι γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα η ίδια η απόφαση ως έγγραφο αλλά ότι του γνωστοποιήθηκε απλώς η απόφαση που είχε ληφθεί (με την έννοια της κρίσης/απόφανσης στην οποία κατέληξε το ΔΔΔ) για μη επιβεβαίωσή του ως διαιτητή του Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως, ουδόλως παραμόρφωσε την εν λόγω επιστολή αλλά εξετάζοντας το περιεχόμενό της, έκρινε ανέλεγκτα ότι με την απόφαση του ΔΔΔ δεν επικυρώθηκε ο αναιρεσείων ως διαιτητής. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 4 του Συντάγματος εφάρμοσε ρυθμίσεις αντίθετες προς τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, δεχόμενο ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 11 του Κανονισμού Διαιτησίας του αναιρεσίβλητου, στο οποίο, μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι η απόφαση περί μη επικύρωσης του διαιτητή είναι μυστική και δεν κοινοποιείται σ' αυτόν, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην δύναται να προστατεύσει τα δικαιώματά του ενώπιον των δικαστηρίων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος καθώς ο σχετικός ισχυρισμός ουδέποτε προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου ούτε και ο αναιρεσείων αναφέρει στο δικόγραφό του ότι τον είχε προτείνει και μάλιστα νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το Εφετείο στήριξε το πόρισμά του για τη μη παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου στην προβλεπόμενη, από τη συμφωνία των μερών, διακριτική εξουσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου με βάση τους ισχύοντες κανόνες αυτού, να μην επιβεβαιώσει το διορισμό του ως διαιτητή και όχι στο ουσία βάσιμο ή μη των λόγων που οδήγησαν στην εν λόγω απόφασή του, ενόψει δε αυτού το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δέχθηκε ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 11 παρ. 4 του του Κανονισμού Διαιτησίας, που προβλέπει ότι η απόφαση περί επιβεβαίωσης ή μη του διαιτητή δεν κοινοποιείται, δεν παραβίασε το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας, ούτε το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της ανεμπόδιστης πρόσβασης σε δικαστήριο.

Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέροντας κατά λέξη ότι: "Υπό την εκδοχή, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου κατά το ανωτέρω περιεχόμενο της προέβη σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως του "διεθνές διαιτητικό δικαστήριο", είναι αναιρετέα διότι, παρά το γεγονός ότι επεχείρησε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως που περιλαμβάνεται στα ανωτέρω πρακτικά - απόφαση του ΙCC, δεν αναφέρθηκε ούτε εφάρμοσε τους κανόνες περί ερμηνείας τον δικαιοπραξιών άρθρων 173 και 200 του Αστικού Κώδικα", Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον δεν προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, διότι το δικαστήριο δεν προέβη σε ερμηνεία της περιεχόμενης στο από 27-6-2013 πρακτικό απόφασης του ΔΔΔ, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου του συγκεκριμένου εγγράφου, κρίνοντας ότι για την απόφαση αυτή υπήρχε όμοια πρόταση της γραμματείας του αναιρεσιβλήτου, ζήτημα, όμως, που δεν άσκησε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν διαμόρφωσε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.

Α.Π.17/1995). Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 19/1998, ΑΠ 293/2020, ΑΠ 581/2018).

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 109/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος, που στηριζόταν στην επικαλούμενη καταχρηστική άσκηση δικαιώματος του αναιρεσίβλητου να μην τον επικυρώσει ως διαιτητή, με την εξής αιτιολογία: "Περαιτέρω και ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το εναγόμενο με την μη επιβεβαίωσή του ως διαιτητή του Ελληνικού Δημοσίου ενήργησε καταχρηστικά για το λόγο ότι σε προγενέστερες διαιτησίες δεν είχε αμφισβητήσει τη συμμετοχή μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, ως διαιτητών είναι ομοίως αβάσιμος και απορριπτέος.

Και τούτο διότι κάθε διαιτητική διαδικασία έχει αυτοτέλεια, η καταλληλότητα δε συγκεκριμένου προσώπου ως διαιτητή, ενόψει της τήρησης ιδίως των θεμελιωδών αρχών της αμεροληψίας και ανεξαρτησίας, δεν κρίνεται γενικά ως εκ της θέσεώς του, αλλά κάθε φορά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπό τις ειδικές αυτής περιστάσεις.

Έτσι ο διορισμός ή/και η επιβεβαίωση του ενάγοντος, μέλους του Ν.Σ.Κ., αλλά και άλλων μελών του Ν.Σ.Κ. ως διαιτητών του Ελληνικού Δημοσίου σε άλλες περιπτώσεις δεν καθιστά ανέλεγκτο το διορισμό αυτών σε κάθε μεταγενέστερη υπόθεση, ούτε δημιουργεί τεκμήριο αμεροληψίας και ανεξαρτησίας. Και ναι μεν αληθώς προκύπτει αναντίρρητα ότι το εναγόμενο σε προγενέστερες υποθέσεις επιβεβαίωσε το διορισμό μελών του Ν.Σ.Κ.

ως διαιτητών του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, ωστόσο δεν υπάρχει ταυτότητα περιστατικών, όπως ο ενάγων αβάσιμα ισχυρίζεται, ούτε δημιουργείται εκ της αιτίας αυτής βάσιμη προσδοκία του ίδιου και δικαίωμα εξ αυτής ότι θα επιβεβαιώνεται ή θα διορίζεται ή δεν θα εξαιρείται σε κάθε μεταγενέστερη υπόθεση που υποδεικνύεται για την άσκηση διαιτητικών καθηκόντων.

Πιο συγκεκριμένα, στην προκειμένη υπόθεση ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για την μη επιβεβαίωσή του επικαλούμενος ότι στις υποθέσεις ΝΝ469 02 και 13615 AVH/JHN διορίστηκε ο ίδιος, τότε μέλος του ΝΣΚ, ως συνδιαιτητής επιβεβαιωθείς από το εναγόμενο. Από το προσκομιζόμενο σε νόμιμη μετάφραση έγγραφο του εναγομένου σχετικά με τη συγκρότηση του ΔΔΔ στην 13615 AVH/2005 υπόθεση ενώπιόν του, στην οποία ο ήδη ενάγων, τότε Νομικός Σύμβουλος του Κράτους, επιβεβαιώθηκε ως διαιτητής διορισθείς από την Ελληνική Δημοκρατία, προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία επιβεβαίωσης των διαιτητών κατά τη συγκρότηση του ΔΔΔ ο τότε αιτών-αντίδικος του Ελληνικού Δημοσίου (κατ' ακριβή αντιγραφή) "εξέφρασε την έκπληξή του αναφορικά με το ότι ο κ.

Γ. κατέθεσε Δήλωση Ανεξαρτησίας χωρίς επιφυλάξεις, καθώς ο κ Γ. είναι Ανώτατος Νομικός Σύμβουλος του Κράτους, Επικεφαλής του Νομικού Συμβουλίου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Μέλος της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής... έχει επομένως σαφείς διασυνδέσεις με τον Καθ' ου". Ωστόσο, αφού κλήθηκε και στην περίπτωση εκείνη η Ελληνική Δημοκρατία να εκφράσει τις απόψεις της, το ΔΔΔ, κατόπιν όμοιας πρότασης της γραμματείας του ΔΕΕ, επικύρωσε τον ήδη ενάγοντα ως διαιτητή καθόσον (επί λέξει) "ο Αιτών δεν προέβαλε συγκεκριμένες ενστάσεις στην επικύρωση του κ.

Γ., κατόπιν της διευκρίνησης της ιδιότητας του κ. Γ. από τον Καθ' ου" με την πρόσθετη σημείωση ότι "ο Αιτών εκπροσωπείται από Έλληνα συνήγορο, ο οποίος είναι σε θέση να αξιολογήσει την ορθότητα της εξήγησης του Καθ' ου". Όσον αφορά την επικαλούμενη από τον ενάγοντα NN469/GZ/ΜΗΜ/2013 (προγενέστερη της ερευνώμενης) υπόθεση από το προσκομιζόμενο έγγραφο του εναγομένου σχετικά με τη συγκρότηση Διαιτητικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι στην περίπτωση εκείνη υποβλήθηκε στο εναγόμενο αίτηση για διορισμό (κατ' ακριβή αντιγραφή) "του Προέδρου διαιτητικού Δικαστηρίου "σύμφωνα με τον Κανονισμό του ΔΕΕ όταν εκτελεί χρέη διορίζουσας αρχής σε UNCITRAL ή σε άλλες ad hoc διαιτητικές διαδικασίες"", καθόσον κατά τον τότε αιτούντα οι δύο διορισμένοι από τα μέρη διαιτητές δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν ως προς τον Πρόεδρο του διαιτητικού δικαστηρίου.

Επρόκειτο, δηλαδή, για ad hoc διαιτησία όπου η Ελληνική Δημοκρατία διόρισε τον νυν ενάγοντα ως διαιτητή, το δε ΔΕΕ επιλήφθηκε της υπόθεσης μόνον για το διορισμό επιδιαιτητή. Είναι σαφές ότι οι υποθέσεις αυτές διαφέρουν ουσιωδώς από την ερευνώμενη, στην δε από 27-6-2013 απόφαση - πρακτικό του ΔΔΔ περί μη επιβεβαίωσης του ήδη ενάγοντος αναφέρονται σωρεία αποφάσεων στις οποίες το ΔΔΔ δεν επικύρωσε ως διαιτητές πρόσωπα που κατείχαν δημόσιες θέσεις στα διορίζοντα ή υποδεικνύοντα αυτά Κράτη (ενδεικτικά 8427/CL/AER/ACS, 8564/CK/ΑΕR/ACS κλπ), καθώς και αποφάσεις στις οποίες το εναγόμενο επιβεβαίωσε διορισμό μελών του ΝΣΚ σε υποθέσεις στις οποίες το αντίδικο μέρος δεν προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την επικύρωση (ενδεικτικά 15960/GZ, 16394/GΖ, 15919/GΖ).

Τούτο δεν παραβιάζει τον Κανονισμό του ΔΕΕ 2012, αντίθετα αποτελεί πρακτική εναρμονισμένη με τον σκοπό της διαιτησίας για την κατά το δυνατόν ταχεία επίλυση της διαφοράς από αμερόληπτο και ανεξάρτητο, κατά τις προαναφερόμενες έννοιες, διαιτητικό όργανο. Κατά συνέπεια, με βάση όλα τα ανωτέρω η συμπεριφορά του ήδη εναγομένου να μην επιβεβαιώσει τον ενάγοντα ως διαιτητή της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν είναι καταχρηστική λόγω αντίθεσης αυτής στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ως εκ τούτου παράνομη εξαιτίας προηγούμενης συμπεριφοράς του, η οποία δεν ήταν ικανή να δημιουργήσει στον ενάγοντα βάσιμα την προσδοκία ότι θα επιβεβαιωθεί ως διαιτητής.

Τέλος, η μη επιβεβαίωση του ενάγοντος ως διαιτητή εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας λόγω αμφισβήτησης της αντικειμενικής αμεροληψίας του λόγω της ιδιότητός του ως Προέδρου του Ν.Σ.Κ. και μόνον χωρίς αιτιολογίες αναγόμενες στο πρόσωπό του δεν αποτελεί προσβολή της προσωπικότητάς του ούτε μείωση του κύρους και της επιστημονικής του κατάρτισης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος, λαμβανομένου υπόψη ότι η διαιτητική διαδικασία με βάση τον Κανονισμό του ΔΕΕ και η κατ' αυτήν προβλεπόμενη διαδικασία επιβεβαίωσης ή μη των διαιτητών είναι γνωστή, τυχόν δε μη επιβεβαίωση δεν αποτελεί καθεαυτού προσβολή της προσωπικότητας του προτεινόμενου..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε και την ως άνω βάση της αγωγής του ενάγοντος και συνακόλουθα την ένδικη αγωγή στο σύνολό της.

Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη για έλλειψη νόμιμης αλλά και επαρκούς αιτιολογίας (ΚΠολΔ 559 αρ. 19) όσον αφορά την απόρριψη της ένστασής του για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και συγκεκριμένα της προσάπτει ότι: α) δεν εξέτασε αν ο όρος της μυστικότητας που περιλαμβανόταν στον Κανονισμό Διαιτησίας αποσκοπούσε σε κάποιο σκοπό και εάν αυτός ο σκοπός ήταν νόμιμος και θεμιτός, μόνος ή και σε συνδυασμό με τα άλλα περιστατικά που περιλαμβάνονται στην αγωγή και β) ενώ σε προγενέστερες διαιτησίες είχαν επικυρωθεί ως διαιτητές από το ΔΔΔ μέλη του ΝΣΚ, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε εσφαλμένα ότι η διαδικασία περί επικύρωσης ή μη των διαιτητών αποτελούσε απαρέγκλιτο όρο του Κανονισμού Διαιτησίας του ICC, ο οποίος εφαρμοζόταν σε κάθε περίπτωση που οι διάδικοι προσέφευγαν στις διαιτητικές του υπηρεσίες.

Ωστόσο, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ` αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, τόσο όσον αφορά τη μη γνωστοποίηση στον ενάγοντα από το ΔΔΔ των λόγων της μη επικύρωσής του και τη μυστικότητα της διαδικασίας ενώπιον του ΔΔΔ, όσο και όσον αφορά την τακτική που είχε ακολουθηθεί σε άλλες διαιτησίες όπου είχαν επικυρωθεί από το ΔΔΔ ως διαιτητές μέλη του ΝΣΚ μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο αναιρεσείων.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατ` ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18/5/2020 αίτηση του Φ. Γ. του Π. για αναίρεση της με αριθμό 1672/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2,700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ