Legislator Case Law & Legislation
1261/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance subrogation claim for negligence causing bank loss.

Case Number 1261/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed DHL Express's appeal against a first-instance judgment awarding full damages to Agrotiki Insurance. DHL argued that liability was limited to $100 per shipment under general terms, but the court found the loss resulted from the carrier's gross negligence. The court held that the insurer, having paid the bank, was subrogated to the insured's rights and could sue for the full amount due to the carrier's fault.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14(1) and 3 of Law 2496/1997; The insurer, after paying the insured, is subrogated to the insured's rights against the third party causing the loss, and the third party bears the same liability as the insured.

Keywords

AI generated
insurance subrogation gross negligence liability limitation substitute claim civil liability

Cited Legislation

AI generated
Article 14(1) and (3) of Law 2496/1997
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Articles 914, 298, 299 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1389/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1261 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1261/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "DHL EXPRESS (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-09-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-03-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3011/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 597/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-03-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική της δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2496 της 14/16.5.1997, σύμφωνα με την οποία, "αν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε" και από την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου (που αντικατέστησε εκείνη του άρθρου 210 ΕΝ), σύμφωνα με την οποία "ο λήπτης της ασφάλισης και, σε περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό, ο ασφαλισμένος και ο τυχόν τρίτος δικαιούχος του ασφαλίσματος υποχρεούνται να διαφυλάξουν τα δικαιώματα τους κατά του τρίτου που περιέρχονται στον ασφαλιστή", συνάγεται ότι ο ασφαλιστής, που κατέβαλε το ασφάλισμα, αποζημιώνοντας τη ζημία ή την απώλεια των ασφαλισμένων πραγμάτων, υποκαθίσταται στη θέση στην οποία ακριβώς βρισκόταν o ασφαλισμένος έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου δικαιούται να στραφεί συνεπεία της από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίας.

Συνεπώς, ο υπόχρεος προς αποζημίωση έχει έναντι του ασφαλιστή τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε και κατά του ζημιωθέντος και, επομένως, η κατά του τρίτου αγωγή του ασφαλιστή θα έχει, κατά κανόνα, την ίδια βάση, όπως αν την αγωγή ασκούσε ο ίδιος ο ζημιωθείς ασφαλισμένος (AΠ 1389/1999). Η εν λόγω υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, δεν υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 488 ΑΚ και έχει τον χαρακτήρα εκχωρήσεως εκ του νόμου (ΑΠ 415/2019, ΑΠ 593/2018, ΑΠ 1334/2013).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2668/1998, που ίσχυε μέχρι την 07-03-2012, οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε κάθε μορφής δραστηριότητα δημοσίων και ιδιωτικών φορέων στον τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΑΠ 1244/2010). Ο νόμος αυτός, πλην των άρθρων 23, 26, 27, 28 και 29, καταργήθηκε με το Ν. 4053/2012, που ενσωμάτωσε την οδηγία 97/67/ΕΚ, πλην όμως ο τελευταίος, ακόμη κι αν είχε τεθεί σε ισχύ κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που τα παραγωγικά γεγονότα της αξιώσεως που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης έχουν συντελεσθεί πριν την έναρξη της ισχύος του.

Κατά συνέπεια, η διαφορά εξακολουθεί, κατά το άρθρο 2 ΑΚ, να ρυθμίζεται από το προηγούμενο νομικό καθεστώς του ν. 2668/1998 (ΑΠ 1464/2017). Βάσει δε αυτού, η υποχρέωση αποζημίωσης των επιχειρήσεων, που παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες εσωτερικού, ρυθμίζεται καταρχήν από τη διάταξη του άρθρου 24, κατά την οποία η πλημμελής παροχή υπηρεσιών ή η αδικαιολόγητη άρνηση παροχής υπηρεσιών προς τους χρήστες γεννά δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της γενικής ή ειδικής άδειας.

Η ανωτέρω διάταξη δεν ισχύει σε όσες περιπτώσεις, με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) καθορίζεται κατ' αποκοπή αποζημίωση για την πλημμελή παροχή υπηρεσιών. Έτσι, με την 29030/816/16.5.2000 Απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών ορίσθηκε κατ' αποκοπή αποζημίωση που ανέρχεται σε 12.000 δρχ (ήδη 36 ευρώ) κατ' αντικείμενο για πλημμελή παροχή υπηρεσιών προς τον χρήστη (ΑΠ 1662/2017).

Η κατ' αποκοπή αποζημίωση έχει την έννοια ότι περιορίζει ποσοτικά την αξίωση του χρήστη για μεγαλύτερη αποζημίωση, ενώ ταυτόχρονα τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να αποδείξει το ύψος της ζημίας του (ΑΠ 1464/2017). Η προβλεπόμενη στην ανωτέρω υπουργική απόφαση αποζημίωση αναφέρεται σε ταχυδρομικά αντικείμενα ειδικής διαχείρισης, δηλαδή αντικείμενα που αποστέλλονται ως συστημένα ή δηλωμένης αξίας.

Ειδικότερα, ο νόμος 2668/1998, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3185/2003, στο άρθρο 1 παρ.2 περ. ι' ορίζει, ότι, "συστημένη αποστολή" είναι η "Υπηρεσία που συνίσταται στη, με κατ' αποκοπήν, εγγύηση έναντι των κινδύνων κλοπής, απώλειας ή καταστροφής και η οποία παρέχει στον αποστολέα, εφόσον το ζητήσει, απόδειξη της κατάθεσης του ταχυδρομικού αντικειμένου και ενδεχομένως, της επίδοσής του στον παραλήπτη", ενώ στην περίπτωση ια' ορίζει, ότι "Αποστολή με δηλωμένη αξία" είναι "η υπηρεσία που συνίσταται στην ασφάλιση του ταχυδρομικού αντικειμένου για την αξία που δηλώνεται από τον αποστολέα, σε περίπτωση απώλειας, κλοπής ή καταστροφής". Από την ως άνω διατύπωση του νόμου προκύπτει ότι ο αποστολέας, για την ασφαλέστερη αποστολή του αντικειμένου, για το οποίο ενδιαφέρεται, έχει να επιλέξει μεταξύ της "συστημένης αποστολής", οπότε σε περίπτωση απώλειας αποζημιώνεται με το οριζόμενο κατ' αποκοπήν ποσόν, και της "αποστολής με δηλωμένη αξία", οπότε αποζημιώνεται για ποσόν ίσο προς την αξία, η οποία δηλώνεται από εκείνον.

Οι ως άνω ρυθμίσεις ως ειδικές αποκλείουν τις γενικές περί ευθύνης διατάξεις του αστικού δικαίου, η εφαρμογή των οποίων είναι δυνατή μόνο συμπληρωματικά και εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ειδικότερες διατάξεις του ταχυδρομικού δικαίου. Όμως, το καθοριζόμενο με τις πιο πάνω διατάξεις περιορισμένο ποσό αποζημίωσης για τον αποστολέα δεν αποκλείει αξιώσεις του τελευταίου για περαιτέρω ζημία και χρηματική ικανοποίηση με βάση τις γενικές διατάξεις περί αδικοπραξιών (914, 298, 299 AK). Τούτο όμως υπό την προϋπόθεση ότι τα επικαλούμενα περιστατικά ζημιογόνου συμπεριφοράς των προστηθέντων της ταχυδρομικής επιχείρησης και χωρίς τους όρους της σύμβασης συνιστούν αυτοτελώς τους όρους της αδικοπραξίας και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη γένεση της εξ αδικοπραξίας αξίωσης.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της, έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η υπαίτια ζημιογόνος πράξη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέραν των αξιώσεων από τη σύμβαση, να στηρίξει και αξίωση για αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, μόνο αν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1741/2008, ΑΠ 1494/2008).

Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, αν η ζημία του αποστολέα του ταχυδρομικού δέματος είναι απότοκος αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του μεταφορέα ή του προστηθέντος οργάνου του, ο νόμος αξιώνει υπαιτιότητα αυτού, η οποία κατά το άρθρο 330 ΑΚ, περιλαμβάνει πλην του δόλου και την αμέλεια, όπως παράλειψη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Ο περιορισμός της υπαιτιότητας, στην περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης κατά την εκτέλεση ταχυδρομικής υπηρεσίας, μόνο στο δόλο συνιστά, χωρίς δογματικό θεμέλιο, εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ, ο οποίος προϋποθέτει γενικά "υπαιτιότητα" του αδικοπραγήσαντος χωρίς διάκριση βαθμού πταίσματος.

Σημειώνεται ότι ο (ισχύων εν προκειμένω) ν. 3185/2003 δεν προβλέπει τέτοιον περιορισμό, η δε με αντίθετο περιεχόμενο διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του ν. 4043/2012 (κατά την οποία ο περιορισμός της αποζημίωσης, με την χορήγηση κατ' αποκοπή αποζημίωσης, καταλαμβάνει κάθε απαίτηση του χρήστη, που απορρέει από την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, και δεν ισχύει αν η παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης ή η αδικοπραξία ανάγεται σε δόλο του φορέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών ή των προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό του) δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που οι πλημμελείς ταχυδρομικές υπηρεσίες παρασχέθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ ΑΠ10/2011, 7/2006).

[II] Εν προκειμένω, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) με την από 07-03-2012 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση ασφαλίσεως, που κατάρτισε τον Ιανουάριο 2006 με την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ανέλαβε την κάλυψη των κινδύνων βλάβης ή απώλειας των επιταγών κάθε είδους πληρωτέων στο εξωτερικό ή το εσωτερικό από οποιαδήποτε αιτία (συμπεριλαμβανομένης της κλοπής και της ληστείας) κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους προς τις ανταποκρίτριες τράπεζες.

Ότι στις 22-10-2010 η ασφαλισμένη τράπεζα παρέδωσε τις αναφερόμενες στην αγωγή επιταγές προς μεταφορά σε τρείς τράπεζες του εξωτερικού στον προσδιοριζόμενο στην αγωγή ταχυμεταφορέα προστηθέντα (υπάλληλο) της εναγόμενης, ο τελευταίος δε εξέδωσε τις αντίστοιχες γι' αυτές φορτωτικές. Ότι από βαριά αμέλεια του άνω ταχυμεταφορέα κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά οι εν λόγω επιταγές εκλάπησαν από αγνώστους στη διάρκεια της μεταφοράς και ότι η τράπεζα υπέστη από την απώλειά τους συνολική ζημία ποσού 19.400,64 ευρώ.

Επικαλούμενη εν συνεχεία η ενάγουσα ότι, εφόσον επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, κατέβαλε στην ασφαλισμένη τράπεζα, σε εκτέλεση της μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως, το σύνολο του ως άνω ποσού και ακολούθως υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα κατά της εναγομένης για την αποκατάσταση της ζημίας της, ζήτησε την επιδίκαση ων καταβληθέντων με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης, δέχθηκε την αγωγή με την 3011/2014 απόφασή του. Κατ' αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση που έγινε δεκτή κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ με την 597/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο ερευνώντας ακολούθως κατ' ουσίαν την διαφορά, δέχθηκε την ένδικη αγωγή.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως παραπονείται η ηττηθείσα εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με την από 31-03-2018 αναίρεσή της την οποίαν απευθύνει κατά της αναιρεσίβλητης, ως καθολικής διαδόχου δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ενάγουσας-εφεσίβλητης.

Με τον μοναδικό αναιρετικό της λόγο προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε, άλλως δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 16 ν. 4053/2012 και 3 της υπ' αριθ. 688/2013 αποφάσεως της Ε.Ε.Τ.Τ., αφού, αν και δέχθηκε ότι η κλοπή των επίδικων επιταγών οφείλεται σε βαριά αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου της, επιδίκασε το σύνολο της αιτούμενης αποζημιώσεως, που ωστόσο προβλέπεται μόνον όταν η απαίτηση από παράβαση της συμβατικής υποχρεώσεως ή από αδικοπραξία ανάγεται σε δόλο του παρόχου ταχυδρομικών υπηρεσιών, οπότε η ευθύνη της περιορίζεται στο ύψος της κατ' αποκοπήν αποζημιώσεως.

Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά είναι νόμιμη κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 ν.4053/2012 σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 914 επ., κατά δε το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, έκανε δεκτά τα ακόλουθα:

"Η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία κατάρτισε την 01-02-2006 διαρκές ασφαλιστήριο μεταφορών με την τραπεζική εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ". Με την άνω σύμβαση η ενάγουσα ασφάλισε κατά τη διάρκεια της μεταφοράς επιταγές πάσης φύσεως σε συνάλλαγμα και ευρώ, πληρωτέες στο εξωτερικό ή εσωτερικό, οι οποίες εκδίδονταν από φορείς εκτός της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, από καταστήματα ή θυρίδες της τελευταίας στην ελληνική επικράτεια προς τράπεζες εξωτερικού και εσωτερικού. Η ασφάλιση των επιταγών συμφωνήθηκε να γίνεται είτε με συστημένες επιστολές μέσω των ΕΛΤΑ είτε εντός σφραγισμένων φακέλων με εταιρείες ταχυμεταφορών (couriers) η ασφαλιστική κάλυψη (συμφωνήθηκε) να αφορά σε όλους τους κινδύνους βλάβης ή απώλειας των επιταγών από οποιαδήποτε αιτία κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένης και της κλοπής ή ληστείας, το δε ασφαλιστικό ποσό προσδιορίστηκε κατ' ανώτατο όριο σε 100.000 ευρώ, ή το ισόποσο σε άλλα νομίσματα ανά φάκελο και σε 300.000 ευρώ ή το ισόποσο σε άλλα νομίσματα ανά μεταφορικό μέσο και αποστολή.

Κατά το μήνα Οκτώβριο του 2010 η ανωτέρω τράπεζα θέλησε να αποστείλει από το Τμήμα Διαχείρισης Συναλλάγματος, που εδρεύει στην Αθήνα και δη επί της ..., σε 3 ανταποκρίτριες τράπεζες του εξωτερικού τα πρωτότυπα σώματα επιταγών εκδόσεώς τους που είχαν κατατεθεί από τους κομιστές τους σε υποκαταστήματα της ασφαλισμένης τράπεζας και είχαν πιστωθεί με τα αντίστοιχα ποσά οι λογαριασμοί τους, προκειμένου η τελευταία να εισπράξει τα ποσά αυτά από τις άνω εκδότριες αλλοδαπές τράπεζες (παρατίθενται οι παραλήπτριες τράπεζες στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Η.Π.Α, το είδος των επιταγών , τα τεμάχια αυτών και η αξία τους αναλόγως του τόπου προορισμού τους).

Για την ταχυμεταφορά (τους) η άνω ασφαλισμένη τράπεζα κατάρτισε την από 22-10-2010 σύμβαση με την εναγόμενη εταιρεία, η οποία λειτουργεί δυνάμει της ΑΜ99-97 Ειδικής και Γενικής Αδείας Ταχυδρομικών Υπηρεσιών της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) και σε εκτέλεση της οποίας ανέλαβε έναντι αμοιβής τη μεταφορά τους η εναγομένη απέστειλε στις εγκαταστάσεις του τμήματος Διαχείρισης Συναλλάγματος της ασφαλισμένης τράπεζας επί της οδού … τον υπ' αυτής προστηθέντα υπάλληλο της Κ.

Δ., ο οποίος παρέλαβε όλες τις επιταγές ταξινομημένες σε 3 διαφορετικά δέματα και (τις) τοποθέτησε σε 3 διαφορετικούς φακέλους, προκειμένου να τις μεταφέρει στις εγκαταστάσεις της εναγομένης μεταφορικής εταιρείας, απ' όπου θα μεταφέρονταν αεροπορικώς με μεταφορικά μέσα της εναγομένης στη Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αντίστοιχα.

Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων ταχυμεταφοράς η εναγομένη εξέδωσε (τις με αρ. ..., ... και ... αντίστοιχες) φορτωτικές.

Oι ανωτέρω αποστολές ουδέποτε έφθασαν στον προορισμό τους, διότι όπως η εναγόμενη ενημέρωσε εγγράφως στις 26-10-2010 την ασφαλισμένη τράπεζα, στις 22-10-2010, ήτοι την ημέρα της παραδόσεως στην εναγομένη των τεμαχίων και περί ώρα 15.10μ.μ. έλαβε χώρα διάρρηξη στο ειδικό κουτί μεταφοράς της υπ' αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας της εναγομένης, που οδηγούσε ο ανωτέρω υπ' αυτής προστηθείς υπάλληλος Κ.

Δ., επί της οδού Σταδίου 38 και δη κατά τη στιγμή που είχε σταθμεύσει, προκειμένου να κάνει παραλαβές από άλλες τράπεζες, με αποτέλεσμα οι επίδικες επιταγές να κλαπούν. Μετά τη γνώση του συμβάντος, η ασφαλισμένη τράπεζα επιδίωξε και πέτυχε την είσπραξη μεγάλου μέρους των επιταγών, δεν κατέστη (όμως) δυνατόν να εισπραχθούν οι επιταγές (παρατίθενται οι αντίστοιχες κλαπείσες επιταγές που δεν εισπράχθηκαν) συνολικής αξίας 17.466,70 δολαρίων ΗΠΑ.

Όταν η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία έλαβε γνώση της κλοπής και της επελθούσας ζημίας και διαπίστωσε ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, κατέβαλε στις 26-05-2011 στην ασφαλισμένη ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ το συνολικό ποσό των 19.400,64 ευρώ στο οποίο ανήλθε η συνολική ζημία της, με βάση και την τρέχουσα ισοτιμία των ανωτέρω νομισμάτων κατά το χρόνο της καταβολής και ως εκ τούτου υποκαταστάθηκε εκ του νόμου στα δικαιώματα της ασφαλισμένης κατά της εναγομένης, ως υπόχρεης της τελευταίας για την αποκατάσταση της επελθούσας ζημίας, δυνάμει εγγράφου δηλώσεως εκχωρήσεως του σχετικού δικαιώματος.

Η προεκτεθείσα κλοπή των τεμαχίων των ενδίκων επιταγών οφείλεται σε βαρεία αμέλεια της εναγομένης εταιρείας, η οποία κατά τη μεταφορά των κλαπέντων πραγμάτων δεν επέδειξε ως όφειλε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και προσοχή και δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα προς διαφύλαξη του φορτίου που μετέφερε.

Ειδικότερα, ο υπ' αυτής προστηθείς οδηγός Κ. Δ. επέδειξε βαρεία αμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι κατά τις ενδιάμεσες στάσεις του προς παραλαβή των δεμάτων τόσο από την ασφαλισμένη τράπεζα όσο και από τις υπόλοιπες τράπεζες, που συνοδεύονταν από την ολιγόλεπτη απουσία του από την δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εγκατέλειπε αυτήν αφύλακτη και ανεπιτήρητη επί του οδοστρώματος ή του πεζοδρομίου κεντρικών οδών των Αθηνών, όπως η οδός Πανεπιστημίου και η οδός Σταδίου και δη προσβάσιμων από οποιονδήποτε και μάλιστα σε ώρα ιδιαίτερης κυκλοφοριακής αιχμής, καίτοι τόσο αυτός όσο και η προστήσασα αυτόν εναγομένη εταιρεία γνώριζαν το περιεχόμενο των φακέλων που είχαν παραδοθεί σ' αυτούς από την ασφαλισμένη τράπεζα, καθώς επίσης και την ιδιαίτερα μεγάλη αξία των εντός αυτών ευρισκομένων επιταγών, με αποτέλεσμα να κατορθώσει ο άγνωστος δράστης να προσεγγίσει την μοτοσυκλέτα, να παραβιάσει το σε αυτήν προσαρμοσμένο ειδικό κουτί μεταφοράς και να αφαιρέσει ανενόχλητος τα εντός αυτού ευρισκόμενα πράγματα.

Για την επίδικη δε κλοπή ευθύνεται και η εναγόμενη, ως προστήσασα αυτόν στην υπηρεσία της για την εκτέλεση της μεταφοράς των δεμάτων, επιπλέον δε για το λόγο ότι δεν του επέστησε την προσοχή περί της ανάγκης συνεχούς φύλαξης και επίβλεψης της μοτοσυκλέτας, ενόψει και της σημαντικής αξίας των μεταφερομένων αγαθών.

Συνεπώς η κλοπή δεν συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, καθώς αυτή θα μπορούσε να αποτραπεί με τη λήψη των μέτρων επιμέλειας που προαναφέρθηκαν.

Συνεπώς η ενάγουσα, ως υποκατασταθείσα στα εκ του ενδίκου συμβάντος απορρέοντα δικαιώματα της ασφαλισμένης τράπεζας, δικαιούται να λάβει από την εναγομένη το ποσό των 19.400,64 ευρώ, το οποίο κατέβαλε ως ασφαλιστική αποζημίωση.

Τέλος, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης εταιρείας περί περιορισμού της ευθύνης της στο ποσό των 100 δολαρίων ΗΠΑ για κάθε αποστολή (δέμα) που απορρέει από τους γενικούς όρους που διέπουν τις επίδικες συμβάσεις μεταφοράς, ως ουσιώδεις όροι. Και τούτο διότι η επελθούσα πρόκληση ζημίας στην ασφαλισμένη εταιρεία οφείλεται σε αμέλεια της εναγόμενης και συνεπώς ουδόλως ισχύει ο επικαλούμενος ποσοτικός περιορισμός της ευθύνης της".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί ότι η ζημία της τράπεζας από την κλοπή των επιταγών της κατά τη μεταφορά τους (στα δικαιώματα της οποίας έναντι της εναγομένης εταιρείας ταχυμεταφορών υποκαταστάθηκε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την καταβολή του ασφαλίσματος) οφείλεται σε βαριά αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης και να επιδικάσει την καταβληθείσα αποζημίωση στο σύνολό της (19.400,64 ευρώ), ορθά -εκ του αποτελέσματος- εφάρμοσε τις, πράγματι εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 914, 298, 299 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ.1 και 3 του ν.2496/1997.

Και τούτο διότι η ως άνω περιγραφείσα υπαίτια ζημιογόνος παράλειψη του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, η οποία συντελέσθηκε την 26-10-2020 (χρόνο κατά τον οποίο ίσχυε ο ν. 2668/1998 και όχι ο μεταγενέστερος ν. 4053/2012), ακόμη και αν έλειπε η προϋπάρχουσα και συνδέουσα τα μέρη ενοχική σχέση (σύμβαση ταχυμεταφοράς), συνιστά αδικοπραξία τελεσθείσα από αμέλεια και είναι παράνομη ως αντίθετη στο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς τον άλλον υπαίτια (άρα και από αμέλεια), αφού συνιστά παραβίαση της επιβαλλόμενης από το σύνολο του θετικού δικαίου και των σκοπών του υποχρέωσης για την ασφάλεια και την προστασία των άλλων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, έστω και με την εσφαλμένη αναφορά στη μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι εφαρμοστέα ήταν η (μη έχουσα εφαρμογή) ρύθμιση του άρθρου 16 παρ. 4 του ν. 4053/2012, αφού τα παραγωγικά γεγονότα τη αξιώσεως που αποτελεί το αντικείμενο της σχετικής δίκης έχουν συντελεσθεί πριν την έναρξη της ισχύος του, σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό κατέληξε το Εφετείο σύμφωνα άλλωστε και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες.

Πρέπει επομένως κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους στο σύνολό τους ενόψει του δυσχερούς της ερμηνείας του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-03-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας "DHL EXPRESS (EΛΛΑΣ) Α.Ε" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 597/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων μεταξύ τους στο σύνολό τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ