Legislator Case Law & Legislation
1261/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment due to erroneous interpretation of civil procedure articles.

Case Number 1261/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by one company while dismissing the identical appeal filed by another company against the same final judgment. The court found that the first appellant correctly identified an error in the lower court's interpretation of Articles 982, 983, and 986 of the Code of Civil Procedure regarding the validity of a second seizure. Consequently, the judgment was remitted for retrial by a new panel of judges at the Court of Appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 982, 983, 986 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the lower court erroneously interpreted these provisions regarding the validity of subsequent seizures, necessitating a retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure seizure validity appeal admissibility erroneous interpretation remittal for retrial multiple creditors subsequent seizure

Cited Legislation

AI generated
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Articles 982, 983, and 986 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1261 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1261/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γλυκερία Σιούτη και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γλυκερία Σιούτη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2013 ανακοπή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 18/4/2018 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 12/7/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, ζήτησε την παραδοχή της από 12/7/2018 αιτήσεως, την απόρριψη της από 18/4/2018 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν Α )η από 18-4-2018 αίτηση της ΑΕ με την επωνυμία ... ... για αναίρεση της 15/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και Β ) η από 12-7-2018 αίτηση της ΑΕ με την επωνυμία ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ για αναίρεση της ίδιας ανωτέρω απόφασης καθώς και της 4/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, οι οποίες αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την από 15-10-2013 ανακοπή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, η ανακόπτουσα ΑΕ με την επωνυμία <<... ...>>, ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη, εξέθετε ότι με την 1436/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕ υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 852.154,60 ευρώ, πλέον νόμιμων τόκων και δικαστικών εξόδων 17.043 ευρώ.

Ότι επικυρωμένο αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στη ... ΑΕ στις 25-1-2013 με επιταγή προς πληρωμή 874.164,79 ευρώ, νομιμοτόκως πλην του κονδυλίου των τόκων. Ότι με την 417/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η ίδια ανωτέρω εταιρία (...

ΑΕ) υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 258.654,87 ευρώ, πλέον νόμιμων τόκων και δικαστικών εξόδων 5.608,68 ευρώ. Ότι επικυρωμένο αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στη ... ΑΕ στις 23-5-2013, με επιταγή προς πληρωμή 272.000 ευρώ, νομιμοτόκως πλην του κονδυλίου των τόκων.

Ότι η ... ΑΕ έχει χρηματική απαίτηση κατά της καθ' ης η ανακοπή ΑΕ με την επωνυμία ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ, ποσού 1.040. 070 ευρώ, που πηγάζει από μεταξύ τους συμβατική σχέση. Ότι προέβη με επίδοση, στις 11-9-2013 προς την προς την καθ' ης η ανακοπή και στις 16-9-2013 προς την καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτρια (...

ΑΕ), του από 6-9-2013 κατασχετηρίου, σε κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή ως τρίτης, της απαίτησης της ... κατά της καθ' ης η ανακοπή, μέχρι του ποσού του 1.200.000 ευρώ, για την ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεών της .Ότι η καθ' ης η ανακοπή με την 542/18-9-2013 αρνητική δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...ς, δήλωσε ότι δεν έχει καμία οφειλή προς τη ...

ΑΕ και ότι στον αλληλόχρεο λογαριασμό που εξυπηρετούσε τις μεταξύ τους δοσοληψίες η καθ' ης η εκτέλεση εμφανίζεται ως πιστωτική, διότι από τις αρχές του 2013 αυτή (καθ' ης η ανακοπή) αναγκάστηκε να αναδεχθεί και να εξοφλήσει προμηθευτές- πιστωτές της ... ΑΕ. Ότι από την ανωτέρω δήλωση της καθ' ης η ανακοπή, η οποία είναι ανακριβής, υπέστη ζημία ύψους 1.040.070 ευρώ, διότι μπορούσε να έχει λάβει το ποσό αυτό από την καθ' ης η εκτέλεση ...

ΑΕ και επειδή προσδοκούσε να το εισπράξει από την καθ' ης η ανακοπή, καθυστέρησε να το εισπράξει από τη ... ΑΕ, η οποία κατέστη <<έτι περαιτέρω αφερέγγυος>>, με συνέπεια να καθίσταται ατελέσφορη η σε βάρος αυτής εκτέλεση. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να ακυρωθεί η 542/18-9-2013 δήλωση της καθ' ης η ανακοπή, να αναγνωρισθεί ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης υφίστατο η κατασχεθείσα απαίτηση της ...

ΑΕ, ποσού 1.040.070 ευρώ, να υποχρεωθεί η καθ' ης η ανακοπή να της καταβάλει το ίδιο ποσό και να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα. Επί της ανωτέρω ανακοπής εκδόθηκε η 4/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, η οποία, αφού απέρριψε α) ως μη νόμιμο το αίτημα για ακύρωση της αρνητικής δήλωσης, β) ως απαράδεκτη την ανακοπή και τη σωρευμένη σ αυτήν αγωγή αποζημίωσης μέχρι του ποσού των 875.181,86 ευρώ, για το λόγο ότι η ίδια απαίτηση της ...

ΑΕ κατά της καθ' ης η ανακοπή κατασχέθηκε από την ανακόπτουσα με προηγηθείσα κατάσχεση στις 26-1-2013,χωρίς να ασκήσει η τελευταία ανακοπή κατά της υποβληθείσας αρνητικής δήλωσης, με συνέπεια να επέλθει έκπτωση της ανακόπτουσας προς αμφισβήτηση της αρνητικής δήλωσης με τη μεθόδευση επιβολής νέας κατάσχεσης, γ) ως αόριστη τη σωρευμένη αγωγή αποζημίωσης, δέχτηκε εν μέρει την ανακοπή και α) αναγνώρισε ότι κατά το χρόνο που επιδόθηκε στην καθ' ης η ανακοπή το από 6-9-2013 κατασχετήριο υφίστατο απαίτηση της ...

ΑΕ και αντίστοιχη υποχρέωση της καθ' ης η ανακοπή, να καταβάλει στην τελευταία το ποσό των 164.888,20 ευρώ, β) υποχρέωσε την καθ' ης η ανακοπή να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ανωτέρω ποσό και γ) καταδίκασε την καθ' ης στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας, τα οποία όρισε στο ποσό των 4.950 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, 1) η από 27-1-2015 έφεση της καθ' ης η ανακοπή, με την οποία αυτή ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, κατά το μέρος που δέχτηκε εν μέρει την ανακοπή και επέβαλε σε βάρος της δικαστικά έξοδα, ώστε να απορριφθεί στο σύνολο της η ανακοπή, 2) η από 31-3-2015 έφεση της ανακόπτουσας, με την οποία αυτή ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, κατά το μέρος που απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη για το ποσό των 875.181,86 ευρώ, ώστε να γίνει συνολικά δεκτή η ανακοπή της .

Επί των ανωτέρω εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η 15/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία α) απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της καθ' ης η ανακοπή λόγω μη καταβολής του προβλεπόμενου παραβόλου και β) δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ ουσίαν την έφεση της ανακόπτουσας.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν η από 18-4-2018 αίτηση αναίρεσης της ανακόπτουσας και η από 12-7-2018 αίτηση αναίρεσης της καθ' ης η ανακοπή. Με την τελευταία αίτηση αναίρεσης, ζητείται επίσης η αναίρεση και της προαναφερόμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρα 246,573 παρ 1 ΚΠολΔ), διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση εξόδων.

Από το άρθρο 553 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν γίνει τυπικώς δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Αν όμως ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1000/2009) .

Η αναίρεση, όπως όλα τα ένδικα μέσα, ασκείται με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση γίνεται, κατά το άρθρο 566 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με τη δεύτερη υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε, προσβάλλονται η 15/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε για τυπικό λόγο (μη καταβολή παραβόλου) η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 4/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, αλλά και η τελευταία αυτή απόφαση (πρωτόδικη).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των αντιγράφων της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, αυτή κατατέθηκε στις 13-7-2018 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς και συντάχθηκε η σχετική έκθεση με αριθμό 2/13-7-2018 και στις 13-7-2018 επίσης στο Εφετείο Θράκης και συντάχθηκε η σχετική έκθεση με αριθμό 53/13-7-2018,από την έχουσα έννομο συμφέρον καθ' ης η ανακοπή, η οποία αντιστοίχως νικήθηκε ολικά και εν μέρει στις δίκες, που εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις.

Συνεπώς, η ένσταση που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη, με τις νομότυπα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατατεθείσες στις 28-1-2019 προτάσεις της, περί απαραδέκτου της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για το λόγο ότι δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της για το λόγο ότι δεν εκτίθεται το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας (άρθρο 570 παρ 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, σημειουμένου ότι δεν απαιτείται περαιτέρω αναφορά στο έννομο συμφέρον της, αφού αναλυτικά εκθέτει περί της εν μέρει ήττας της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και περί της ολικής ήττας της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρα 68, 556 ΚΠολΔ). Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ι ) Επί της από 12-7-2018 αίτησης αναίρεσης της καθ' ης η ανακοπή, κατά το μέρος που προσβάλλεται η 15/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".

Με το ανωτέρω άρθρο, καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση, και τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή, καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο, που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα, με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ.

ΑΠ 2/2008). Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ. (η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ.1 ν.4139/2013 και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης από 27-1-2015 έφεσης) και 532 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.

Με βάση τ' ανωτέρω η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης (ΑΠ 164/2017). Όμως, εφόσον ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται "αν δεν κατατεθεί το παράβολο" και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της έφεσης και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (ΑΠ 341/2015).

Η θέσπιση παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου, δεν δημιουργεί προβλήματα αντίθεσης στο άρθρο 20 παρ 1 του Συντάγματος ή προς το άρθρο 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (Ολ.ΣτΕ 1583/2010), περαιτέρω δε, διότι το Σύνταγμα ή η ΕΣΔΑ δεν υποχρεώνει την θέσπιση ένδικων μέσων ή την καθιέρωση πλειόνων βαθμών δικαιοδοσίας (ΑΠ 1513/2018).

Εξάλλου, στο άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 της ίδιας διάταξης [Ολ.

ΑΠ 2/2001, 12/2000]. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης [ΑΠ 164/2017, ΑΠ 640/2011, ΑΠ 862/2011], με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της [ΑΠ 1735/2008]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 3 του ως άνω κώδικα, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.

Τέλος, το άρθρο 227 παρ 1 Κ.Πολ.Δ ορίζει ότι, αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, που μπορούν ν' αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι αν ο εκκαλών παρέλειψε μέχρι τη συζήτηση της έφεσης να καταβάλει το παράβολο που απαιτείται για την άσκηση της έφεσης, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, διότι ο πρόεδρος του πολυμελούς Δικαστηρίου ή ο εισηγητής δεν είναι υποχρεωμένος, στα πλαίσια της καθοδηγητικής του διαδίκου λειτουργίας του, να καλέσει το διάδικο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, μετά τη συζήτηση της έφεσης για συμπλήρωση της ανωτέρω έλλειψης, καθόσον, αφ' ενός η μη καταβολή του παραβόλου δεν συνιστά τυπική παράλειψη, αφού προβλέπεται ως κύρωση το απαράδεκτο και αφ' ετέρου γιατί έχει παρέλθει ο απώτατος χρόνος καταβολής του, που είναι η συζήτηση της έφεσης.

Έτσι, αν το Εφετείο δεν καλέσει τον εκκαλούντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του μετά τη συζήτηση της έφεσης να προσκομίσουν το απαιτούμενο παράβολο, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, πέραν των αμέσως ανωτέρω αναφερθέντων, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων που ενεργούν στο όνομα του και δεν αφορούν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 986/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα -καθ' ής η ανακοπή, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης 15/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη, κατ εκτίμηση όσων αναφέρονται, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 495 παρ.4, 532 ΚΠολΔ, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και απέρριψε ως απαράδεκτη την ανωτέρω αναφερόμενη έφεσή της λόγω μη καταβολής του απαιτούμενου παραβόλου, χωρίς προηγουμένως να την ενημερώσει για την εν λόγω έλλειψη προκειμένου να την συμπληρώσει, περιορίζοντας με τον τρόπο αυτό υπέρμετρα το δικαίωμά της για δικαστική προστασία .Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αναφέρεται σε, παραβίαση του άρθρου 6 παρ 1 της ΕΣΔΑ, αλλά και του άρθρου 20 παρ 1 του Σ, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων 495 παρ 4 και 532 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, με τη διάπραξη νομικών σφαλμάτων από το Εφετείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση των άνω διατάξεων, αλλά για τα σφάλματα αυτά χορηγείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης, το οποίο η συγκεκριμένη διάδικος άσκησε.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δικάζοντας επί της προαναφερόμενης έφεσης της καθ' ης η ανακοπή, δέχτηκε τα ακόλουθα: << Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη πρώτη από τις συνεκδικαζόμενες από 27-1-2015 και με αριθμ.εκθ.καταθ. 286/4-5-2015 έφεση της καθ' ης η ανακοπή με την οποία προσβάλλεται η με αριθμό 4/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 15-10-2013 και με αριθμ.εκθ.καταθ. 1552ΤΠ50/16-10-13 ανακοπής της ανακόπτουσας περί αναγνώρισης της ανειλικρίνειας αρνητικής δήλωσης της καθ' ης επί κατασχέσεως απαιτήσεως οφειλέτη της ανακόπτουσας και με την οποία (απόφαση ) έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω ανακοπή.

Όπως όμως προκύπτει από τη σχετική με αριθμό 141 ΕΦ14/29-1-2015 έκθεση της αρμόδιας γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, τη συνημμένη στο επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως που υπάρχει στη δικογραφία, το δικόγραφο αυτής (εφέσεως) κατατέθηκε, την 29-1-2015, χωρίς το οικείο παράβολο των διακοσίων (200,00) ευρώ, μολονότι τούτο ζητήθηκε, ούτε εξάλλου, από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα έγγραφα προκύπτει ότι έλαβε χώρα τέτοια κατάθεση αλλά ούτε και γίνεται σχετική αναφορά για κατάθεση παραβόλου στις κατατεθείσες προτάσεις την 20-10-2017 κατά τη συζήτηση της εφέσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, έγγραφες προτάσεις (βλ.

τις από 19-10-2017 έγγραφες προτάσεις της εκκαλούσας καθ' ης η ανακοπή με την επ' αυτών πράξη καταθέσεως της γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου)>>. Με βάση τα ανωτέρω απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Το Εφετείο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη την από 27-1-2015 έφεση της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 495 παρ 4 και 532 ΚΠολΔ, αφού η αναιρεσείουσα δεν κατέβαλε, παρότι της ζητήθηκε, το παράβολο των διακοσίων(200) ευρώ μέχρι τη συζήτηση της έφεσης, μέτρο το οποίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβανομένου υπόψη και του ύψους του αντικειμένου της δίκης, δεν είναι τόσο επαχθές, ώστε να θεωρηθεί ότι περιορίζει υπέρμετρα το δικαίωμά της για δικαστική προστασία και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω η προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο, κατ εκτίμηση αυτού, αιτίαση, περί παραβίασης από το Εφετείο της διάταξης του άρθρου 227 Κ.Πολ.Δ. λόγω παράλειψης του καθήκοντος του Εισηγητή, στα πλαίσια της καθοδηγητικής του διαδίκου λειτουργίας του, να καλέσει τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, να προσκομίσει το παράβολο, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ., αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο τελευταίο μέρος της μείζονος σκέψης, δεν ήταν επιτρεπτή η προσκόμιση του παραβόλου μετά τη συζήτηση της έφεσης και ως εκ τούτου δεν υπήρχε υποχρέωση του Εισηγητή να προβεί στη σχετική πρόσκληση, σε κάθε περίπτωση δε, διότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων που ενεργούν στο όνομα του και δεν αφορούν τη δημόσια τάξη.

Επομένως ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά ανωτέρω μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά της 15/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, και κατά το μέρος που απέρριψε ως απαράδεκτη την από 27-1-2015 έφεση της καθ' ης η ανακοπή, πρέπει να απορριφθεί κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις .

ΙΙ ) Επί της από 12-7-2018 αίτησης αναίρεσης της καθ' ης η ανακοπή κατά το μέρος που προσβάλλεται η 4/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής ή ανακοπής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ. ΑΠ 2/2008) . Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 15-10-2013 ανακοπής, η οποία έχει το προαναφερόμενο περιεχόμενο, προκύπτει ότι η ανακόπτουσα εκθέτει σ' αυτήν ότι προς ικανοποίηση των περιγραφόμενων χρηματικών αξιώσεών της σε βάρος της ... ΑΕ, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης ως τρίτης, χρηματικών αξιώσεων της ... ΑΕ σε βάρος της ( καθ'ης η ανακοπή ), καθώς και ότι η καθ' ης η τελευταία υπέβαλε νομότυπα αρνητική δήλωση, η οποία είναι αναληθής, ήτοι περιέχει όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον της ανακόπτουσας για την άσκηση της ανακοπής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 982, 983, 985, 986, 988, 990 του Κ.Πολ.Δ. .

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι στο δικόγραφο της ανακοπής δεν διαλαμβάνονταν τα στοιχεία που θεμελίωναν την νομιμοποίηση και δικαιολογούσαν το έννομο συμφέρον της ανακόπτουσας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν ο παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.

ΑΠ 14/2004),ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ανακοπής, ένστασης ή αντένσταση και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ανακοπής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΑΠ 120/2018) .

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 25/2003). Τέλος, από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982, 983, 985, 986 και 988 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν αναγκαστικά και χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή.

Η κατάσχεση αυτή (στα χέρια τρίτου) γίνεται με επίδοση στον τρίτο και εντός οκτώ το αργότερο ημερών από την σ' αυτόν επίδοση και στον καθ' ου η εκτέλεση, εγγράφου (κατασχετηρίου), που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στο άρθρο 983 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία. Ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, οφείλει εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρo 988 Κ.Πολ.Δ., άλλως δε, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή αν αυτή είναι ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης.

Η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, χορηγεί το δικαίωμα σ' αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ανωτέρω (ρητή ή σιωπηρή) αρνητική δήλωση, κατ' άρθρο 986 Κ.Πολ.Δ., να ασκήσει, στο κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιο δικαστήριο, ανακοπή, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 επ.

Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενος ανακρίβεια της δήλωσης και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (άρθρο 990 ΚΠολΔ ). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής, είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο.

Η ανακρίβεια δε της αρνητικής δήλωσης κρίνεται αντικειμενικά, δηλαδή, ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη αυτού. Αντικείμενο, συνεπώς, της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποίους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος.

Αν η ανακοπή γίνει δεκτή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, η απόφαση υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό (ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 448/2016, ΑΠ 96/2016, ΑΠ 480/2012, ΑΠ 1065/2009). Με την τελεσιδικία της ανωτέρω επί ανακοπής απόφασης και την δι' αυτής αναγνώριση της ανειλικρίνειας της αρνητικής δήλωσης, αίρονται αναδρομικά οι συνέπειες από την αρνητική δήλωση του τρίτου και κατ' ακολουθίαν επέρχεται αναδρομικά η αναγκαστική εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης από το χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα έπρεπε να καταβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 988 παρ 1 εδ α ΚΠολΔ, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωση, ήτοι αφού περάσουν οκτώ ημέρες αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

Επομένως, η κατασχεθείσα απαίτηση δεν αποτελεί στοιχείο της πτωχευτικής περιουσίας του καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον η πτώχευση του τελευταίου κηρύχθηκε μετά την επελθούσα εκχώρηση της απαίτησης στον κατασχόντα, έστω και αν ο κρίσιμος χρόνος της εκχώρησης εμπίπτει στην ύποπτη περίοδο .Τούτων δεδομένων, όταν η πτώχευση κηρύσσεται κατά τη διάρκεια της δίκης επί ανακοπής του άρθρου 986 ΚπολΔ, η επί της ανακοπής δίκη συνεχίζεται.

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς με την προσβαλλόμενη 4/2015 απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: << Η καθ'ης η ανακοπή ασκεί εμπορική δραστηριότητα με αντικείμενο την εμπορία ηλεκτρικού και ηλεκτρολογικού υλικού. Απέκτησε τη μορφή της Α.Ε το έτος 2004 από μετατροπή της << ... Ο.Ε>>. Μέτοχοί της είναι ο Ι.

Χ. του Κ. σε ποσοστό 27,05% και οι θυγατέρες του Ε. Χ. και Α. Χ. σε ποσοστό 46,475 % εκάστη. Το Δ.Σ εξελέγη για πενταετή θητεία στις 30-6-2010 και αποτελείται από τους εν λόγω τρεις μετόχους (τον πατέρα και τις δύο κόρες του). Μαζί με άλλες οκτώ επιχειρήσεις ομοίου αντικειμένου συνέστησε το 2002 τη ... ΑΕ με ισόποση συμμετοχή 11% εκάστη.

Οι εν λόγω εταιρίες μαζί με άλλες συνεργαζόμενες του ίδιου δικτύου προέβαιναν σε μαζικές παραγγελίες προς τις μεγάλες προμηθεύτριες εταιρίες του χώρου μέσω της ... Α.Ε. Κατ' αυτόν τον τρόπο λόγω του μεγάλου όγκου των παραγγελιών επιτύγχαναν προνομιακές τιμές, που θα αδυνατούσαν να επιτύχουν, αν ενεργούσαν μεμονωμένα.

Για κάθε αγοροπωλησία ο εκάστοτε πωλητής προμηθευτής εξέδιδε παραστατικά (τιμολόγιο και δελτίο αποστολής) με αντισυμβαλλόμενη αγοράστρια την ... Α.Ε. Αυτή στη συνέχεια εξέδιδε παραστατικά (τιμολόγιο και δελτίο αποστολής) με αντισυμβαλλόμενη για την περαιτέρω μεταβίβαση λόγω πωλήσεως την ενδιαφερόμενη για τον εξοπλισμό εταιρία - μέλος του δικτύου της ....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθ. 1436/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ... Α.Ε. υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ποσό των 852.154,60 ευρώ πλέον νομίμων τόκων για το επιμέρους ποσό των 500.603,66 ευρώ από 4.1.2013 και για το επιμέρους ποσό των 351.550,94 ευρώ από 11.1.2013 και δικαστική δαπάνη ποσού 17.043 ευρώ.

Επικυρωμένο αντίγραφο από πρώτο απόγραφο εκτελεστό της διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στην ... Α.Ε. στις 25.1.2013 με επιταγή προς πληρωμή κεφαλαίου, τόκων και δικαστικής δαπάνης συνολικού ποσού 874.164,79 ευρώ που αναλύεται ως εξής : α) για επιδικασθέν κεφάλαιο 852.154,60 ευρώ β) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 17.043 ευρώ γ) για τόκους υπερημερίας μέχρι την ημερομηνία της επιταγής προς πληρωμή 3.594,31 ευρώ δ) για δαπάνη επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή 51,66 ευρώ ε) για την αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής και για τη δαπάνη έκδοσης απογράφου 73,80 ευρώ στ) για τέλος απογράφου και χαρτόσημα 87,53 ευρώ και όλα τα ανωτέρω νομιμοτόκως πλην του κονδυλίου των τόκων από την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή στις 25.1.2013 (βλ.

υπ' αριθμ. ....35Ε /25.1.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ν. Α.). Με την υπ' αριθ. 427/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η ίδια εταιρία (... Α.Ε.) υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ποσό των 258.654,87 ευρώ πλέον νομίμων τόκων για το ποσό των 60.476,26 ευρώ από 9.2.2013 και για το υπόλοιπο ποσό από 23.2.2013 και δικαστική δαπάνη ποσού 5.608,68 ευρώ.

Επικυρωμένο αντίγραφο από πρώτο απόγραφο εκτελεστό της διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στην ... Α.Ε. στις 23.5.2013 με επιταγή προς πληρωμή κεφαλαίου, τόκων και δικαστικής δαπάνης συνολικού ποσού 272.000 ευρώ που αναλύεται ως εξής: α) για επιδικασθέν κεφάλαιο 258.654,87 ευρώ β) για τόκους υπερημερίας μέχρι την ημερομηνία της επιταγής προς πληρωμή 5.331,32 ευρώ γ) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 5.608,68 ευρώ δ) για έξοδα και τέλη απογράφου 152 ευρώ ε) για έξοδα αντιγράφου 5 ευρώ στ) για δαπάνη επίδοσης 60 ευρώ και ζ) για την αμοιβή σύνταξης της επιταγής 2.188,13 ευρώ και όλα τα ανωτέρω νομιμοτόκως πλην του κονδυλίου των τόκων από την επομένη της επίδοσης της επιταγής.

Για την ικανοποίηση των εν λόγω απαιτήσεων η ανακόπτουσα προέβη με επίδοση στις 11.9.2013 προς την καθ' ης η κρινόμενη ανακοπή (βλ. υπ' αριθμ. ....27Β/11.9.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Δράμας Κ. Π.) και στις 16.9.2013 προς την καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτρια ... ΑΕ. (βλ. υπ' αριθμ. ....66Ε/ 16.9.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Μ.

Π.) του από 6.9.2013 κατασχετηρίου, σε αναγκαστική κατάσχεση, στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή ως τρίτης, της απαίτησης της καθ' ης η κατάσχεση οφειλέτιδας ... Α.Ε. κατά της καθ' ης η ανακοπή μέχρι του ποσού των 1.200.000 ευρώ, το οποίο αναλύεται ως εξής: α) από την πρώτη επιταγή προς πληρωμή για την εκτέλεση της πρώτης διαταγής πληρωμής ποσό 874.164,79 ευρώ πλέον τόκων 43.755 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή (26.1.2013) μέχρι 6.9.2013 (ημερομηνία κατασχετηρίου) ήτοι μερικό σύνολο 917.919,79 ευρώ και β) από τη δεύτερη επιταγή προς πληρωμή για την εκτέλεση της δεύτερης διαταγής πληρωμής ποσό 272.000 ευρώ πλέον τόκων 6.315 ευρώ από την επομένη της επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή (21.5.2013) μέχρι 6.9.2013 (ημερομηνία κατασχετηρίου) ήτοι μερικό σύνολο 278.315 ευρώ και συνολικά για απαίτηση 1.196.234,79 ευρώ πλέον αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου για τη σύνταξη του κατασχετηρίου και εξόδων επιδόσεως ποσού 3.765,21 ευρώ, ήτοι για συνολική απαίτηση 1.200.000 ευρώ.

Η καθ' ης η ανακοπή προέβη σε αρνητική δήλωση (κατ' άρ. 985 ΚΠολΔ) με την υπ' αριθμ. ...2/18.9.2013 δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...ς. Συγκεκριμένα δήλωσε ότι δεν έχει καμμία οφειλή προς την ... Α.Ε. και ότι στον αλληλόχρεο λογαριασμό που εξυπηρετεί τις δοσοληψίες των δύο εταιριών η καθ' ης η ανακοπή εμφανίζεται ως πιστωτική, διότι το πρώτο εξάμηνο του 2013 αναγκάστηκε να αναδεχθεί και να εξοφλήσει διάφορα ποσά προς διάφορους προμηθευτές - πιστωτές της ...

Α.Ε., οι οποίοι αν δεν λάμβαναν χρήματα σε εξόφληση των οφειλών της ... δεν δέχονταν να πωλήσουν αυτοτελώς εμπορεύματα στην καθ' ης η ανακοπή, λόγω της ιδιότητάς της ως μέλος της ... Α.Ε. Η εν λόγω αρνητική δήλωση ελέγχεται ως ανειλικρινής με την κρινόμενη ανακοπή μετά δε τον κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα προσδιορισμό του παραδεκτού σκέλους αιτήματος στο ποσό των 164.888,20 ευρώ, αντικείμενο της δίκης καθίσταται το αν κατά τον κρίσιμο χρόνο επιβολής της επίμαχης κατάσχεσης εις χείρας τρίτου υφίστατο ή όχι απαίτηση της ...

Α.Ε. προς την καθ' ης η ανακοπή που κάλυπτε το εν λόγω μειωμένο ποσό των 164.888,20 ευρώ. Όσον αφορά την ειλικρίνεια ή μη της αρνητικής απάντησης της καθ' ης ότι (κατά τον χρόνο της κατάσχεσης) δεν είχε καμμία οφειλή προς την ... Α.Ε. αποδείχθηκαν τα εξής. Στις 11. 9.2013 η καθ' ης η ανακοπή όφειλε στην ... Α.Ε. (καθ' ης η κατάσχεση) σημαντικά μεγαλύτερο αυτού των 164.888,20 ευρώ ποσό και δη αυτό των 1.040.070 ευρώ, η δε απαίτηση της ...

δεν ήταν εξαρτημένη από αντιπαροχή. Η εν λόγω απαίτηση απορρέει από την ανωτέρω περιγραφόμενη σχέση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιριών και αποτελεί το υπόλοιπο οφειλής από το τίμημα διαδοχικών πωλήσεων ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού υλικού που πωλήθηκε και παραδόθηκε από την ... προς την καθ' ης η ανακοπή μέχρι τον Δεκέμβριο του 2012.

Στην από 4.12.2012 απόφαση της έκτακτης αυτόκλητης Γενικής Συνέλευσης της καθ' ης αναφέρεται η ύπαρξη οφειλής της τελευταίας προς την ... ποσού 1.040.070 ευρώ. Συγκεκριμένα με την εν λόγω απόφαση της Γ.Σ. της καθ' ης αποφασίστηκε η μείωση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 448.800 ευρώ για την κάλυψη ζημιών προηγούμενων χρήσεων με ακύρωση 14.960 μετοχών και η ταυτόχρονη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 1.040.070 ευρώ με κεφαλαιοποίηση των οφειλών της καθ' ης προς την ...

και την έκδοση 34.669 νέων ονομαστικών μετοχών, τις οποίες θα αναλάμβανε η ... (βλ. σχετική ανακοίνωση για καταχώριση της απόφασης στο ΓΕΜΗ την 17.12.2012 στο προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 14471/18.12.2012 ΦΕΚ). Με την από 17.2.2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της καθ' ης αποφασίστηκε η ακύρωση της ανωτέρω από 4.12.2012 απόφασης της Γ.Σ. (βλ.

σχετική ανακοίνωση για καταχώριση της απόφασης στο ΓΕΜΗ την 11.06.2013 στο προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 3477/14.6.2013 ΦΕΚ). Συνεπεία της δεύτερης αυτής απόφασης αναβίωσε η αναφερόμενη στην πρώτη απόφαση οφειλή της καθ' ης προς την .... Η καθ' ης με τις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι τυγχάνει μέτοχος της ... και μία από τις εννέα επιχειρήσεις που συνέστησαν την ...

με ποσοστό 11% εκάστη. Ότι σκοπός της ... είναι να αγοράζει χονδρικά για λογαριασμό της και των μετόχων της, να υποβοηθάει την εμπορική δραστηριότητα των μετόχων της και να συνάπτει συμφωνίες για λογαριασμό δικό της και των μετόχων της. Ότι εν καιρώ οι συνεργαζόμενες επιχειρήσεις έφτασαν τις είκοσι εννέα.

Ότι με μαζικές παραγγελίες που έκανε η ... επιτυγχάνονταν οι καλύτερες δυνατές τιμές αγοράς και ότι έκαστο μέλος του ομίλου από μόνο του λόγω του χαμηλού κύκλου εργασιών του δεν θα μπορούσε να επιτύχει απευθείας εμπορική συναλλαγή με τους μεγάλους προμηθευτές της αγοράς. Ότι στα τέλη του 2012 η ... παρουσίασε συσσωρευμένες ζημίες, προερχόμενες από μέλη της, τα οποία δεν αποπλήρωναν εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις τους.

Αναφέρει αναλυτικά οφειλές προς την ... άλλων εταιριών του ομίλου όπως της α) ... Α.Ε. ποσού 1.405.558 ευρώ β) της ... Α.Ε. ποσού 1.590.000 ευρώ γ) της ... Α.Ε. ποσού 1.293.000 ευρώ και δ) της ... ποσού 1.258.680 ευρώ. Ότι από τον Οκτώβρη του 2012 οι μέτοχοι της ... διαφώνησαν για τη στήριξη της .... Ότι η πλειοψηφία αρνήθηκε να συνδράμει και ότι απέμειναν στην προσπάθεια διάσωσης της ...

τρεις επιχειρήσεις και συγκεκριμένα η ίδια (η καθ' ης η ανακοπή), η ... Α.Ε. και η ... Α.Ε. Ότι οι τρεις εταιρίες αποφάσισαν να αγοράσουν τις μετοχές των αποχωρούντων μετόχων και ότι καταβάλλοντας από 250.000 ευρώ περίπου εκάστη κατέστησαν από 3.12.2012 αποκλειστικοί μέτοχοι της ... με ίση συμμετοχή. Ότι σε μια "απέλπιδα" (κατά τη χρησιμοποιούμενη διατύπωση) προσπάθεια να προλάβουν τη σφράγιση των επιταγών και να επιτύχουν το άνοιγμα των πιστωτικών ορίων των τραπεζών που απαιτούσαν βελτίωση του ενεργητικού της ...

αποφάσισαν οι εναπομείναντες μέτοχοι την κεφαλαιοποίηση των (χρεών των) εταιριών τους προς την ... με το σκεπτικό ότι, επειδή οι τρεις εταιρίες έχουν μεγάλο ενεργητικό και είναι κερδοφόρες, η απόκτηση μετοχών τους από την ... θα επαύξανε και το δικό της ενεργητικό, οπότε οι Τράπεζες θα ξεπερνούσαν τις επιφυλάξεις τους.

Ότι στις 4.12.12 η καθ' ης η ανακοπή προέβη σε "κεφαλαιοποίηση" οφειλών της προς την ... προκειμένου να αυξηθεί η περιουσία της τελευταίας. Ότι αναγνώρισε χρέη πολύ μεγαλύτερα από το πραγματικό κατά τη στιγμή της κεφαλαιοποίησης χρέος. Ότι στις 4.12.2012 η καθ' ης η ανακοπή όφειλε στην ... μόλις το ποσό των 166.834,81 ευρώ, το οποίο δεν ήταν καν ληξιπρόθεσμο, ενώ προέβη σε πλασματική - αφηρημένη αναγνώριση, χρέους ύψους του πολύ μεγαλύτερου, ποσού των 1.040.070 ευρώ.

Ότι σε ανάλογες ενέργειες προέβησαν και άλλες εταιρίες που διατήρησαν μετοχές της .... Ότι οι σχετικές κεφαλαιοποιήσεις ήταν άκυρες γιατί η ... αποκτούσε το 100% των εταιριών που κατείχαν το 100% των μετοχών της κατά παράβαση του άρ. 16 του Ν. 2190/1920. Ότι τελικά τα νομικά τμήματα των Τραπεζών απέρριψαν την περαιτέρω χρηματοδότηση της ...

λόγω ακυρότητας των σχετικών κεφαλαιοποιήσεων και ότι για τον λόγο αυτό οι τρεις εταιρίες προχώρησαν σε ακύρωση των κεφαλαιοποιήσεων με τις αποφάσεις των ΓΣ από 17.2.2013 για την καθ' ης που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 3477/14.6.2013, από 17.6.2013 δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 3526/17.6.2013 για την ... Α.Ε. και από 7.6.2013 δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ 3321/7.6.2013 για τη ...

Α.Ε. Στην συνέχεια εκθέτει ότι ήταν ειλικρινής η αρνητική της απάντηση, καθόσον κατά τον χρόνο της επίδικης κατάσχεσης ο αλληλόχρεος λογαριασμός που εξυπηρετούσε τις δοσοληψίες της με την ... εμφάνιζε χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος της ..., διότι (όπως) υποστηρίζει το πρώτο εξάμηνο του 2013 αναγκάστηκε να αναδεχθεί και να εξοφλήσει "διάφορα ποσά προς διάφορους προμηθευτές - πιστωτές της ..." (κατά την χρησιμοποιούμενη διατύπωση), οι οποίοι διαφορετικά δεν θα δέχονταν να πωλήσουν εμπορεύματα στην καθ' ης.

Ότι στις 11.9.2013, όταν η ανακόπτουσα επέβαλε την κατάσχεση, η καθ' ης είχε εξοφλήσει πλήρως το ποσό των 166.834,81 ευρώ ήδη από 18.2.2013, όταν ακυρώθηκε και η σχετική κεφαλαιοποίηση. Ότι από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της καρτέλας από το ισοζύγιο συναλλαγών με την ... προκύπτει ότι στις 4.12.2012 (ημέρα της κεφαλαιοποίησης) η οφειλή της προς την ...

ανερχόταν σε 166.834,81 ευρώ και από άλλο προσκομιζόμενο απόσπασμα της καρτέλας προκύπτει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάσχεσης η ... όφειλε προς την καθ' ης η ανακοπή το ποσό των 186.697,79 ευρώ. Με τους ανωτέρω ισχυρισμούς ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης ανακοπής. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι η απαίτηση της ...

Α.Ε. ποσού 1.040.070 ευρώ που αναφέρεται στην από 4.12.2012 απόφαση της Γ.Σ. της καθ' ης ήταν υπαρκτή και ότι ως εκ τούτου η καθ' ης αναγνώρισε πραγματικά αληθινή απαίτηση και όχι πλασματικά (εικονικά) ανύπαρκτη απαίτηση. Η καθ' ης η ανακοπή με τις ανωτέρω παλινδρομήσεις της αυτοαναιρείται, υπονομεύοντας την αξιοπιστία της.

Η πεποίθηση του Δικαστηρίου περί του υπαρκτού της απαίτησης ενισχύεται από το ότι η καθ' ης συνομολογεί κατά τα ανωτέρω ότι τον Δεκέμβριο του 2012 υπήρχαν οφειλές προς την ... Α.Ε. άλλων μελών του ως άνω ομίλου ακόμη μεγαλύτερες απ' αυτές της καθ' ης. Συνομολογείται (βλ. σελ. 5 προτάσεων) ότι α) η ... Α.Ε. όφειλε 1.405.558 ευρώ β) η ...

Α.Ε. ποσό 1.590.000 ευρώ γ) η ... Α.Ε. ποσό 1.293.000 ευρώ δ) η ... ποσό 1.258.680 ευρώ. Επιπλέον στην προσκομιζόμενη από την καθ' ης έγκληση από 31.7.2014 που υποβάλλεται μεταξύ άλλων από την καθ' ης και τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της Ι. Χ. Σ. Τ. αναφέρονται τα ίδια χρέη (βλ. σελ. 12). Στην ίδια έγκληση αναφέρεται ότι τον Δεκέμβριο του 2012 η αληθινή και όχι πλασματική οφειλή της ...

Α.Ε., η οποία σημειωτέον είναι μεταξύ των εταιριών που διατήρησαν τη συμμετοχή τους στην ..., είχε ανέλθει στο ποσό των 2.905.821,97 ευρώ (βλ. σελ. 22) σε αντιδιαστολή με τις φερόμενες ως εν μέρει πλασματικές οφειλές των άλλων δύο εταιριών (της καθ' ης και της ... βλ. σελ.23 και 24). Η καθ' ης τελούσε προφανέστατα σε γνώση της κατά το έτος 2012 συσσώρευσης των ανωτέρω χρεών, διότι ο Πρόεδρος του Δ.Σ.

και Διευθύνων Σύμβουλος της καθ' ης ήταν ταυτόχρονα μέλος και Διευθύνων Σύμβουλος της .... Η καθ' ης διέβλεπε δια του εκπροσώπου της την επερχόμενη κατάρρευση της ... Α.Ε. και γνώριζε ομοίως ότι η ... δεν προέβαινε σε δικαστικές ενέργειες για την είσπραξη των κατά των μελών της απαιτήσεων. Συνεπεία των ανωτέρω αξιολογείται ως μη πειστικός ο ισχυρισμός ότι ειδικά η διοίκηση της καθ' ης η ανακοπή επέδειξε τέτοια αυτοσυγκράτηση, ώστε η προς την ...

οφειλή της να περιορίζεται (δήθεν) κατά τον Δεκέμβριο του 2012 στο ποσό των 166.834,81 ευρώ, την ίδια χρονική στιγμή που τα άλλα μέλη του ομίλου δημιουργούσαν τα ανωτέρω πολλαπλάσια ανοίγματα που ξεπερνούσαν σημαντικά το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ για το καθένα. Για την απόδειξη του ισχυρισμού της, η καθ' ης προσκομίζει μεταξύ άλλων αποσπάσματα μιας καρτέλας που φέρεται ότι απεικονίζει τις δοσοληψίες μεταξύ της καθ' ης και της ...

Α.Ε. Συγκριμένα προσκομίζει εκτυπωμένα αποσπάσματα από τη μηχανογραφικώς τηρούμενη "καρτέλα" που φέρεται ότι αποτυπώνει τις δοσοληψίες της με την ... α) από 3.12.12 έως 6.12.2012 β) από 23.1.2013 έως 18.2.2013 και γ) από 6.9.2013 έως 4.10.2013. Σημειώνεται ότι το απόσπασμα των τηρουμένων από την καθ' ης βιβλίων δεν συνιστά έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 444 παρ. 1 και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι δεν προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσον από τις εν λόγω διατάξεις ούτε από κάποια άλλη.

Θα μπορούσε ενδεχομένως να υπάρχει έγκυρη σχετική δικονομικού χαρακτήρα συμφωνία ότι η απαίτηση θα αποδεικνύεται πλήρως με τέτοιο απόσπασμα. Ωστόσο, εν προκειμένω δεν υπήρξε τέτοια δικονομική σύμβαση ούτε συμφωνία λειτουργίας ανοικτού λογαριασμού και ως εκ τούτου τα προσκομιζόμενα αποσπάσματα αυτά στερούνται της απαραίτητης για την απόδειξη του ισχυρισμού της καθ' ης αποδεικτικής δυνάμεως.

Εξάλλου κατά το άρθρο 447 ΚΠολΔ, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνον αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 (πρβλ. ΑΠ 2206/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος). Επιπλέον μεταξύ της καθ' ης και της ... δεν είχε καταρτισθεί σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού στον οποίο θα καταχωρούνταν όλες οι πιστοχρεώσεις από την, μεταξύ τους, εμπορική συνεργασία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ, 47 και 64- 67 του ν.δ. "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών της 17-7/14-8-1923" και από την έμμεση, αλλά σαφή αναφορά των διατάξεων αυτών στον αλληλόχρεο λογαριασμό ως νομική σχέση που διέπεται από τα γνωστά στο νομοθέτη εμπορικά έθιμα και συνήθειες, συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός ή τρεχούμενος), λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, εκ των οποίων τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση να μην επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβήνονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρχει.

Έπεται ότι δεν υπάρχει τέτοιος λογαριασμός οσάκις, κατά την φύση της συμβάσεως, ο ένας συμβαλλόμενος καθίσταται μόνον πιστωτής και ουδέποτε οφειλέτης, ο δε άλλος μόνον οφειλέτης και ποτέ πιστωτής, δυνάμενος απλώς να εξοφλεί τμηματικά το χρέος του, έτσι ώστε οι εκάστοτε καταβολές να γίνονται για την αντίστοιχη απαλλαγή του από το χρέος.

Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν ο ένας συμβαλλόμενος αγοράζει είδη με πίστωση και καταβάλει κατά διαστήματα διάφορα ποσά για μερική εξόφληση των οφειλών του, οπότε δεν υπάρχει μεταξύ τους σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού αποκλείεται η δυνατότητα να γίνει ο πωλητής οφειλέτης του αγοραστή και ο τελευταίος πιστωτής του πωλητή, αλλά υπάρχουν μεταξύ τους ανεξάρτητες αγοραπωλησίες με πίστωση του τιμήματος, τμηματικώς εξοφλητέου, στην περίπτωση δε αυτή ο τυχόν τηρούμενος από τον ένα συμβαλλόμενο λογαριασμός έχει τον χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού και όχι αλληλόχρεου λογαριασμού.

Εν προκειμένω ο τηρούμενος από την καθ' ης λογαριασμός για αποκλειστικά δική της εξυπηρέτηση (μέσω λογιστικών καρτελών) έχει τον χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού και όχι αλληλόχρεου λογαριασμού καθώς ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι η καθ' ης η ανακοπή θα ήταν πάντοτε οφειλέτιδα της ... Α.Ε., ενώ η τελευταία πάντοτε πιστώτρια της καθ' ης η ανακοπή και τούτο διότι σε τούτο συνίστατο καθεαυτή η ύπαρξη της ...

και του περί αυτής δικτύου, ήτοι στην μαζική προμήθεια από την ... μέσω μεγάλου όγκου και αριθμού παραγγελιών από τις μεγάλες προμηθεύτριες εταιρίες με προνομιακές τιμές (λόγω της μαζικότητας των παραγγελιών) και στην περαιτέρω μεταβίβαση λόγω πωλήσεως των εν λόγω ειδών από την ... προς τις εταιρίες μετόχους της και μέλη του δικτύου της.

Ως εκ τούτου η καθ' ης αγόραζε από την ... ηλεκτρολογικό και ηλεκτρονικό υλικό με πίστωση του τιμήματος, ενώ κατέβαλλε κατά διαστήματα διάφορα ποσά για μερική εξόφληση των οφειλών της και έτσι καθ' όλη της διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας τους η καθ' ης υπήρξε μόνον οφειλέτιδα και ουδέποτε πιστώτρια. Το γεγονός δε και μόνο ότι, με δική της πρωτοβουλία και για να παρακολουθεί την εξέλιξη των μετά της ...

συναλλαγών της, η καθ' ης τηρούσε λογιστικό, δοσοληπτικό λογαριασμό (καρτέλα πελάτη), στον οποίον καταχωρούσε τις οφειλές της για το τίμημα των εμπορευμάτων που παραλάμβανε δυνάμει των διαδοχικών αγοραπωλησιών και τις έναντι αυτών μερικότερες, εκ μέρους της, καταβολές, δεν αρκεί για να προσδώσει στο λογαριασμό αυτό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις συνέπειες του αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αυτές δεν απετέλεσαν αντικείμενο σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας (ΕφΑΘ 2784/2012, ΕφΠειρ 359/2011 Τ.Ν.Π.

Νόμος). Τονίζεται ότι η καρτέλα δεν προσκομίζεται ολόκληρη σε συνέχεια, αλλά αποσπασματικά για τα χρονικά διαστήματα α) μεταξύ 3.12.12 και 6.12.2012 β) μεταξύ 23.1.2013 και 18.2.2013 και γ) από 6.9.2013 έως 4.10.2013. Επισημαίνεται ακόμη πως όταν στις 17.2.2013 φέρεται ότι καταχωρείται η διαγραφή από τις χρεώσεις του ποσού των 1.040.070 ευρώ, συνεπεία της από 17.2.2013 απόφασης για την ακύρωση της κεφαλαιοποίησης, ο λογαριασμός εμφανίζει ακόμη χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της καθ' ης της τάξεως των 370.957,72 ευρώ, το οποίο υπερκαλύπτει το κρίσιμο στην κρινόμενη υπόθεση ποσό των 164.888,20 και το οποίο (χρεωστικό υπόλοιπο) μέσα σε μία μόλις ημέρα (στις 18.2.2013) εξανεμίζεται και μετατρέπεται σε πιστωτικό {από το - 370.957,72 ευρώ στο + 105.710,01 ευρώ, ήτοι διαφορά 476.667,73 ευρώ) με δεκατέσσερις εγγραφές την ίδια ημέρα περί πληρωμής προμηθευτών.

Τονίζεται ότι δεν προσκομίζονται από την καθ' ης παραστατικά για την απόδειξη των εν λόγω πληρωμών προς προμηθευτές, καίτοι αυτό θα ήταν ευχερές και θα επέτρεπε την επαλήθευση του σχετικού ισχυρισμού. Ομοίως δεν προσκομίζεται η ανάλογη καρτέλα της ..., την οποία ευχερώς θα μπορούσε να λάβει πριν από την πτώχευση της ... (αφού ο Ι.

Χ. είναι διευθύνων σύμβουλος της ...) ή να ζητήσει αντίγραφο της από τον σύνδικο (μετά την κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα πτώχευση αυτής), για να επαληθευτεί μέσω διασταύρωσης των στοιχείων η αντιστοιχία των εγγραφών. Επιπλέον δεν αναφέρει ποιοι ήταν οι προμηθευτές (ή οι πιστωτές της ... εν γένει) που έλαβαν τα ποσά των πληρωμών, για να υπάρχει η δυνατότητα διερεύνησης της αλήθειας του ισχυρισμού και ανταπόδειξης από την ανακόπτουσα.

Συνεπεία των ανωτέρω και ο ισχυρισμός της καθ' ης ότι η όποια απαίτηση της ... αποσβέστηκε με τον συνυπολογισμό των υποτιθέμενων υπέρ της ... πληρωμών που φέρεται ότι έγιναν από την καθ' ης το πρώτο εξάμηνο του 2013 αποδεικνύεται αβάσιμος. Ακόμη το επιχείρημα της καθ' ης ότι η ύπαρξη μίας απαίτησης της τάξεως του 1.000.000 ευρώ θα έπρεπε να εμφανίζεται στους ισολογισμούς της καθ' ης τυγχάνει απορριπτέος, διότι η τιμολόγηση των μεταβιβαζόμενων στην καθ' ης εμπορευμάτων ελεγχόταν από τα πρόσωπα, συνδεόμενα με τη διοίκηση της καθ' ης, καθόσον ο Πρόεδρος του Δ.Σ.

της καθ' ης ήταν και Διευθύνων σύμβουλος της ... (βλ. ΦΕΚ 795/19.7.2010 για τη διοίκηση της καθ' ης και ΦΕΚ 12608/8.11.2012 για τη διοίκηση της ...). Υπήρχε επομένως η δυνατότητα να εμφανίζονται στους ισολογισμούς, βάσει των στοιχείων των συναλλαγών που θα επιθυμούσαν οι διοικήσεις να εμφανίζονται, η επιθυμητή κατά τα συμφέροντα των επιχειρήσεων εικόνα, γεγονός το οποίο καθιστούσε ευχερέστερο το ότι η καθ' ης προμηθευόταν το σύνολο σχεδόν του αντικειμένου της εμπορίας της μέσω της ...

για τους λόγους που προαναφέρθηκαν (προνομιακές τιμές από τους μεγάλους προμηθευτές). Αυτό δε που αποδυναμώνει έτι περαιτέρω τον σχετικό ισχυρισμό της καθ' ης είναι ότι αν δεν είχε προβεί σε ανάκληση της περί κεφαλαιοποίησης απόφασης της Γ.Σ. θα είχε προφανώς αποτυπωθεί διαφορετική και συμβατή με την κεφαλαιοποίηση εικόνα στον ισολογισμό της καθ' ης, παρά την κατά τους ισχυρισμούς της ανυπαρξία της απαίτησης, στην αναγνώριση της οποίας στηρίχθηκε η κεφαλαιοποίηση.

Περαιτέρω, η παράνομη κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας της καθ' ης κεφαλαιοποίηση των οφειλών της προς την ... με την απόφαση της 4.12.12 φέρεται κατά τα αναφερόμενα στις προτάσεις της ότι έγινε με παρότρυνση τραπεζών. Σημειώνεται ότι επρόκειτο πράγματι για πρακτική ασύμβατη με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρ. 16 του Ν. 2190/1920, που απαγορεύουν σε μια Α.Ε.

να αποκτά δικές της μετοχές συνολικής ονομαστικής αξίας που υπερβαίνει το ένα δέκατο (1/10) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της, διότι η ... Α.Ε. αποκτούσε εμμέσως το 100% των δικών της μετοχών μέσων των εταιριών (μελών του δικτύου της), τις μετοχές των οποίων αποκτούσε κατά πλειοψηφία η ίδια (η ...). Ο ισχυρισμός της καθ' ης ότι οι ίδιες Τράπεζες που προέτρεψαν σε τέτοια ενέργεια, απέρριψαν στη συνέχεια ως παράνομη την κεφαλαιοποίηση ελέγχεται ως μη πειστικός.

Περαιτέρω ο ισχυρισμός της καθ' ης ότι η ανακοπή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος, επειδή η ... Α.Ε. πτώχευσε, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Η πτώχευση της ... κηρύχθηκε στις 22.10.2013 με τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 21627/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την τελεσιδικία της επί της ανακοπής του άρ. 986 ΚΠολΔ απόφασης και την - δι' αυτής - αναγνώριση της ανειλικρίνειας της αρνητικής δήλωσης αίρονται αναδρομικά οι από την αρνητική δήλωση του τρίτου συνέπειες και κατ' ακολουθίαν επέρχεται αναδρομικά η αναγκαστική εκχώρηση της κατασχεμένης απαίτησης από τον κατά το άρ. 988 παρ. 1 ΚΠολΔ χρόνο, που ο τρίτος, αν έκανε καταφατική δήλωση, θα υποχρεούτο σε πληρωμή, ήτοι από την ενάτη ημέρα μετά την αρνητική δήλωση.

Επομένως, αν η πτώχευση επακολουθήσει (όπως στην προκειμένη υπόθεση στις 22.10.2013) της κατά τα ανωτέρω μεταβιβάσεως (με κρίσιμη εν προκειμένω την 27.9.2013 - ενάτη ημέρα από την αρνητική δήλωση) η κατασχεθείσα απαίτηση δεν περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία ως ανήκουσα πλέον στον κατασχόντα και όχι στον πτωχεύσαντα καθ' ου η εκτέλεση και οσάκις η πτώχευση κηρύσσεται κατά τη διάρκεια της ανακοπής του άρ. 986 η κατόπιν της ανακοπής δίκης συνεχίζεται (βλ.

Μ. ό.π. άρθρο 983 παρ. 449 σελ. σ. 1326 επ. και υπό άρθρο 985 παρ. 463 υπό στοιχείο V β σελ. 1387, Β. ό.π. σελ. 97 υπό άρθρο 985 αριθμ. 16 σελ.97, ειδικά δε για τον χρόνο της δια της αναγκαστικής εκχώρησης αναδρομική μεταβίβαση της απαίτησης στον κατασχόντα βλ. Μ. ό.π. παρ. 463 σ. 1385, παρ. 475 σελ. 1436, παρ. 476 σελ. 1439, Β. ό.π. υπό άρθρο 985 σελ. 96, υπό άρθρο 988 σελ. 129, Ν.

σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κ. - Κ. - Ν. υπ' αριθμ. 23 σελ. 1924 και τον ίδιο σε "Αναγκαστική Εκτέλεση" 2012 σ. 452). Επομένως, η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναγνωριστεί ότι κατά τον χρόνο που επιδόθηκε το από 6.9.2013 κατασχετήριο στην καθ' ης, ήτοι στις 11.9.2013 υφίστατο απαίτηση της ...

Α.Ε. και αντίστοιχη υποχρέωση της καθ' ης η ανακοπή, στα χέρια της οποίας ως τρίτης επιβλήθηκε η παραπάνω κατάσχεση από την ανακόπτουσα να καταβάλει στην τελευταία ποσό που υπερκάλυπτε το ποσό των 164.888,20 ευρώ>>. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές υποχρέωσε την καθ' ης να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ποσό των 164.888,20 ευρώ .

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να δεχθεί εν μέρει την ανακοπή με τις ανωτέρω σκέψεις του, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 982,983, 985,985,986, 990 ΚΠολΔ και 513 επ Α.Κ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα ότι η ανακόπτουσα προς ικανοποίηση της ένδικης αξίωσής της σε βάρος της ...

ΑΕ, ύψους 164.888,20 ευρώ, προέβη στις 11-9-2013 σε κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή ως τρίτης, της απαίτησης της ... κατά της καθ' ης η ανακοπή, ύψους 1.040.070 ευρώ, προερχόμενη από οφειλόμενο τίμημα πώλησης προϊόντων της προς την τελευταία καθώς και ότι η 542/18-9-2013 αρνητική δήλωση της καθ' ης η ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...ς, ότι δεν έχει καμία οφειλή προς τη ...

ΑΕ, είναι ανειλικρινής, πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την ουσιαστική βασιμότητα της στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 986 ΚΠολΔ ένδικης ανακοπής. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους, κατ εκτίμηση αυτών, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε επί της ανωτέρω ανακοπής (και όχι επί έφεσης, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο, περί εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 516, 987 ΚΠολΔ και 87-88 του ν.δ της 17-7-1923, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον αυτές δεν εφαρμόστηκαν ούτε και ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επίσης, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους, από το άρθρο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της (αναιρεσείουσας) περί του ότι η αναγνώριση από την ίδια απαίτησης της ... ΑΕ σε βάρος της, ύψους 1.040.000 ευρώ ήταν πλασματική, η δε απαίτηση της ... ΑΕ σε βάρος της, ύψους 166.834,81 ευρώ στις 4-12-2012, είχε εξοφληθεί πριν την επιβολή της ένδικης κατάσχεσης.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν <<πράγματα>>, κατά την έννοια που αναφέρεται τη μείζονα σκέψη, αλλά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς, που συνέχονται με την ιστορική βάση της ανακοπής, οι οποίοι, όμως, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ελήφθησαν υπόψη και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της ανακοπής γεγονότων.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των προαναφερθέντων κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν για την παραδοχή της ανακοπής(982,983, 985,985,986, 990 ΚΠολΔ) .Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους με το οποίο, υπό την επίκληση των ίδιων πλημμελειών από τους αριθμούς 8 και 19, πλήττεται η περί πραγματικών γεγονότων κρίση της προσβαλλόμενης ως προς την ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι η εκτίμηση των αποδείξεων εκφεύγει, καθεαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε ή δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε.

Τέλος, το απόσπασμα από τα βιβλία που τηρούν οι έμποροι δεν συνιστά έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 444 παρ. 1 και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σ αυτό, διότι δεν προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσον από τις εν λόγω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη. Είναι όμως έγκυρη σχετική δικονομικού χαρακτήρα συμφωνία, ότι η απαίτηση θα αποδεικνύεται πλήρως με τέτοιο απόσπασμα, οπότε το απόσπασμα αυτό επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου.

Αν δεν υπάρχει τέτοια δικονομική σύμβαση και εάν δεν υπάρχει και συμφωνία λειτουργίας ανοικτού λογαριασμού, τα αποσπάσματα αυτά στερούνται της ανωτέρω αποδεικτικής δύναμης. Κατά δε το άρθρο 447 ΚΠολΔ, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνον αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 1479/2011, ΑΠ 2206/2009).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατά έτερο μέρος τους, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 11 περ.γ, και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Πρωτοδικείο, παραβιάζοντας τις διατάξεις του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων αλλά και τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ, δεν έλαβε υπόψη τα αποτελούντα πλήρη απόδειξη αποσπάσματα από τα εμπορικά της βιβλία και δη αποσπάσματα ισοζυγίου αναλυτικού καθολικού (καρτέλα πελάτη), στα οποία αποτυπώνονταν οι χρεωπιστώσεις των επίδικων ημερομηνιών, τα οποία νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε για την απόδειξη των προαναφερόμενων ισχυρισμών της .

Από τις περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ότι τα εκτυπωμένα αποσπάσματα από τη μηχανογραφικώς τηρούμενη <<καρτέλα >> πελάτη δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 444 παρ. 1 και 448 ΚΠολΔ, που αποτελούν πλήρη απόδειξη, αφού δεν υπάρχει συναφής δικονομική σύμβαση, ούτε συμφωνία λειτουργίας ανοικτού λογαριασμού, προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, με τις παραδοχές του αυτές, δεν παραβίασε τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 444 παρ 1 και 448 ΚΠολΔ, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν ιδιωτικά έγγραφα, κατά την έννοια των αμέσως ανωτέρω διατάξεων, που αποτελούν πλήρη απόδειξη, ενόψει των ανέλεγκτων παραδοχών του περί έλλειψης σχετικής δικονομικής σύμβασης και έλλειψης συμφωνίας λειτουργίας ανοικτού λογαριασμού.

Περαιτέρω από τις περιλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητές βεβαιώσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για την ανυπαρξία οφειλής της προς τη ...

ΑΕ, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της αναιρεσείουσας, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, ως έγγραφα μαρτυρίας (έγγραφα που περιλαμβάνουν βεβαίωση της αναιρεσείουσας για περιστατικά που βρίσκονται έξω από αυτά).

Μάλιστα το περιεχόμενο αυτών, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δεν απέρριψε την ανακοπή ελλείψει εννόμου συμφέροντος, μολονότι δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα αναγγέλθηκε για την ένδικη απαίτησή της στην πτώχευση της ...

ΑΕ, άλλως ότι εσφαλμένως δέχτηκε ότι η κατασχεθείσα απαίτηση δεν περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και συνεπώς αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει διάταξη σχετική με αναγγελία της ανακόπτουσας στην πτώχευση της ...

ΑΕ. Περαιτέρω από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πτώχευση της καθ' ης η εκτέλεση ... ΑΕ στις 22-10-2013 επακολούθησε του χρόνου της αναγκαστικής εκχώρησης της αξίωσης στις 27-9-2013 στην ανακόπτουσα ( ορθή ημερομηνία αναγκαστικής εκχώρησης η 25-9-2013,ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε η προθεσμία των οκτώ ημερών από την επίδοση στις 16-9-2013 του από 6-9-2013 κατασχετηρίου στην καθ' ης η εκτέλεση) και ως εκ τούτου η κατασχεθείσα απαίτηση δεν περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία, ως ανήκουσα πλέον στην ανακόπτουσα, προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 982,983, 985,985,986 ΚΠολΔ και 513 επ Α.Κ, καθώς και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των ανωτέρω εφαρμοστέων κανόνων, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος κατά το επικουρικό του μέρος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το άρθρο 178 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκβαση της νίκης ή της ήττας του καθενός, προκύπτει ότι, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην απόφαση του ότι συντρέχει η προϋπόθεση του ως άνω άρθρου, κατανέμει αυτά ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός, η περί αυτού δε κρίση του είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και υποχρέωσε την καθ' ης η ανακοπή να καταβάλει στην ανακόπτουσα το ποσό των 164.888,20 ευρώ, καταδίκασε την καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσα, να πληρώσει στην ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσίβλητη μέρος από της δικαστικής της δαπάνης << ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας τους, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 178 παρ 1 ΚΠολΔ )>>, την οποία όρισε στο ποσό των 4.950 ευρώ.

Η αναιρεσείουσα με το τελευταίο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, παραπονείται ότι το Πρωτοδικείο με την παραπάνω περί δικαστικής δαπάνης διάταξη εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠολΔ και δεν της επιδίκασε δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι απορρίφθηκε η ανακοπή κατά το 90% της αξιούμενης απαίτησης.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο, προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση από το Πρωτοδικείο της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 178 ΚΠολΔ είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω νομικά δεδομένα, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού στην απόφαση γίνεται ρητή βεβαίωση περί εφαρμογής του άρθρου 178 παρ 1 ΚΠολΔ, με συνέπεια, η κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ύψος των δικαστικών εξόδων να είναι ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση από 12-7-2018 αίτηση, με την οποία ζητείται αναίρεση α) της 15/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και β) της 4/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των παραβόλων των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ και τετρακοσίων (400) ευρώ αντιστοίχως, που καταβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της από 12-7-2018 αίτησης αναίρεσης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ). IIΙ) Επί της από 18-4-2018 αίτησης αναίρεσης της ανακόπτουσας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982, 983, 985, 986, 988, 990 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι κατά της αναληθούς δήλωσης ή παράλειψης δήλωσης του τρίτου στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, αυτός που επέβαλε την κατάσχεση έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ανωτέρω (ρητή ή σιωπηρή) αρνητική δήλωση.

Α) Αν η ανακοπή γίνει δεκτή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει, η απόφαση υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό ( ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 448/2016, ΑΠ 96/2016, ΑΠ 480/2012, ΑΠ 1065/2009 ). Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία του άρθρου 986 ΚΠολΔ, επέρχεται έκπτωση του κατασχόντα από το δικαίωμά του ασκήσει ανακοπή και να αμφισβητήσει την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου (ΑΠ 448/2016) ή να ζητήσει καταβολή του κατασχεθέντος ή την καταβολή αποζημίωσης ( ΑΠ 15/1993 ) .

Μετά την επέλευση του χρονικού σημείου της έκπτωσης δεν είναι δυνατή η αναβίωση του δικαιώματος δανειστή με την επιβολή νέας κατάσχεσης σε βάρος της ίδιας οφειλής του τρίτου, ακόμη και αν παραιτηθεί από την πρώτη κατάσχεση. Β) Αν η ανακοπή απορριφθεί τελεσίδικα, επειδή η αρνητική δήλωση είναι αληθής, επέρχεται αυτοδίκαιη παύση των συνεπειών της κατάσχεσης, οι οποίες δεν αναβιώνουν ούτε με επιβολή νέας κατάσχεσης της ίδιας απαίτησης.

Το ίδιο αποτέλεσμα της αυτοδίκαιης παύσης των συνεπειών της κατάσχεσης επέρχεται και αν αυτός που επιβάλλει την κατάσχεση δεν ασκήσει ανακοπή, επειδή η αρνητική δήλωση είναι αληθής, στην περίπτωση δε αυτή ο τελευταίος, προς αναβίωση των συνεπειών της κατάσχεσης, δεν μπορεί να επιβάλλει νέα κατάσχεση σε βάρος της ίδιας απαίτησης.

Στην περίπτωση, όμως, που για οποιοδήποτε λόγο μεταβληθούν οι συνθήκες, δηλαδή, μετά την άρση των συνεπειών της κατάσχεσης, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των τριάντα ημερών από τη δήλωση του τρίτου για άσκηση ανακοπής, υφίσταται πλέον η απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση σε βάρος του τρίτου κατά του οποίου επιβλήθηκε η πρώτη κατάσχεση, δεν εμποδίζεται η επιβολή νέας κατάσχεσης, εφ' όσον αυτός που επέβαλε την πρώτη κατάσχεση διατηρεί την απαίτηση κατά του καθ' ου η εκτέλεση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη 15/2018 απόφασή του, δικάζοντας επί της από 31-3-2015 έφεσης της ανακόπτουσας δέχθηκε τα ακόλουθα: << Από την διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επισημάνθηκε από την πλευρά της καθ' ης ότι η ανακόπτουσα έχει κατασχέσει και άλλη φορά την ίδια απαίτηση- ως λαμβανόμενο αυτεπαγγέλτως υπόψιν - ζήτημα νομιμότητας (παραδεκτού) της ανακοπής, ενώ με την προσθήκη στις προτάσεις της η ανακόπτουσα συνομολογεί ότι με το από 26-1-2013 κατασχετήριο της, είχε προβεί σε κατάσχεση εις χείρας της καθ' ης η ανακοπή της ίδιας απαίτησης της ...

Α.Ε κατά της καθ' ης η ανακοπή για το ποσό των 874.164,79 ευρώ πλέον τόκων από την επομένη της επίδοσης της επιταγής προς πληρωμή (26-1-2013) {ήτοι (874.164+ τόκοι ποσού 1.017,86 ευρώ από την 26-1-2013 (επομένη επιδόσεως της πρώτης επιταγής προς πληρωμή) μέχρι την 31-1-2013 (ημέρα επίδοσης της πρώτης κατάσχεσης)=875.181,86 ευρώ} και ότι η καθ'ης η ανακοπή είχε προβεί και στην πρώτη περίπτωση σε αρνητική δήλωση.

Η εν λόγω κατασχεθείσα απαίτηση με την προηγηθείσα κατάσχεση ταυτίζεται μέχρι το ύψος του ποσού της με την απαίτηση που κατασχέθηκε με τη δεύτερη επίμαχη στην κρινόμενη υπόθεση από 11-9-2013 κατάσχεση. Σημειώνεται ότι η εν λόγω από 7-2-2013 αρνητική δήλωση υπ'αριθμ. 57/7-2-2013 επί της πρώτης κατάσχεσης προσκομίστηκε από την ίδια την ανακόπτουσα και απ'αυτήν επιβεβαιώνεται η πρώτη κατάσχεση που της κοινοποιήθηκε την 31-1-2013 και βεβαίως η αρνητική απάντηση της καθ' ης.

Επιπλέον, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ανακόπτουσας που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συνομολογείται η πρώτη κατάσχεση, η επ' αυτής αρνητική δήλωση της καθ' ης αλλά και η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά της πρώτης υπ.αριθμ. 57/7-2-2013 αρνητικής δήλωσης όπως και ότι η ανακόπτουσα δεν παραιτήθηκε, ούτε παραιτείται από την πρώτη κατάσχεση, σημειωτέον δε ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε ανακοπή κατά της ως άνω πρώτης αρνητικής απάντησης.

Συνεπεία των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, η κρινόμενη ανακοπή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς το αναγνωριστικό αίτημά της- το οποίο και μόνον με την συνκρινόμενη έφεση προσβάλλεται - μέχρι του ποσού των 875.181,86 ευρώ της κατασχεθείσας απαίτησης, δοθέντος ότι η ίδια απαίτηση της ...

κατά της καθ'ης η ανακοπή κατασχέθηκε με την προηγηθείσα από 26-1-2013 κατάσχεση και ότι με την άπρακτη παρέλευση της νομίμου προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά της υπ'αριθμ. 57/7-2-2013 αρνητικής δήλωσης επήλθε έκπτωση της ανακόπτουσας προς άσκηση νέας- δεύτερης ανακοπής και συνεπώς προς αμφισβήτηση της αναλήθειας της δηλώσεως μέχρι του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η πρώτη κατάσχεση, ενώ δεν είναι δυνατόν να αναβιώσει το δικαίωμα της ανακόπτουσας προς αμφισβήτηση της αρνητικής δήλωσης της καθ ής με την μεθόδευση της επιβολής νέας κατάσχεσης επί της αυτής απαίτησης η οποία εξάλλου (νέα κατάσχεση) ουδόλως συνιστά επανάληψη της πρώτης κατάσχεσης, αφού δεν προβλέπεται από το νόμο επανάληψη διαδικαστικής πράξεως όπως αβάσιμα η εκκαλούσα διατείνεται με την υπό κρίση έφεσή της.

Ως εκ τούτου η ανακοπή είναι απαράδεκτη για το ποσό των 875.181,86 ευρώ, το οποίο (απαράδεκτο) ωστόσο δεν καταλαμβάνει και το υπόλοιπο που προκύπτει από την διαφορά του αιτήματος της κατασχεθείσας απαίτησης, που προσδιορίζεται από το αίτημα της κρινόμενης ανακοπής (1.040.070 ευρώ) από το ποσό της πρώτης κατάσχεσης, για το οποίο υφίσταται το απαράδεκτο (875.181,86 ευρώ), ήτοι (1.040.070-875.181,86=164.888,20 ευρώ) δεδομένου ότι η πρώτη κατάσχεση δεν καταλαμβάνει το όλον της απαίτησης επί της οποίας επιβάλλεται αλλά η δεσμευτική της ενέργεια εκτείνεται μόνον μέχρι του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε, ενώ ως προς το επιπλέον οφειλόμενο δεν υφίσταται στέρηση της εξουσίας διαθέσεως της καθ' ης η εκτέλεση και τυχόν επόμενη κατάσχεση -αναγκαστική ή συντηρητική- όπως έλαβε χώρα στην προκείμενη περίπτωση θεωρείται ως πρώτη κατάσχεση σε σχέση με το επιπλέον ποσό (πρβλ.

Γ.Ν. "Αναγκαστική Εκτέλεση", έκδοση 2012, σελ. 435, υποσημείωση 537, Γ.Ορφανίδης, οι προϋποθέσεις για την επιβολή της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου - 41° πανελλήνιο συνέδριο Ελλήνων Δικονομολόγων ). Συνακόλουθα, ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την υπό κρίση ανακοπή για το ποσό των 875.181,86 ευρώ και στη συνέχεια ως προς το υπόλοιπο της κατασχεθείσας απαίτησης που αντιστοιχεί στη διαφορά των 164.888,20 ευρώ αναφορικά με το οποίο υφίσταται, με δύναμη πλέον δεδικασμένου, ως προελέχθη, ότι κατά τον χρόνο που επιδόθηκε το από 6-9-2013 κατασχετήριο στην καθής, ήτοι στις 11-9-2013 υφίστατο απαίτηση της ...

Α.Ε και αντίστοιχη υποχρέωση της καθ'ης η ανακοπή, στα χέρια της οποίας, ως τρίτης επιβλήθηκε η ως άνω κατάσχεση από την ανακόπτουσα να καταβάλει στην τελευταία το ποσό των 164.888,20 ευρώ, δεν έσφαλε και ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός της εκκαλούσας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος και μη υπάρχοντος άλλου (λόγου) η έφεση στο σύνολο της>>.

Όμως από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, καθώς και από τα έγγραφα που η αναιρεσείουσα- ανακόπτουσα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ, αφού προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης η παραβίαση κανόνων δικαίου (ΑΠ 1959/2007), προκύπτει ότι η 57/7-2-2013 αρνητική δήλωση που υπέβαλε η καθ' ης η ανακοπή ήταν αληθινή,γι' αυτό και δεν προσβλήθηκε με ανακοπή από την επισπεύδουσα την αναγκαστική εκτέλεση (... ...

ΑΕ), με συνέπεια από 10-3-2013 που παρήλθε η προθεσμία άσκησης ανακοπής να έχουν παύσει αυτοδικαίως οι συνέπειες της πρώτης κατάσχεσης. Συγκεκριμένα, στις 31-1-2013 που επιβλήθηκε από την ανακόπτουσα η πρώτη κατάσχεση σε βάρος της καθ'ης ως τρίτης για το ποσό των 875.181,86 ευρώ, δεν υπήρχε αξίωση της καθ'ης η ανακοπή σε βάρος της καθ' ης η εκτέλεση (...

ΑΕ), καθόσον με την από 14-12-2012 απόφαση της έκτακτης αυτόκλητης γενικής συνέλευσης των μετόχων της καθ' ης η ανακοπή (... ΑΕ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ), που δημοσιεύθηκε νομότυπα στο Φ.Ε.Κ και στο Γ.Ε.Μ.Η με αριθμό 14471/18-12-2012,η καθ' ης η ανακοπή είχε προβεί σε κεφαλαιοποίηση των οφειλών της προς τη ... ΑΕ, ύψους 1.040.070 ευρώ και σε έκδοση 34.669 νέων μετοχών, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ καθεμίας προς τη ...

ΑΕ. Μετά την υποβολή της ανωτέρω αρνητικής δήλωσης στις 7-2-2013,με την από 17-2-2013 απόφαση της έκτακτης αυτόκλητης γενικής συνέλευσης των μετόχων της καθ' ης η ανακοπή, που δημοσιεύθηκε νομότυπα στο Φ.Ε.Κ και στο Γ.Ε.Μ.Η με αριθμό 3477/14-6-2013, αποφασίστηκε η ακύρωση της ανωτέρω απόφασης περί κεφαλαιοποίησης των οφειλών της καθ' ης η ανακοπή προς τη ...

ΑΕ και ουσιαστικά αναβίωσε η ανύπαρκτη κατά το χρόνο της πρώτης κατάσχεσης οφειλή της καθ' ης η ανακοπή προς τη ... ΑΕ. Αφού, λοιπόν, μετά την άρση των συνεπειών της πρώτης κατάσχεσης μεταβλήθηκαν οι συνθήκες και υπήρχε πλέον απαίτηση της καθ' ης η εκτέλεση ... ΑΕ σε βάρος της καθ' ης η ανακοπή- τρίτης κατά της οποίας επιβλήθηκε η πρώτη κατάσχεση, δεν εμποδιζόταν για την ίδια απαίτηση η επιβολή της δεύτερης κατάσχεσης που επιβλήθηκε στις 11-9-2013, αφού η ανακόπτουσα που επέβαλε την πρώτη κατάσχεση διατηρούσε την απαίτηση κατά της καθ' ης η εκτέλεση.

Κατόπιν των ανωτέρω, κατ' αποδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης της ανακόπτουσας, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η τελευταία μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 982,983 και 986 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε κατ ουσίαν την από 31-3-2015 έφεση της ανακόπτουσας κατά της 4/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της από 18-4-2018 αίτησης αναίρεσης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει Α) την από 18-4-1018 αίτηση της ΑΕ με την επωνυμία ... ... για αναίρεση της 15/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και Β) την από 12-7-2018 αίτηση της ΑΕ με την επωνυμία ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ για αναίρεση της ίδιας ανωτέρω απόφασης καθώς και της 4/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς .

Απορρίπτει την 12-7-2018 αίτηση αναίρεσης της ΑΕ με την επωνυμία <<... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ>> για αναίρεση των αποφάσεως 15/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και 4/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας .

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των κατατεθέντων από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλων, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450 ) και τετρακοσίων (400) ευρώ αντιστοίχως .

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων .

Δέχεται την από 18-4-2018 αίτηση της ΑΕ με την επωνυμία << ... ... >>.

Αναιρεί την με αριθμό 15/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά το μέρος που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 31-3- 2015 έφεση της αναιρεσείουσας -ανακόπτουσας ΑΕ με την επωνυμία <<... ...>> κατά της 4/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων .

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ