Legislator Case Law & Legislation
1261/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to failure of appellants to appear in court personally as required by law.

Case Number 1261/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's judgment. The appellants, represented by counsel, failed to appear in person at the hearing, violating the mandatory personal appearance requirement for parties in civil proceedings. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible and ordered the appellant to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 96(3), 104, and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio the lack of personal appearance by parties, and if they fail to appear in person, the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
personal appearance requirement cassation appeal inadmissibility ex officio examination Code of Civil Procedure court costs award party representation rules Supreme Court procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(3) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1261 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1261/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ευσταθόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Α. Α., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "....", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φαίδωνα Κεδίκογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6330/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4656/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κυριάκος Οικονόμου ανέγνωσε την από 11-12-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φαίδωνα Κεδίκογλου. Πλην, ο ως άνω δικηγόρος, παριστάμενος ως πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, δεν αποδεικνύει τη χορήγηση σ' αυτόν πληρεξουσιότητος προς εκπροσώπηση τούτων, με συνέπεια οι αναιρεσίβλητοι να θεωρούνται δικονομικώς απόντες.

Από τις υπ' αριθ.10899,10898,10906 και 10900 της 25-9-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Φ., που προσκομίζει και επικαλείται η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι στους αναιρεσίβλητους επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 29-1-2018, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση αυτών, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως προς όλους τους διαδίκους (αρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) (ΑΠ 38/2017).

Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017).

Εν προκειμένω, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 4656/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος και κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Περαιτέρω, καθ' ο μέρος αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί εξαπάτησής της από μέρους των τριών πρώτων εναγομένων, τόσο ως προς την οικονομική τους επιφάνεια και την εν γένει φερεγγυότητά τους, όσο και ως προς την πρόθεσή τους να εκπληρώσουν τις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις τους, δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ουσιαστική βασιμότητά του.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι διαβεβαίωσαν ψευδώς την ενάγουσα ως προς την οικονομική τους επιφάνεια και τη φερεγγυότητά τους. Αντιθέτως, προέκυψε ότι η δεύτερη και ο τρίτος εξ αυτών δραστηριοποιούνται με επιτυχία στο χώρο της εμπορίας επίπλου και φαρμάκων αντίστοιχα, ενώ διαθέτουν ακίνητη περιουσία, ενώ, ακίνητη περιουσία προέκυψε ότι διαθέτει και η πρώτη των εναγόμενων.

Ομοίως, δεν αποδείχτηκε ότι οι ανωτέρω διαβεβαίωσαν ψευδώς την ενάγουσα ότι πρόκειται να εκπληρώσουν τις ανειλημμένες από τη σύμβαση υποχρεώσεις τους, ενώ, η αλήθεια ήταν ότι δεν είχαν πρόθεση να το πράξουν. Ειδικότερα, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των 50.000 ευρώ, ήδη, σε χρόνο προγενέστερο της κατάρτισης του ιδιωτικού συμφωνητικού, σε λογαριασμό της τετάρτης των εναγομένων, καθ' ο χρόνο η τελευταία ανήκε στην ενάγουσα, ενώ, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, έχουν τακτοποιήσει με αναχρηματοδότηση δυνάμει δανείου, που έλαβαν με προσωπικές τους εγγυήσεις, τη μία από τις δύο οφειλές της τετάρτης των εναγόμενων προς την Τράπεζα Πειραιώς, ποσού 135.000 ευρώ, για την αποπληρωμή της οποίας, σύμφωνα με την ίδια ως άνω κατάθεση, είχε εγγυηθεί ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ...

Επίσης, σύμφωνα με την κατάθεση του ιδίου μάρτυρα, έχουν καταβάλει το ποσό των 10.000 (ενν. ευρώ) περίπου προς την ενάγουσα έναντι του καταβλητέου σε αυτή του τιμήματος. Περαιτέρω, από τον προσκομιζόμενο από την ενάγουσα ισολογισμό της τετάρτης εναγομένης της 31ης Δεκεμβρίου 2007, σύμφωνα με τον οποίο ο ισολογισμός της εταιρικής χρήσης του έτους 2007 εμφανίζει κέρδη ύψους 157.141,00 ευρώ, ενώ κατά το έτος 2006 εμφάνιζε ζημία ύψους 250.394,51 ευρώ, συνάγεται βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της εταιρίας μετά την ως άνω πώληση των μετοχών της στους εναγομένους και ότι τμήμα των αναφερομένων στο συνημμένο στο ένδικο συμφωνητικό παράρτημα οφειλών έχουν εκπληρωθεί.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η μη καταβολή από μέρους των εναγομένων του συνόλου του συμφωνηθέντος τιμήματος (γεγονός το οποίο συνομολογείται από τους τελευταίους) δεν αποδεικνύει πρόθεση εξαπάτησης της ενάγουσας κατά την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως, αλλά εντάσσεται στα πλαίσια της πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους από τη σύμβαση αυτή.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα περιστατικά, οι πρώτη, δεύτερη και τρίτος των εναγομένων δεν επέδειξαν προς την ενάγουσα παραπλανητική συμπεριφορά, ούτε προκάλεσαν σε αυτή πλάνη με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε επικαλουμένη απόκρυψη από μέρους τους της πρόθεσής τους να αποπληρώσουν το τίμημα με προϊόν δανείου, που επρόκειτο να λάβουν, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ως αληθής, δεν είναι εν προκειμένω κρίσιμη, καθόσον από τις ίδιες τις περιστάσεις και δη από το περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού, δεν προκύπτει ότι οι τρεις πρώτοι των εναγομένων είχαν ιδιαίτερη υποχρέωση να διευκρινίσουν τον τρόπο με τον οποίο θα αποπλήρωναν το τίμημα.

Εξάλλου, αν ληφθεί υπ' όψιν η κρισιμότητα της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν η τετάρτη εναγομένη, κατά τον χρόνο που καταρτίσθηκε το ένδικο συμφωνητικό και η πίεση που δεχόταν από τα αρμόδια όργανα περί ανάκλησης της αδείας της, κατά τα προαναφερθέντα, συνάγεται σαφώς ότι η ενάγουσα, ακόμη και εάν γνώριζε την πρόθεση των εναγομένων να λάβουν δάνειο προκειμένου να αποπληρώσουν το τίμημα, θα προχωρούσε στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι τρεις πρώτοι των εναγομένων δεν είχαν πρόθεση να λάβουν δάνεια στο όνομά τους ή στο όνομα της τετάρτης εναγόμενης, εγγυώμενοι όμως οι ίδιοι ως πρωτοφειλέτες για την προσήκουσα αποπληρωμή του δανείου, δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι τελευταίοι έλαβαν αναχρηματοδότηση με προσωπικές εγγυήσεις για ένα από τα δάνεια που είχε λάβει η τετάρτη εξ αυτών από την Τράπεζα Πειραιώς.

Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει, επομένως, απορριπτομένου και του ισχυρισμού της ενάγουσας περί απάτης από μέρους των πρώτης, δεύτερης και τρίτου των εναγομένων, να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή και ως προς την προαναφερθείσα βάση ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται - χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή - το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 140,141,142,147 και 184 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρεβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, και εν σχέσει προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν είναι ανεπαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης: α) εκ του γεγονότος ότι - προς απόκρουση υπό του δικαστηρίου της υπό της εναγούσης επικαλουμένης απατηλής συμπεριφοράς των εναγομένων, συνισταμένης, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στην ψευδή διαβεβαίωση του εκπροσώπου της, ότι αυτοί έχουν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και είναι φερέγγυοι - δεν διευκρινίζεται αν η δεύτερη και ο τρίτος των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) ασκούν την εμπορική τους δραστηριότητα με τη μορφή ατομικών επιχειρήσεων ή ως εταίροι εταιρειών, ούτε συνιστά ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία η αναφορά σε επιτυχή εμπορική δραστηριότητα χωρίς προσδιορισμό των κερδών από τη δραστηριότητα αυτή, β) εκ του μη προσδιορισμού υπό του δικαστηρίου της αξίας της ακίνητης περιουσίας των (τριών πρώτων) εναγομένων, μετά την παραδοχή προς θεμελίωση ή ενίσχυση της φερεγγυότητας τούτων ότι αυτοί έχουν ακίνητη περιουσία, Επίσης, η αναφερομένη στην προσβαλλομένη κρίση-παραδοχή ότι "Ομοίως, δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω διαβεβαίωσαν ψευδώς την ενάγουσα ότι πρόκειται να εκπληρώσουν τις ανειλημμένες από τη σύμβαση υποχρεώσεις τους ενώ, η αλήθεια είναι ότι δεν είχαν πρόθεση να το πράξουν" δεν συνιστά ασαφή και σε κάθε περίπτωση αντιφατική αιτιολογία, διότι αφ' ενός μεν η απάλειψη της εκ παραδρομής τεθείσης λέξεως "δεν" πριν από τη φράση "είχαν πρόθεση" αποκαθιστά την εκ πρώτης όψεως διαφαινομένη ασάφεια, αφ' ετέρου δε διότι οι ακολούθως διατυπούμενες ως άνω κρίσεις της προσβαλλομένης αίρουν οιανδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία.

Περαιτέρω, στον αυτό ως άνω λόγο του αναιρετηρίου διαλαμβάνονται τα εξής : "Με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε επιπλέον ότι η μη καταβολή εκ μέρους των εναγομένων του συνόλου του συμφωνηθέντος τιμήματος (γεγονός το οποίο συνομολογείται από τους τελευταίους) εντάσσεται στα πλαίσια της πλημμελούς εκπληρώσεως των υποχρεώσεων τους από τη σύμβαση αυτή.

Η εν λόγω όμως αιτιολογία είναι ελλιπής, καθόσον I) στην προκειμένη περίπτωση, που οι εναγόμενοι κατέβαλαν συνολικά έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των μετοχών, που ανερχόταν στο ποσό των 1.850.000 ευρώ, μόνο 195.000 ευρώ, αυτό δεν αποτελεί πλημμελή εκπλήρωση αλλά μη εκπλήρωση. IΙ. Δεν εξηγείται ο λόγος που οι εναγόμενοι αθέτησαν την υποχρέωσή τους να καταβάλουν το τίμημα, αφού κατά τις παραδοχές ήταν φερέγγυοι ως επιτυχημένοι έμποροι και κύριοι ακίνητης περιουσίας.

IIΙ. Δεν αναφέρεται πού στηρίζεται η κρίση του Εφετείου ότι η μη καταβολή εκ μέρους των εναγομένων του συνόλου του συμφωνηθέντος τιμήματος δεν αποδεικνύει πρόθεση εξαπατήσεως της ενάγουσας, ενόψει και της παραδοχής ότι αυτοί ήταν, κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως, φερέγγυοι. IV. Δεν διευκρινίζεται, πώς από το γεγονός, που δέχεται η προσβαλλόμενη, ότι η εταιρεία μετά την αγορά των μετοχών της από τους εναγόμενους και συγκεκριμένα κατά την εταιρική χρήση του έτους 2007, βελτίωσε την οικονομική της κατάσταση, εμφανίζοντας κέρδη 157.141 ευρώ, συνάγεται ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν και τμήμα των αναφερόμενων στο ένδικο ιδιωτικό συμφωνητικό οφειλών της εταιρείας, ενώ επιπλέον δεν αναφέρονται συγκεκριμένες ως προς το ύψος και τους δανειστές οφειλές που δήθεν πληρώθηκαν".

Ως προς τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, συμφώνως προ τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, εφ' όσον οι αιτιάσεις αναφέρονται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, καθώς και σε παράλειψη υπό του δικαστηρίου ιδιαίτερης και διεξοδικής αναλύσεως των μη συνιστώντων αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρημάτων των διαδίκων, εντεύθεν δε πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικώς της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο( αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Δύναται δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εξεδόθη η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. (ΟλΑΠ 9/2000, 14/2005, ΟλΑΠ 23/2008). Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψη και η λήψη τελικώς υπ' όψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν, άνευ νομίμου επικλήσεως, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 τον αριθ.11β' ΚΠολΔ., μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

εξαιρετικές περιπτώσεις. Τέλος, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 511/2016).

Καμία όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει ούτε στον διάδικο που επικαλείται τα αποδεικτικά έγγραφα, να αναφέρει την ημεροχρονολογία καθ' ενός τούτων ή τον τυχόν υπάρχοντα αριθμό πρωτοκόλλου αυτών ή άλλο μερικότερο στοιχείο για την εξειδίκευσή του, ούτε στο δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει σ` αυτήν τέτοια στοιχεία κάθε αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου εγγράφου και ότι τούτο πράγματι προσεκομίσθη νομίμως (ΑΠ 2182/2007).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ. 11 (περ. β) του ΚΠολΔ, ισχυριζομένη ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (σχετικά εξώδικα, αποδείξεις καταβολής δόσεων, έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας, έγγραφο απροσδιόριστο, ανακοίνωση της Νομαρχίας Αθηνών) που οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν επικαλεσθεί νομίμως με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση.

Εκ της παραδεκτώς γενομένης επισκοπήσεως του προσκομιζομένου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει, εν σχέσει προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι αυτοί επεκαλέσθησαν, πλην των άλλων, τα εξής έγγραφα : Στην 4η σελίδα : "Με βάση τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, την παραπάνω συμφωνία μας και την κρατούσα πρακτική η αντίδικος (πωλήτρια ως η μόνη υπόχρεη) ανέλαβε την υποχρέωση όπως καταβάλλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

και τον αναλογούντα φόρο μεταβίβασης μετοχών. Πλην όμως μέχρι σήμερα και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και προσκλήσεις μας προς την αντίδικο (τόσο προφορικές όσο και κατόπιν αποστολής σχετικών εξωδίκων (Σχετ.), η αντίδικος αρνήθηκε εσκεμμένα να το πράξει". Στην 14η σελίδα: "Ακόμα, ο ισχυρισμός αυτός πέρα από αβάσιμος και κατασκευασμένος είναι και ιδιαίτερα καταχρηστικός, αφού τα πλήρη στοιχεία μας προέκυπταν και από σειρά άλλων εγγράφων, τα οποία μάλιστα δημοσιεύτηκαν στην Νομαρχία Αθηνών, όπως τα πρακτικά Γενικής Συνέλευσης των Μέτοχων και το Βιβλίο Μετοχών της Εταιρίας.

Μάλιστα δε η αντίδικος πολλές φορές στο παρελθόν απευθύνθηκε εγγράφως σε εμάς ονομαστικά σχετικά με θέματα της εταιρίας (βλ. αποστολή εξωδίκων (Σχετ.).

Συνεπώς δεν νομιμοποιείται η αντίδικος να επικαλείται δήθεν άγνοια των στοιχείων μας". Στην 16η σελίδα: "Επίσης όπως προκύπτει παραπάνω, έχουμε προχωρήσει τόσο στην εξόφληση και τακτοποίηση τόσο των υποχρεώσεων της εταιρίας, οποίες και συνεχίζουμε να πληρώνουμε, όσο και στην καταβολή του υπολοίπου του τιμήματος που αφορά τις δόσεις προς την αντίδικο.

Ήδη όπως προκύπτει και από την από 5.3.2007 τραπεζική απόδειξη κατάθεσης (Σχετ.) όσο και στην από 8.3.2008 εξώδικο μας (Σχετ.) έχουμε καταβάλλει το ποσό των 50.000 ευρώ και ήδη συνεχίζουμε να καταβάλλουμε τις προβλεπόμενες δόσεις στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Σχετ.), λόγω της κακόπιστης και αντισυμβατικής αρνήσεως της αντιδίκου να εισπράξει τις συμφωνηθείσες δόσεις".

Στην 17η σελίδα: "Ενδεικτικό της παραπλάνησης και εξαπάτησής μας είναι ότι μας απέκρυψαν επιστολές της ..., απ' όπου προέκυπτε το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης, ενώ αντίθετα χρησιμοποίησαν έγγραφο της ίδιας τράπεζας το οποίο ανέφερε απλά και μόνο το ύψος της οφειλής, χωρίς καν να γίνεται η μνεία ότι αυτό είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό από την εν λόγω τράπεζα (βλ.

σχετικό έγγραφο (Σχετ. )". Στην 27η σελίδα: " Ακόμα, η εταιρία από την ανάληψη από εμάς άρχισε να παρουσιάζει οικονομική ανάκαμψη με αύξηση των κύκλων εργασιών της (τζίρος) (Σχετ.). Συγκεκριμένα δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο τζίρος της εταιρίας από 485.624,67 ευρώ το έτος 2006 επί διοικήσεως της αντιδίκου, ανήλθε στο πόσο των 742.759,45 ευρώ το έτος 2007 επί δικής μας πλέον διοικήσεως και το έτος 2008 ανήλθε στο ποσό των 868.753,20 ευρώ και συνεχώς αυξάνεται.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι με το προηγούμενο καθεστώς (υπό την αντίδικο) η εταιρία βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στα χρέη και οδηγούνταν στην οικονομική καταστροφή, ενώ από το χρόνο που αναλάβαμε εμείς την εταιρία πηγαίνει όλο και καλύτερα (βλ. τους προσκομιζόμενους και επικαλούμενους ισολογισμούς)".

Στην 28η σελίδα: "Επίσης και στην προσπάθειά μας για την επίτευξη του σκοπού και της καλύτερης λειτουργίας της εταιρίας, προβήκαμε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας το οποίο πλέον ξεπερνά το 1.000.000 ευρώ, όπως προκύπτει και από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ανακοίνωση της Νομαρχίας Αθηνών (Σχετ.)".

Η επίκληση των ανωτέρω εγγράφων είναι σαφής και ορισμένη, χωρίς να απαιτείται η αναφορά μερικότερων στοιχείων, αφού προσδιορίζεται το είδος των εγγράφων, ούτως ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητος τούτων και ότι αυτά πράγματι προσεκομίσθησαν, εντεύθεν ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Θέμα δικαστικής δαπάνης δεν τίθεται, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ερημοδικίας των δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 4656/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ