Legislator Case Law & Legislation
1261/2016 AI generated

1261/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1261/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1261/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσεώς του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά, επιλεκτικώς.

Keywords

AI generated
inadequate medical assessment unfit notwithstanding health condition medical reasons improvement in medical condition mental illness medical findings
AI generated
1067/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 2/1/2010 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 576/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 218/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/11/2014 αίτησή τους.
1285/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
730/2017
Της καλούσας-αναιρεσείουσας: Ε.
2120/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι.
974/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1261 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1261/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 3475/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Με κατηγορουμένη την Α. Ζ. του Χ., κάτοικο ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αλεξάνδρα Σπανάκη και με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Ν. συζ. Π., κάτοικο ... η οποία δεν εμφανίστηκε και αστικώς υπεύθυνη την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1037/2015.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο της κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή εντός ενός μηνός από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Ειδικότερα όταν η αναίρεση ασκείται κατ'αποφάσεως, η οποία όπως απαγγέλθηκε είναι εκκλητή η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα αρχίζει από την άνω καταχώρηση, η οποία γίνεται εντός δύο μηνών από την δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ όπως ισχύει με τον Ν. 4274/14-7-2014) Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η παραβίαση ουσιαστικού ποινικού νόμου.

Επομένως, η ασκηθείσα την 28-9-2015 υπ' αριθμ. 38/2015 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 3475/24-6-2015 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, η οποία εξεδόθη παρούσης της κατηγορουμένης και κατεχωρήθη καθαρογραμμένη στο οικείο βιβλίο την 7-8-2015, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και επομένως παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί ως προς την βασιμότητα των λόγων της.

Επειδή, κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα της ευθύνης σκέλος συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης ( δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτή αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου που επιβάλλει συγκεκριμένη ενέργεια ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου για ενέργεια ή από ειδική έννομη σχέση που απορρέει από σύμβαση ή από προηγούμενη μονομερή ενέργεια του υπόχρεου, με την οποία αυτός αυτοβούλως αναδέχεται την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων για έννομα αγαθά τρίτων ή από προγενέστερη συμπεριφορά του υπαιτίου που δημιούργησε τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Εξ άλλου υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια ασθενούς, στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια ή η παράλειψη του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.

Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του ασθενούς απορρέει από το νόμο (άρθρο 24 α.ν. 1565/1939 "Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος"), από τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (άρθρ. 8 του β.δ. 156/6.7.1955 και ήδη ν. 3418/2005 "Περί κανονισμού ιατρικής δεοντολογίας") και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.

Ο ιατρός ευθύνεται αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπε κατά την επιστήμη του να γνωρίζει, δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους και η άγνοια, η επιπολαιότητα ή η απρονοησία του, τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή σε επέμβαση ή σε μη επέμβαση και μη λήψη μέτρων για να αποτραπούν προσβολές ή κίνδυνοι κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής του ασθενούς που επιλήφθηκε.

Έτσι ελέγχεται ο κατηγορούμενος ιατρός για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του υπό την ανωτέρω ιδιότητα του ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς, δηλαδή εάν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή και άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση της παρενέργειας ή επιπλοκής που θα ήταν κίνδυνος να επιφέρει βλάβη της υγείας του ασθενούς, όπως κάθε μέσος ιατρός της ειδικότητάς του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις, όντας σε γνώση του ιστορικού και των συμπτωμάτων του ασθενούς και έχοντας τη δυνατότητα και την εμπειρία να προβλέψει τα δυσμενή αυτά συμπτώματα και τις ακολουθούσες βλάβες που εμφανίζουν ασθενείς υποβαλλόμενοι σε ιατρική επέμβαση (ΑΠ 182/2015).

Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκειμένου ειδικώς για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητος, που θεσπίζεται και από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, υπάρχει όταν:

α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιοποίνου πράξεως, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα, ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχομένης αξιοποίνου πράξεως.

Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσεώς του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά, επιλεκτικώς.

Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων.

Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο (εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας). Δεν συνιστούν όμως έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση της αποδεικτικής αξίας κάποιου αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ή αιτιάσεις για παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης ή συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, παρούσης της κατηγορουμένης, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. ΑΤ-209/2015 αποφάσεώς του, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως και μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ' αυτήν, ήτοι από την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, από την απολογία της κατηγορουμένης και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν επί λέξει τα εξής: "δεν αποδείχθηκε και το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, τελούμενη με παράλειψη, η οποία της αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί αθώα γι' αυτήν.

Ειδικότερα, από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη είναι ιατρός, με την ειδικότητα της μαιευτήρα- γυναικολόγου, και ασκεί το ιατρικό επάγγελμα στην πόλη των Χανίων από το έτος 1999, συνεργαζόμενη και με την ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "...", με την οποία συνδέεται με σχέση πρόστησης, ήτοι με μεταξύ τους σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών η κατηγορουμένη παρέχει με κατ' αποκοπήν αμοιβή τις υπηρεσίες της στην τελευταία, εξυπηρετώντας τα οικονομικά της συμφέροντα.

Η πολιτικώς εγκαλούσα, γεννηθείσα στις 5-3-1981, επισκέφτηκε την κατηγορουμένη στο ιατρείο της, στις 26-2-2008, στην αρχή του τέταρτου μήνα της εγκυμοσύνης της, και συμφωνήθηκε μεταξύ τους η ιατρική παρακολούθηση της πρώτης από τη δεύτερη καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, του τοκετού και της λοχείας. Η εγκυμοσύνη αυτή εξελισσόταν ομαλά, με φυσιολογική ανάπτυξη του εμβρύου, ενώ ως μοναδικές επιπλοκές στην κύηση παρουσιάστηκαν μία αιματουρία και ουρολοίμωξη, για την οποία νοσηλεύτηκε η πολιτικώς ενάγουσα από τις 14-6-2008 έως τις 25-6-2008 στην ως άνω κλινική και αντιμετωπίστηκε η κατάστασή της επιτυχώς και μία πυελονεφρίτιδα, για την οποία νοσηλεύτηκε από τις 25-6-2008 έως τις 26-6-2008, στην ίδια κλινική, με αίσια έκβαση.

Στις 14-7-2008 η πολιτικώς ενάγουσα προσήλθε στο ιατρείο της κατηγορουμένης, αναφέροντας πόνους στο υπογάστριο. Η κατηγορουμένη την εξέτασε και, αφού διέγνωσε πρόωρες συσπάσεις, της συνέστησε άμεση εισαγωγή στην ανωτέρω κλινική, για αναστολή των συσπάσεων και αποφυγή πρόωρου τοκετού. Η πολιτικώς ενάγουσα εισήχθη στην εν λόγω κλινική, όπου έγινε τοκολυτική αγωγή και, ενώ νοσηλευόταν, παρακολουθούμενη από την κατηγορουμένη, στις 17-7-2008 και περί ώρα 21.40 έγινε αυτόματη ρήξη θυλακίου, με διαυγές αμνιακό υγρό και ξεκίνησε αυτόματα φυσιολογικός τοκετός.

Του περιστατικού αυτού, που χαρακτηρίζεται ως οξύς τοκετός, επιλήφθηκε η κατηγορουμένη και πραγματοποίησε αυτόν χωρίς τη χρήση επισκληρίδιου αναισθησίας, λόγω της γρήγορης εξέλιξής του. Ο τοκετός ολοκληρώθηκε επιτυχώς στις 23.20 της ίδιας ημέρας, ακολούθως δε, στις 23.50, η λεχούσα μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της κλινικής για παρακολούθηση, συνοδευόμενη από την κατηγορουμένη, τον σύζυγό της, Π.

Ν., και τον ιατρό- αναισθησιολόγο Ν. Η., οι οποίοι ήταν παρόντες και καθ' όλη τη διάρκεια του τοκετού. Κατά την τοποθέτησή της στο δωμάτιο της κλινικής, ενώ γινόταν λήψη ζωτικών σημείων, όπως συνηθίζεται, από τη μαία της κλινικής Α. Β., με εντολή της κατηγορουμένης, η πολιτικώς ενάγουσα παραπονέθηκε στην ιατρό της για έντονη κεφαλαλγία.

Η αρτηριακή της πίεση ήταν κατά το χρόνο εκείνο, ώρα 00.15 της 18-7-2008, 160/70. Η κατηγορουμένη, σε συνεννόηση με τον παρόντα ως άνω αναισθησιολόγο, της χορήγησε inj Zideron, ήτοι παυσίπονη και ηρεμιστική ένεση. Στη συνέχεια, στις 00.30, μετά από ένα τέταρτο της ώρας, έγινε εκ νέου μέτρηση της αρτηριακής πίεσης της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία βρέθηκε 180/100, οπότε η κατηγορουμένη της χορήγησε Adalat 5 (νιφεδιπίνη) υπογλώσσια.

Στις πρώτες μετρήσεις που ακολούθησαν, η αρτηριακή πίεση της πολιτικώς ενάγουσας ήταν 160/85 στις 00.45 και 140/70 στη 1.00 π.μ., οπότε η κατηγορουμένη, έχοντας ενημερώσει το σύζυγο της πολιτικώς ενάγουσας σχετικά με την κατάστασή της, αποχώρησε από το δωμάτιο αυτής, αφού προηγουμένως έδωσε εντολή στην ανωτέρω μαία να παρακολουθεί τη λεχούσα, μετρώντας την αρτηριακή της πίεση ανά τακτά χρονικά διαστήματα καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας και να την ενημερώσει σε περίπτωση που αυξανόταν, η δε πολιτικώς ενάγουσα, όπως και ο σύζυγός της, κοιμήθηκαν.

Στη 1.40 π.μ. η ΑΠ της λεχούσας ήταν 125/70, στις 3.00 π.μ. ήταν 120/70 και στις 4.30 π.μ. Το πρωί, στις 6.30 π.μ. και αμέσως κατά την αφύπνισή της, η πολιτικώς ενάγουσα εμφάνισε αιφνίδια επεισόδιο τονικοκλονικών σπασμών, διάρκειας ενός λεπτού, οπότε η ανωτέρω μαία, που ήταν παρούσα σε αυτό, ειδοποίησε την κατηγορουμένη και τον αναισθησιολόγο, Ν.

Η.. Οι τελευταίοι μετέβησαν στο δωμάτιο της ασθενούς εντός πέντε λεπτών και, αφού την εξέτασαν, της χορηγήθηκε οξυγόνο, Adalat 5 υπογλώσσια, καθώς η αρτηριακή πίεση βρέθηκε αμέσως μετά τη λήξη του επεισοδίου 180/95 και οι σφίξεις 92, με γεμάτο σφυγμό. Επιπλέον, η κατηγορουμένη έδωσε εντολή στη μαία να ειδοποιήσει το νευρολόγο που συνεργαζόταν με την κλινική, Κ.

Λ., και παράλληλα να γίνει εξέταση γενική ούρων από ουροσυλλέκτη, για έλεγχο πρωτεϊνουρίας, που έδειξε αρνητικό αποτέλεσμα. Αμέσως μετά, εντός δεκαπέντε λεπτών, η ασθενής υπέστη δεύτερο επεισόδιο σπασμών, οπότε της χορηγήθηκε Stedon amp bolus IV και πεντοθάλη. Ακολούθως, αφίχθηκε στην κλινική ο ανωτέρω νευρολόγος, ο οποίος εξέτασε την ασθενή, και ομού με την κατηγορουμένη και τον ως άνω αναισθησιολόγο, κατόπιν ιατρικού συμβουλίου, αποφασίστηκε η διακομιδή της στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων, προκειμένου να γίνει περαιτέρω έλεγχος του εγκεφάλου της με CT ή MRI.

Η τελευταία προσήλθε, συνοδευόμενη από την ιατρό της και τον αναισθησιολόγο, στις 9.00 π.μ. της 18-7-2008, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γ.Ν.Χ. "Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ", όπου εμφάνισε και τρίτο επεισόδιο σπασμών, οπότε της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, με 3 amp Stedon ενδοφλέβια και Epanutin, οι κρίσεις τέθηκαν προοδευτικά υπό έλεγχο και παραπέμφθηκε για MRI εγκεφάλου και νευρολογική επανεκτίμηση.

Η μαγνητική εγκεφάλου που διενεργήθηκε στις 18-7-2008 έδειξε ως ευρήματα την παρουσία μικρής έκτασης υπαραχνοειδούς αιμορραγίας στον δεξιό μετωπιαίο λοβό με συνυπάρχουσες αλλοιώσεις του φλοιού και μερικώς της υποφλοιώδους λευκής ουσίας, ιδιαίτερα των μέσων και κάτω κροταφικών ελίκων αριστερά και σε λιγότερο βαθμό δεξιά, με συνοδές στικτές αλλοιώσεις υψηλού Τ2 σήματος, οι οποίες πιθανότατα να αντιστοιχούσαν σε πετέχειες.

Για το λόγο αυτό νοσηλεύτηκε στη νευροχειρουργική κλινική του ως άνω νοσοκομείου έως τις 29-7-2008, οπότε εξήλθε, σε βελτιωμένη κατάσταση, ενώ η επαναληπτική μαγνητική εγκεφάλου της 25-7-2008 έδειξε παρουσία μόνο υπολειμματικής υπαραχνοειδούς αιμορραγίας και η μαγνητική αγγειογραφία εγκεφάλου της ίδιας ημερομηνίας δεν ανέδειξε σαφή παθολογία ανευρυσματικού ή δυσπλαστικού τύπου στα απεικονιζόμενα τμήματα των εγκεφαλικών αγγείων, στη δε εκλεκτική ψηφιακή παναγγειογραφία εγκεφάλου και αγγείων τραχήλου στην οποία υποβλήθηκε αυτή στις 31-7-2008 δεν παρατηρήθηκε εικόνα ανευρύσματος, αγγειακής δυσπλασίας ή άλλο παθολογικό αγγειακού σχηματισμού κατά την αρτηριακή, παρεγχυματική και φλεβική φάση της αγγειογραφίας.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η πολιτικώς ενάγουσα υπέστη μικρής έκτασης υπαραχνοειδή αιμορραγία του εγκεφάλου μετά από οξύ τοκετό, η οποία αποκαταστάθηκε κατά την προαναφερόμενη νοσηλεία της στη νευροχειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι σήμερα αυτή εμφανίζει κάποια υπολειμματική αναπηρία ή άλλη βλάβη της υγείας της οφειλόμενη στην παραπάνω πάθηση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ίδια.

Και τούτο, διότι το τελευταίο αυτό γεγονός δεν επαληθεύεται από σχετικές, μεταγενέστερες των ανωτέρω, ιατρικές εξετάσεις, καθώς η πολιτικώς ενάγουσα αρνήθηκε να υποβληθεί σε αυτές, οι δε καταθέσεις της ίδιας και του συζύγου της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ότι εμφανίζει περιστατικά βραχυπρόθεσμης αμνησίας και εγκεφαλικές διαλείψεις κατά τη διάρκεια της ημέρας, δεν κρίνονται αρκούντως πειστικές.

Περαιτέρω, από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε ότι η ως άνω βλάβη της υγείας της πολιτικώς ενάγουσας, ήτοι η υπαραχνοειδής αιμορραγία που υπέστη στον εγκέφαλο, προκάλεσε, ως αποτέλεσμα, τα τρία ως άνω επεισόδια τονικοκλονικών σπασμών. Το γεγονός αυτό προκύπτει ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ.

Γ., Κ. Λ. και Α. Κ., ιατρών νευρολόγων, που άπαντες επιλήφθηκαν, με τη σειρά που προεκτέθηκε, του περιστατικού της πολιτικώς ενάγουσας. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε αφενός μεν ότι η πολιτικώς ενάγουσα υπέστη προεκλαμψία και έπειτα εκλαμψία, με αποτέλεσμα την υπαραχνοειδή αιμορραγία αφετέρου δε ότι η υπαραχνοειδής αιμορραγία συνδέεται αιτιωδώς με το επεισόδιο κεφαλαλγίας και αυξημένης αρτηριακής πίεσης που εμφάνισε αυτή αμέσως μετά τον οξύ τοκετό, στις 00.15 της 18-7-2008.

Ειδικότερα, αναφορικά με την προεκλαμψία και την εκλαμψία, οι οποίες ταξινομούνται ιατρικά ως υπερτασικές καταστάσεις της κύησης, αυτές δεν συνέτρεχαν, καθόσον με βάση την κλινική εικόνα της πολιτικώς ενάγουσας αμέσως μετά τον τοκετό, δεν πληρούταν τα κριτήρια για τη διάγνωσή τους από την κατηγορουμένη.

Συγκεκριμένα, ένα από τα εν λόγω βασικά κριτήρια για την προεκλαμψία, που οδηγεί, εάν δεν αντιμετωπιστεί σε εκλαμψία, ήτοι σε κατάσταση σπασμών, είναι η εμφάνιση μόνιμης υπέρτασης, με ένδειξη αρτηριακής πίεσης 140/90 mmHg, ή υψηλότερης, η οποία μπορεί να συνυπάρχει, χωρίς τούτο να είναι απαραίτητο, με επίμονη κεφαλαλγία, πρωτεϊνουρία (>_300 mg πρωτεΐνης σε δείγμα ούρων 24ώρου), γενικευμένο οίδημα, ολιγουρία (< 400 ml το 24ωρο), διανοητικές και οπτικές διαταραχές (πονοκέφαλο, αλλαγή συμπεριφοράς, θάμβο όρασης), πνευμονικό οίδημα ή κυάνωση, επιγαστρικό πόνο, ρήξη ήπατος, ηπατική δυσλειτουργία, θρομβοπενία και HELLP syndrome, όπως αποδεικνύεται ιδίως από το σύνολο της προσκομιζόμενης ιατρικής σχετικής βιβλιογραφίας, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο.

Ωστόσο, η πολιτικώς ενάγουσα εμφάνισε μεμονωμένο επεισόδιο αυξημένης αρτηριακής πίεσης, η οποία μειώθηκε αμέσως μετά τη χορήγηση της ως άνω αντιυπερτασικής αγωγής, με Adalat υπογλώσσια, και ακολούθησε φθίνουσα πορεία επί 4ωρο μετά τη χορήγησή της, ήτοι έως τις 4.30 π.μ. της 18-7-2008, οπότε έγινε η τελευταία μέτρηση ΑΠ, που έδειξε 120/70 mmHg, και επιπλέον, υποχώρησε άμεσα η κεφαλαλγία της, με τη χορήγηση παυσίπονης και ηρεμιστικής ένεσης Zideron, γεγονότα τα οποία δεν θα συνέβαιναν, εάν πράγματι επρόκειτο για κατάσταση προεκλαμψίας.

Εξάλλου, ουδέν από τα υπόλοιπα προαναφερόμενα κριτήρια της προεκλαμψίας συνέτρεχε, ώστε με βάση τις γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης να οφείλει η κατηγορουμένη να διαγνώσει κατάσταση προεκλαμψίας και κίνδυνο εκλαμψίας, ιδίως καθόσον αποδείχθηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε εμφανίσει άλλο υπερτασικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της κύησής της ούτε πρωτεϊνουρία, αφού από τις αναγνωσθείσες εξετάσεις ούρων της προκύπτει ότι όλες οι τιμές ήταν φυσιολογικές, όπως και αυτές του αίματος.

Αναφορικά δε με την υπαραχνοειδή αιμορραγία στον εγκέφαλο της πολιτικώς ενάγουσας, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή συνδέεται αιτιωδώς, ήτοι προκλήθηκε από το επεισόδιο αυξημένης αρτηριακής πίεσής της, ούτε ότι κατά την εμφάνιση της τελευταίας, καθώς και της κεφαλαλγίας, συνέτρεχε τέτοια αιμορραγία, ώστε να όφειλε η κατηγορουμένη να τη διαγνώσει.

Και τούτο, διότι τα παραπάνω, η ένδειξη αρτηριακής πίεσης και η κεφαλαλγία, δεν συνοδευόταν από άλλη νευρολογική σημειολογία, όπως σύγχυση, ενώ σε περίπτωση που υπήρχε υπαραχνοειδής αιμορραγία κατά το χρόνο που εκδηλώθηκαν αυτές, δεν θα υποχωρούσαν με τη χορήγηση της προαναφερόμενης θεραπευτικής αγωγής.

Με βάση τα παραπάνω, η κατηγορουμένη ενήργησε κατά την παρακολούθηση της υγείας της πολιτικώς ενάγουσας τις ενδεδειγμένες ιατρικές επεμβάσεις. Συγκεκριμένα, προκειμένου να αντιμετωπίσει το επεισόδιο κεφαλαλγίας της, χορήγησε το φάρμακο Zideron, σε ενέσιμη μορφή, που είναι παυσίπονο και ηρεμιστικό, η δε πολιτικώς ενάγουσα ανταποκρίθηκε θετικά σε αυτό, δοθέντος ότι κοιμήθηκε μετά τη λήψη του.

Επιπλέον, αναφορικά με την αυξημένη αρτηριακή πίεση, χορήγησε υπογλώσσια το φάρμακο Adalat (νιφεδιπίνη) 5 mg, που αποτελεί φάρμακο επιλογής για τις υπερτασικές καταστάσεις, επιτυγχάνοντας πτώση της, από ΑΠ 180/100 κατά τη χορήγησή του σε ΑΠ 160/85 εντός ενός τετάρτου της ώρας και σε 140/70 εντός μισής ώρας από τη λήψη του.

Ακολούθως, η κατηγορουμένη έθεσε την πολιτικώς ενάγουσα υπό παρακολούθηση, δίνοντας εντολή στην υπεύθυνη μαία, Α. Β., να μετράει την αρτηριακή πίεση της λεχούσας και να ενημερώνει την ίδια για την πορεία της. Περαιτέρω, κατά το οφειλόμενο σε υπαραχνοειδή αιμορραγία, όπως προεκτέθηκε, επεισόδιο τονικοκλονικών σπασμών, που εκδηλώθηκε στις 6.30 π.μ.

της 18-7-2008, προσήλθε άμεσα στο δωμάτιο της ασθενούς, με τον ειδικό αναισθησιολόγο Ν. Η., με τον οποίο της χορηγήσανε την ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, ήτοι το φάρμακο Stedon, το ίδιο που μετέπειτα στο νοσοκομείο της χορήγησε και ο ιατρός νευρολόγος Γ. Γ., ειδοποίησε τον συνεργαζόμενο νευρολόγο της κλινικής, Κ.

Λ., καθόσον ο τελευταίος ήταν πλέον ο ειδικός ιατρός για την αντιμετώπιση της κατάστασης της πολιτικώς ενάγουσας και άπαντες οι παραπάνω μερίμνησαν για τη μεταφορά της ασθενούς στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων, προκειμένου να γίνει διάγνωση με μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η όποια καθυστέρηση στη μεταφορά της πολιτικώς ενάγουσας στο ως άνω νοσοκομείο συνδέεται αιτιωδώς με την αποδειχθείσα σωματική της βλάβη ή με χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας της, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτή, καθόσον η υπαραχνοειδής αιμορραγία είχε ήδη συμβεί κατά την εκδήλωση του πρώτου επιληπτικού επεισοδίου, ενώ της χορηγήθηκε άμεσα η κατάλληλη φαρμακευτική αντιεπιληπτική αγωγή και κατά το χρόνο πριν τη μεταφορά της στο νοσοκομείο από την κατηγορουμένη και τον ανωτέρω αναισθησιολόγο.

Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό της πολιτικώς ενάγουσας ότι έπρεπε να της χορηγηθεί θειικό μαγνήσιο, προκειμένου να προληφθούν οι σπασμοί, καθώς και να υποβληθεί σε αξονική και μαγνητική τομογραφία μόλις εμφάνισε κεφαλαλγία και αυξημένη αρτηριακή πίεση, προκειμένου να διαγνωστεί οποιαδήποτε βλάβη του εγκεφάλου, αυτές δεν αποδείχθηκαν ως ενδεδειγμένες ενέργειες, που παρέλειψε να διενεργήσει η κατηγορουμένη, καθόσον το θειικό μαγνήσιο αποτελεί φάρμακο επιλογής για περιπτώσεις προεκλαμψίας, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε, όπως προαναφέρθηκε, κατά γενική δε παραδοχή της ιατρικής επιστήμης οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή δεν χορηγείται προληπτικά, αλλά μόνο με βάση την κλινική εικόνα του ασθενούς ή μετά από τις προσήκουσες εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις, ενώ οι τελευταίες, ιδίως δε η αξονική τομογραφία, λόγω της ακτινοβολίας που δέχεται ο ανθρώπινος οργανισμός, αλλά και η μαγνητική τομογραφία διενεργούνται εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες ενδείξεις σωματικής βλάβης και όχι σε κάθε κεφαλαλγία.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κρίνεται ότι δεν συντρέχει αμελής συμπεριφορά της κατηγορουμένης ιατρού κατά την παρακολούθηση της πολιτικώς ενάγουσας, με βάση και τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δοθέντος ότι αυτή, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, προέβη σε ορθή διάγνωση και ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις ενδεδειγμένες ενέργειες, προκειμένου να αποκατασταθεί η βλάβη της υγείας της τελευταίας.".

Ακολούθως το δικαστήριο και υπό τις ως άνω παραδοχές εκήρυξε αθώα την κατηγορουμένη, κατά πιστή εδώ μεταφορά, του ότι: "στα Χανιά σε μη επαρκώς εξακριβωθέντα χρόνο, κείμενο όμως μεταξύ της ώρας 23:30 περίπου της 17ης Ιουλίου 2008 και έως της ώρας 16:00 της 18ης Ιουλίου 2008, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της απαιτούμενης από τις περιστάσεις και δυνάμενης να καταβληθεί από αυτήν προσοχής και ενώ ήταν υπόχρεη βάσει της σύμβασης που είχε συναφθεί προφορικά με την ήδη εγκαλούσα, Ε.

Ν. ήδη από την 26-2-2008, οπόταν και συμφωνήθηκε η παρακολούθηση της δεύτερης από την κατηγορουμένη ως ιατρού γυναικολόγου- μαιευτήρα καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, του τοκετού και της επακολουθήσασας λοχείας, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή για την παρακολούθηση και εξασφάλιση της καλής υγείας της εγκαλούσας κατά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό και ιδία μετά τον τοκετό αυτής (που έλαβε χώρα την 17-7-2008 και από ώρας 21:40 έως 23:50), δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψή της και προξένησε έτσι σωματική βλάβη στην ήδη εγκαλούσα Ε.

Ν.. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο από αμέλεια της προέβη στις κάτωθι παραλείψεις: 1. Δε διέγνωσε την ύπαρξη προεκλαμψίας, ενώ η ασθενής, λεχωίς ούσα, παρουσίαζε σοβαρή υπέρταση που είναι το κύριο σύμπτωμα της προεκλαμψίας. 2. Δεν αντιμετώπισε την προεκλαμψία υπέρταση με την ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, ήτοι με ενδοφλέβια χορήγηση αντιυπερτασικής αγωγής, ούτε και έθεσε την ασθενή και ήδη εγκαλούσα σε στενή παρακολούθηση (monitoring) κατά τη διάρκεια της νύχτας. 3.

Δεν αξιολόγησε την αναφορά της ασθενούς και ήδη εγκαλούσας περί εντονότατης κεφαλαλγίας και δεν κάλεσε άμεσα νευρολόγο ως όφειλε, αγνοώντας την αιτιολογική σχέση μεταξύ υπερτασικής κρίσης και υπαραχνοειδούς αιμορραγίας. 4. Δεν έθεσε αμέσως την ασθενή και ήδη εγκαλούσα σε ενδοφλέβια αγωγή με θειικό μαγνήσιο με το που εμφανίστηκαν οι επιληπτικοί σπασμοί, χάνοντας πολύτιμο χρόνο μέχρις ότου να διακομισθεί η εγκαλούσα στο νοσοκομείο και να τεθεί σε αντιεπιληπτική αγωγή.

Οι ως άνω αναφερόμενες παραλείψεις είχαν ως αποτέλεσμα η ήδη εγκαλούσα να υποστεί προεκλαμψία (με κύριο αίτιο την ανεξέλεγκτη υπέρταση), εκλαμψία και εν τέλει υπαραχνοειδή αιμορραγία, η οποία διαπιστώθηκε μετά τη διακομιδή της ήδη εγκαλούσας στο Γ.Ν. Χανίων μετά την πάροδο αρκετών ωρών (πλέον των 8 ωρών από τότε που άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα υπέρτασης και επαναλαμβανόμενων σπασμών), ήτοι για την παράβαση των άρθρων 1, 14, 15, 16, 17, 18 β, 26 § 1α, 28, 51, 53, 57, 79, 80, 314 § 1α και 315 ΠΚ.".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκειμένου περί αθωωτικής αποφάσεως δεδομένου ότι αναφέρονται: α) η λήψη υπ' όψη και η συνεκτίμηση για την διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσεώς του, του περιεχομένου όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται στα πρακτικά, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, ήτοι η χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, οι ένορκες καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και η απολογία της κατηγορουμένης και β) κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς κενά και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) που δικαιολογούν την κρίση για την μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης της πολιτικώς εναγούσης, που αποδίδεται στην κατηγορουμένη.

Ειδικότερον εκτίθεται, ότι από την εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά και δη: ότι στις 14-7-2008, η πολιτικώς ενάγουσα προσήλθε στο ιατρείο της κατηγορουμένης, η οποία υπό την ιδιότητα της μαιευτήρος - γυναικολόγου είχε αναλάβει, κατόπιν σχετικής προς τούτο συμφωνίας τους, την παρακολούθηση της εγκυμοσύνης της, καθ' όλην την διάρκειά της, τον τοκετό και την λοχεία της, αναφέροντας πόνους στο υπογάστριο.

Ότι η κατηγορουμένη αφού την εξέτασε και διέγνωσε πρόωρες συσπάσεις, της συνέστησε άμεση εισαγωγή στην ανωτέρω κλινική, για αναστολή των συσπάσεων και αποφυγή πρόωρου τοκετού. Ότι πράγματι η πολιτικώς ενάγουσα εισήχθη στην εν λόγω κλινική, όπου έγινε τοκολυτική αγωγή και, ενώ νοσηλευόταν, παρακολουθούμενη από την κατηγορουμένη, στις 17-7-2008 και περί ώρα 21.40 έγινε αυτόματη ρήξη θυλακίου, και ξεκίνησε αυτόματα φυσιολογικός τοκετός, χαρακτηριζόμενος ως οξύς, τον οποίον η κατηγορουμένη και πραγματοποίησε χωρίς τη χρήση επισκληρίδιου αναισθησίας, λόγω της γρήγορης εξέλιξής του.

Ότι ο τοκετός αυτός ολοκληρώθηκε επιτυχώς στις 23.20 της ίδιας ημέρας και ακολούθως στις 23.50, η λεχούσα μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της κλινικής για παρακολούθηση, συνοδευόμενη από την κατηγορουμένη και τον ιατρό - αναισθησιολόγο Ν. Η., οι οποίοι ήταν παρόντες και καθ' όλη τη διάρκεια του τοκετού. Ότι κατά την τοποθέτησή της στο δωμάτιο της κλινικής, ενώ γινόταν, με εντολή της κατηγορουμένης, λήψη ζωτικών σημείων, όπως συνηθίζεται, από τη μαία της κλινικής Α.

Β., η πολιτικώς ενάγουσα παραπονέθηκε στην ιατρό της για έντονη κεφαλαλγία. Ότι μετρηθείσης της αρτηριακής της πιέσεως την 00.15 της 18-7-2008, ευρέθη 160/70. Ότι μετά ταύτα η κατηγορουμένη, σε συνεννόηση με τον παρόντα ως άνω αναισθησιολόγο, της χορήγησε την παυσίπονη και ηρεμιστική ένεση inj Zideron, στην συνέχεια, δε και ώρα 00.30 σε εκ νέου μέτρηση της αρτηριακής πιέσεώς της (πολιτικώς ενάγουσας), ευρέθη 180/100, οπότε η κατηγορουμένη της χορήγησε Adalat 5 (νιφεδιπίνη) υπογλώσσια.

Ότι στις πρώτες μετρήσεις που ακολούθησαν, η αρτηριακή πίεση της πολιτικώς ενάγουσας ήταν 160/85 στις 00.45, και 140/70 στη 1.00 π.μ., οπότε η κατηγορουμένη, αποχώρησε από το δωμάτιο αυτής, αφού προηγουμένως έδωσε εντολή στην ανωτέρω μαία να παρακολουθεί τη λεχούσα, μετρώντας την αρτηριακή της πίεση ανά τακτά χρονικά διαστήματα καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας και να την ενημερώσει σε περίπτωση που αυξανόταν, η δε πολιτικώς ενάγουσα, όπως και ο σύζυγός της, κοιμήθηκαν.

Ότι την ώρα 1.40 π.μ. η ΑΠ της λεχούσας ήταν 125/70, στις 3.00 π.μ. ήταν 120/70 και στις 4.30 π.μ. της 18-7-2008 ήταν 120/70 mmHg ήτοι έβαινε συνεχώς μειούμενη. Ότι την ώρα 06.30 πρωινή και αμέσως κατά την αφύπνισή της, η πολιτικώς ενάγουσα εμφάνισε αιφνίδια επεισόδιο τονικοκλονικών σπασμών, διάρκειας ενός λεπτού, οπότε η ανωτέρω μαία, που ήταν παρούσα σε αυτό, ειδοποίησε την κατηγορουμένη και τον αναισθησιολόγο, Ν.

Η.. Ότι οι τελευταίοι μετέβησαν στο δωμάτιο της ασθενούς εντός πέντε λεπτών και, αφού την εξέτασαν, της χορηγήθηκε οξυγόνο, Adalat 5 υπογλώσσια, καθώς η αρτηριακή πίεση βρέθηκε αμέσως μετά τη λήξη του επεισοδίου 180/95 και οι σφίξεις 92, με γεμάτο σφυγμό. Ότι επιπλέον, η κατηγορουμένη έδωσε εντολή στη μαία να ειδοποιήσει το νευρολόγο που συνεργαζόταν με την κλινική, Κ.

Λ., και παράλληλα να γίνει εξέταση γενική ούρων από ουροσυλλέκτη, για έλεγχο πρωτεϊνουρίας, που έδειξε αρνητικό αποτέλεσμα. Ότι αμέσως μετά, εντός δεκαπέντε λεπτών, η ασθενής υπέστη δεύτερο επεισόδιο σπασμών, οπότε της χορηγήθηκε Stedon amp bolus IV και πεντοθάλη. Ότι ακολούθως, αφίχθη στην κλινική ο ανωτέρω νευρολόγος, ο οποίος εξέτασε την πολιτικώς ενάγουσα και ομού με την κατηγορουμένη και τον ως άνω αναισθησιολόγο, κατόπιν ιατρικού συμβουλίου, απεφάσισαν την διακομιδή της στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων, προκειμένου να γίνει περαιτέρω έλεγχος του εγκεφάλου της με CT ή MRI.

Ότι η πολιτικώς ενάγουσα προσήλθε, συνοδευόμενη από την ιατρό της και τον αναισθησιολόγο, στις 9.00 π.μ. της 18-7-2008, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γ.Ν.Χ. "Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ", όπου εμφάνισε και τρίτο επεισόδιο σπασμών, οπότε της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, με 3 amp Stedon ενδοφλέβια και Epanutin, οι κρίσεις τέθηκαν προοδευτικά υπό έλεγχο και παραπέμφθηκε για MRI εγκεφάλου και νευρολογική επανεκτίμηση.

Ότι η μαγνητική εγκεφάλου που διενεργήθηκε στις 18-7-2008 έδειξε ως ευρήματα την παρουσία μικρής έκτασης υπαραχνοειδούς αιμορραγίας στον δεξιό μετωπιαίο λοβό με συνυπάρχουσες αλλοιώσεις του φλοιού και μερικώς της υποφλοιώδους λευκής ουσίας, ιδιαίτερα των μέσων και κάτω κροταφικών ελίκων αριστερά και σε λιγότερο βαθμό δεξιά, με συνοδές στικτές αλλοιώσεις υψηλού Τ2 σήματος, οι οποίες πιθανότατα να αντιστοιχούσαν σε πετέχειες.

Ότι για το λόγο αυτό νοσηλεύτηκε στη νευροχειρουργική κλινική του ως άνω νοσοκομείου έως τις 29-7-2008, οπότε εξήλθε, σε βελτιωμένη κατάσταση, ενώ η επαναληπτική μαγνητική εγκεφάλου της 25-7-2008 έδειξε παρουσία μόνο υπολειμματικής υπαραχνοειδούς αιμορραγίας και η μαγνητική αγγειογραφία εγκεφάλου της ίδιας ημερομηνίας δεν ανέδειξε σαφή παθολογία ανευρυσματικού ή δυσπλαστικού τύπου στα απεικονιζόμενα τμήματα των εγκεφαλικών αγγείων, στη δε εκλεκτική ψηφιακή παναγγειογραφία εγκεφάλου και αγγείων τραχήλου στην οποία υποβλήθηκε αυτή στις 31-7-2008 δεν παρατηρήθηκε εικόνα ανευρύσματος, αγγειακής δυσπλασίας ή άλλο παθολογικό αγγειακού σχηματισμού κατά την αρτηριακή, παρεγχυματική και φλεβική φάση της αγγειογραφίας.

Ότι με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι η πολιτικώς ενάγουσα υπέστη μικρής εκτάσεως υπαραχνοειδή αιμορραγία του εγκεφάλου μετά από οξύ τοκετό, η οποία αποκαταστάθηκε κατά την προαναφερόμενη νοσηλεία της στη νευροχειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων. Ότι η υπαραχνοειδής αιμορραγία που υπέστη στον εγκέφαλο η πολιτικώς ενάγουσα, προκάλεσε, ως αποτέλεσμα, τα ως άνω επεισόδια τονικοκλονικών σπασμών και ότι δεν αποδείχθηκε αφενός μεν ότι η πολιτικώς ενάγουσα υπέστη προεκλαμψία και εν συνεχεία εκλαμψία, με αποτέλεσμα την υπαραχνοειδή αιμορραγία αφετέρου δε ότι η υπαραχνοειδής αιμορραγία συνδέεται αιτιωδώς με το επεισόδιο κεφαλαλγίας και αυξημένης αρτηριακής πίεσης που εμφάνισε αυτή αμέσως μετά τον οξύ τοκετό, στις 00.15 της 18-7-2008.

Περαιτέρω εκτίθενται οι αιτιολογικές σκέψεις που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης της πολιτικώς εναγούσης, που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, και ειδικότερα εκτίθεται στην απόφαση:

α) ότι η πολιτικώς ενάγουσα εμφάνισε μεμονωμένο επεισόδιο αυξημένης αρτηριακής πίεσης και όχι μόνιμης, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, εφ'όσον η πίεση αυτή μειώθηκε αμέσως μετά τη χορήγηση της ως άνω αντιυπερτασικής αγωγής, με Adalat υπογλώσσια, και ακολούθησε φθίνουσα πορεία επί 4ωρο μετά τη χορήγησή της, ήτοι έως τις 4.30 π.μ.

της 18-7-2008, οπότε έγινε η τελευταία μέτρηση ΑΠ, που έδειξε 120/70 mmHg, και επιπλέον, υποχώρησε άμεσα η κεφαλαλγία της, με τη χορήγηση παυσίπονης και ηρεμιστικής ένεσης Zideron, γεγονότα τα οποία δεν θα συνέβαιναν, εάν πράγματι επρόκειτο για κατάσταση προεκλαμψίας, δεδομένου, ότι με βάση την κλινική εικόνα της (πολιτικώς ενάγουσας) αμέσως μετά τον τοκετό, δεν επληρούτο ένα από τα κριτήρια για τη διάγνωσή της προεκλαμψία, που οδηγεί σε εκλαμψία και δη εκείνο της εμφανίσεως μονίμου υπερτάσεως, με ένδειξη αρτηριακής πίεσης 140/90 mmHg, ή υψηλότερης, η οποία μπορεί να συνυπάρχει, χωρίς τούτο να είναι απαραίτητο, με επίμονη κεφαλαλγία, πρωτεϊνουρία (>_300 mg πρωτεΐνης σε δείγμα ούρων 24ώρου), γενικευμένο οίδημα, ολιγουρία (< 400 ml το 24ωρο), διανοητικές και οπτικές διαταραχές (πονοκέφαλο, αλλαγή συμπεριφοράς, θάμβο όρασης), πνευμονικό οίδημα ή κυάνωση, επιγαστρικό πόνο, ρήξη ήπατος, ηπατική δυσλειτουργία, θρομβοπενία και HELLP syndrome, όπως αποδεικνύεται ιδίως από το σύνολο της προσκομιζόμενης ιατρικής σχετικής βιβλιογραφίας, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, β) ότι η πολιτικώς ενάγουσα δεν εμφάνισε κανένα από τα λοιπά προαναφερόμενα κριτήρια της προεκλαμψίας, ώστε με βάση τις γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης να οφείλει η κατηγορουμένη να διαγνώσει κατάσταση προεκλαμψίας και κίνδυνο εκλαμψίας, ιδίως καθόσον (η απόφαση δέχθηκε ότι) αποδείχθηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε εμφανίσει άλλο υπερτασικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της κύησής της ούτε πρωτεϊνουρία, αφού από τις αναγνωσθείσες εξετάσεις ούρων της προκύπτει ότι όλες οι τιμές ήταν φυσιολογικές, όπως και αυτές του αίματος, γ) ότι δεν απεδείχθη ότι η υπαραχνοειδής αιμορραγία της πολιτικώς ενάγουσας, προκλήθηκε από το επεισόδιο αυξημένης αρτηριακής πιέσεώς της με το οποίο και συνδέεται αιτιωδώς και ότι κατά την εμφάνιση της τελευταίας (αυξημένης αρτηριακής πιέσεως), καθώς και της κεφαλαλγίας, υπήρχε τέτοια αιμορραγία, ώστε να όφειλε η κατηγορουμένη να την διαγνώσει, και τούτο εκ του λόγου ότι η ένδειξη αρτηριακής πιέσεως και η κεφαλαλγία, δεν συνοδεύονταν από άλλη νευρολογική σημειολογία, όπως σύγχυση και ότι σε περίπτωση που υπήρχε υπαραχνοειδής αιμορραγία κατά το χρόνο που εκδηλώθηκαν αυτές (αυξημένη αρτηριακή πίεση και κεφαλαλγία), δεν θα υποχωρούσαν με τη χορήγηση της προαναφερόμενης θεραπευτικής αγωγής, δ) ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις, η κατηγορουμένη ενήργησε κατά την παρακολούθηση της υγείας της πολιτικώς ενάγουσας τις ενδεδειγμένες ιατρικές επεμβάσεις και ειδικότερα, προκειμένου να αντιμετωπίσει το επεισόδιο κεφαλαλγίας της, χορήγησε το φάρμακο Zideron, σε ενέσιμη μορφή, που είναι παυσίπονο και ηρεμιστικό, στο οποίο η πολιτικώς ενάγουσα ανταποκρίθηκε θετικά, δοθέντος ότι κοιμήθηκε μετά τη λήψη του, ε) ότι προκειμένου να αντιμετωπίσει την αυξημένη αρτηριακή πίεσή της, η κατηγορουμένη ιατρός της χορήγησε υπογλώσσια το φάρμακο Adalat (νιφεδιπίνη) 5 mg, που αποτελεί φάρμακο επιλογής για τις υπερτασικές καταστάσεις, επιτυγχάνοντας πτώση της (πιέσεως), από ΑΠ 180/100 κατά τη χορήγησή του σε ΑΠ 160/85 εντός ενός τετάρτου της ώρας και σε 140/70 εντός μισής ώρας από τη λήψη του, στ) ότι στην συνέχεια έθεσε την πολιτικώς ενάγουσα υπό παρακολούθηση, δίνοντας εντολή στην υπεύθυνη μαία, Α.

Β., να μετράει την αρτηριακή πίεσή της και να ενημερώνει την ίδια (κατηγορουμένη) για την πορεία της, ζ) ότι ακολούθως, κατά το, οφειλόμενο σε υπαραχνοειδή αιμορραγία, επεισόδιο τονικοκλονικών σπασμών, που εκδηλώθηκε στις 06.30 π.μ. της 18-7-2008, προσήλθε άμεσα στο δωμάτιο της ασθενούς, με τον ειδικό αναισθησιολόγο Ν.

Η., με τον οποίον της χορήγησαν την ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, ήτοι το φάρμακο Stedon, το ίδιο που μετέπειτα στο νοσοκομείο, όπου μετεφέρθη, της χορήγησε και ο ιατρός νευρολόγος Γ. Γ., η) ότι ειδοποίησε τον συνεργαζόμενο νευρολόγο της κλινικής, Κ. Λ., καθόσον ο τελευταίος ήταν πλέον ο ειδικός ιατρός για την αντιμετώπιση της κατάστασης της πολιτικώς ενάγουσας και μεθ' απάντων των ανωτέρω μερίμνησε για την μεταφορά της παθούσης στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων, προκειμένου να γίνει ειδική διάγνωση με μαγνητική τομογραφία του εγκεφάλου της.

Περαιτέρω το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η όποια καθυστέρηση στη μεταφορά της πολιτικώς ενάγουσας στο ως άνω νοσοκομείο συνδέεται αιτιωδώς με την αποδειχθείσα σωματική της βλάβη ή με την χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας της παθούσης, καθόσον, κατά την σχετική παραδοχή του, η υπαραχνοειδής αιμορραγία είχε ήδη συμβεί κατά την εκδήλωση του πρώτου επιληπτικού επεισοδίου, ενώ της χορηγήθηκε άμεσα η κατάλληλη φαρμακευτική αντιεπιληπτική αγωγή και κατά το χρόνο πριν τη μεταφορά της στο νοσοκομείο από την κατηγορουμένη και τον ανωτέρω αναισθησιολόγο.

Αιτιολόγησε δε την απορριπτική του ισχυρισμού της πολιτικώς ενάγουσας, ότι έπρεπε να της χορηγηθεί θειικό μαγνήσιο, προκειμένου να προληφθούν οι σπασμοί, καθώς και να υποβληθεί σε αξονική και μαγνητική τομογραφία μόλις εμφάνισε κεφαλαλγία και αυξημένη αρτηριακή πίεση, προκειμένου να διαγνωστεί οποιαδήποτε βλάβη του εγκεφάλου, κρίση του ότι το θειικό μαγνήσιο αποτελεί φάρμακο επιλογής για περιπτώσεις προεκλαμψίας, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε, όπως προαναφέρθηκε, δεδομένου ότι κατά γενική δε παραδοχή της ιατρικής επιστήμης οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή δεν χορηγείται προληπτικά, αλλά μόνο με βάση την κλινική εικόνα του ασθενούς ή μετά από τις προσήκουσες εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις, ενώ οι τελευταίες, ιδίως δε η αξονική τομογραφία, λόγω της ακτινοβολίας που δέχεται ο ανθρώπινος οργανισμός, αλλά και η μαγνητική τομογραφία διενεργούνται εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες ενδείξεις σωματικής βλάβης και όχι σε κάθε κεφαλαλγία.

Επομένως οι περί του αντιθέτου σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, όπως αβάσιμος είναι και εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η εκκαλουμένη αθωωτική απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Επίσης, αβάσιμες είναι οι αυτές αιτιάσεις καθ' ο μέρος πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ αναιρετικό λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικού ποινικού νόμου. Η περαιτέρω αιτίαση, με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, επειδή δεν εξηγεί το δικαστήριο της ουσίας γιατί οι καταθέσεις των επ' ακροατηρίω του εξετασθέντων μαρτύρων ιατρών νευρολόγων Ε.

Μ. και Ι. Μ. δεν είναι πειστικές για την ασθένεια της παθούσης, είναι απαράδεκτη, γιατί με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ' αριθμ. 38/2015 από 28-9-2015 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει υπ' αριθμ. 38/2015 από 28-9-2015 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3475/24-6-2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ