Legislator Case Law & Legislation
1261/2014 AI generated

Supreme Court remands labor dispute case for retrial due to failure to consider termination date for statute of limitations.

Case Number 1261/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled a first-instance judgment dismissing a labor dispute on procedural grounds regarding the statute of limitations. The lower court incorrectly calculated the limitation period based on the end of a fixed-term contract rather than the actual termination date of the indefinite-term employment relationship claimed by the plaintiff. Consequently, the court found the lower court had failed to consider a material fact essential to the case outcome, constituting a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 6, 321, 553, 518, 564, 580, 648, 651, 652, 653, 559 of the Code of Civil Procedure; If a court of first instance fails to consider a material fact essential to the outcome of the case, the appeal is admissible and the judgment is annulled for remittal.

Keywords

AI generated
statute of limitations labor contract termination indefinite term employment procedural error remittal for retrial Code of Civil Procedure statutory period calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 6, paragraph 1 of Law 3198/1955
Article 19 of Law 435/1976
Articles 321, 553, 518, 564, 144 of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 651, 652, 653 of the Civil Code
Article 559, number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1261 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1261/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Λ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Κουφογιάννη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" Α.Ε. (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σουμπαση και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 134/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/12/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 27/9/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη 134/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως από αυτήν προκύπτει, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δημοσιεύθηκε την 15.1.2007, χωρίς να προκύπτει ότι έχει γίνει επίδοση αυτής. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα την 11-1-2013, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι (6) έτη από την επομένη της δημοσιεύσεώς της. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 321, 553 παρ. 1, 518 παρ. 2, 564 παρ. 3 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και είναι παραδεκτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651,652 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι στη σύμβαση εργασίας εργοδότης είναι εκείνος που δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο (μισθωτό) την παροχή της εργασίας και υποχρεούται να του καταβάλει μισθό. Εάν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της ως άνω ιδιότητας αποβλέπουμε πρώτα στο πρόσωπο εκείνου προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία, αυτός δε είναι ο φορέας της επιχειρήσεως και περαιτέρω αποβλέπομε στο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχειρήσεως (ΑΠ 873/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του ν. 435/1976 κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσεως εξηρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τριμήνου από τη λύση της σχέσεως εργασίας. Ο σκοπός στον οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης με την θέσπιση της διάταξης αυτής έγκειται στην ανάγκη ταχείας άρσης κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης και εκκαθάρισης σε βραχύ χρονικό διάστημα, των αξιώσεων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη.

Όταν δε παρέλθει άπρακτη η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985). Η προαναφερόμενη διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνον για τους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ρηθέντος νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβάσεως των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη που έχουν ισχύ νόμου (ΑΠ 21/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 8-2-2005 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, η ενάγουσα (μία εκ των έξι εναγόντων) και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (ΟΤΕ Α.Ε.) στις 22.7.2002 ως υπάλληλος τηλεπικοινωνιακών καταστημάτων της, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία ανανεώθηκε δύο φορές για συνολικό διάστημα 22 μηνών, ότι η τελευταία σύμβαση εργασίας της έληξε στις 21-5-2004 και ότι στη συνέχεια την 11.6.2004 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (6 μηνών) από την θυγατρική εταιρεία της αναιρεσίβλητης (εναγόμενης) με την επωνυμία "TEMAGON Α.Ε.", και ότι στα πλαίσια της τελευταίας αυτής σύμβασης παρείχε τις υπηρεσίες της στο Συγκρότημα Υποστήριξης Πωλήσεων Αθηνών της εναγομένης (ΟΤΕ Α.Ε.) με την ίδια ειδικότητα και τα αυτά καθήκοντα μέχρι και 12.12.2004, οπότε η εναγομένη, που ήταν και ο πραγματικός εργοδότης της, έπαψε να δέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της.

Ακολούθως, εξέθεσε ότι η κατάρτιση και ανανέωση των ως άνω διαδοχικών συμβάσεών της για ορισμένο χρόνο, δεν εδικαιολογείτο από τη φύση της εργασίας ή τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεως και έγινε κατά καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, με αποτέλεσμα οι συμβάσεις αυτές ορισμένου χρόνου που κατάρτισε με την τελευταία, να αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ζήτησε δε, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματος της αγωγής: 1) να αναγνωρισθεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, 2) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως εργασίας της, 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη στην επαναπρόσληψή της και στην απασχόλησή της στις υπηρεσίες της υπό τους προϊσχύσαντες της καταγγελίας όρους της σύμβασης εργασίας της, 4) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Το Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή "ως νόμω αβάσιμη". Ειδικότερα το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα Χ. Λ. (αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) στις 22-7-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας 8 μηνών, ήτοι μέχρι τις 21-3-2003, η οποία ανανεώθηκε με τροποποιητικές συμβάσεις και παρατάθηκε μέχρι της 21-5-2004, οπότε η εναγομένη έπαψε να δέχεται τις υπηρεσίες της...και ότι μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ήτοι μέχρι την 11-2-2005, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών......

και συνεπώς, κάθε αξίωση που πηγάζει από την ακυρότητα της καταγγελίας αυτής είναι απαράδεκτη λόγω παρελεύσεως της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που τάσσει ο νόμος 3198/55. Με την αγωγή, όμως, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι εργοδότης της ήταν η αναιρεσίβλητη (ΟΤΕ Α.Ε.) με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που έγιναν κατά καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, οι οποίες αποτελούσαν στην πραγματικότητα μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που έληξε με καταγγελία στις 12.12.2004.

Παρά ταύτα το Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή, με την οποία εζητείτο πρωτίστως η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως εργασίας, αν και ασκήθηκε στις 11-2-2005, είναι νόμω αβάσιμη, για το λόγο ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, την οποία (προθεσμία) δεν υπολόγισε με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αλλά υπολόγισε με χρόνο ενάρξεως την 21.5.2004 που έληξε η τελευταία σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη (ΟΤΕ ΑΕ), ενώ η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) είχε ισχυριστεί ότι η τελευταία σύμβαση ορισμένου χρόνου που αποτελούσε μέρος της ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου που την συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, που ήταν ο πραγματικός εργοδότης της, κατά τα ανωτέρω, καταγγέλθηκε στις 12.12.2004 και ως εκ τούτου δεν είχε παρέλθει η ως άνω τρίμηνη προθεσμία.

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αυτοτελή αγωγικό ισχυρισμό και ειδικότερα τον επικαλούμενο χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας (12.12.2004) εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 134/15.1.2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ