Supreme Court allows partial appeal against bank judgment on unjust enrichment calculation using market rent instead of property value.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a bank's claim for unjust enrichment. The bank argued that the lower court incorrectly calculated the defendant's benefit by using the property's objective value rather than the market rent that would have been paid. The court ruled that the lower court violated the law by failing to base the enrichment on actual market rent, which is the correct measure of benefit under unjust enrichment principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 and 938 of the Civil Code; The court must calculate unjust enrichment based on the actual benefit derived, such as market rent, rather than the objective value of the property when the enrichment consists in saved expenses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1261 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1261/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Σ. Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κων/νο Ματράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κων/νο Φαλκανδρέα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2196/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4034/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον τέταρτο λόγο της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Το άρθρο 904 παρ.1 εδ. α' AK ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Επίσης το αρθρ. 938 Α.Κ. ορίζει ότι "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των αρθρ. 904 επ.. ΑΚ (ΑΠ 1579/1995).Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου με το να τον εφαρμόσει εσφαλμένα, αρκούμενο σε λιγότερα κατά νόμο στοιχεία (ΑΠ 607/19940).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την από 15-3-2004 ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης τράπεζας και την 2196/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Αθηνών, που παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσείουσα) εταιρεία να της πληρώσει ως αποζημίωση από αδικοπραξία που διέπραξε σε βάρος της με την υπαίτια παράνομη κατακράτηση και χρήση ενός ιδιόκτητου καταστήματος της, ποσό 125.430,96 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε μισθώματα που θα εισέπραττε από την εκμίσθωση καταστήματος της για επαγγελματική στέγη.
Επικουρικά ζήτησε να της καταβληθεί το ανωτέρω ποσό σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι η εναγομένη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη χωρίς νόμιμα αίτια, αποκομίζοντας σαν ωφέλεια από την παράνομη κατοχή και χρήση του καταστήματος ποσό, που θα κατέβαλε για τη μίσθωσή του. Το Πρωτοδικείο με την ανωτέρω απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της από αδικοπραξία (άρθρ. 914, 297, 298ΑΚ) και την απέρριψε κατ' ουσίαν λόγω του ότι η απαίτηση της ενάγουσας υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937ΑΚ, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, ενώ την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη ενάγουσα άσκησε την από 19-7-2007 έφεσή της παραπονούμενη για την απόρριψη της επικουρικής βάσης (αδικαιολόγητος πλουτισμός). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση τη δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη εταιρεία" Κ. Φ., με το .../11-6-1993 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Τσαφαρά μεταβίβασε στην ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ένα παλιό πολυώροφο κτίριο, που βρίσκεται στην οδό ...
αρ. 53 του Δήμου Αθηναίων. Προηγουμένως, με το .../20-2-1992 συμφωνητικό του Συμβ/φου Αθηνών Τριαντάφυλλου Παπαδόπουλου η ανωτέρω εταιρεία "Κ. Φ." παραχώρηση στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Σ. Α.Ε", τη χρήση για χρονικά διαστήματα ενός έτους τμήματος του ισογείου ορόφου του ανωτέρω κτιρίου, επιφάνειας 1.184 τ.μ., ως χώρου στάθμευσης ιδιόκτητων αυτής αυτοκινήτων, αντί μηνιαίας αποζημίωσης 85.000 δραχμών και η δεύτερη ανέλαβε με το ίδιο συμφωνητικό την υποχρέωση μετά την πάροδο έτους ή και νωρίτερα να εκκενώσει και να αποδώσει το χρησιμοποιούμενο απ' αυτή χώρο στην περίπτωση που το όλο ακίνητο ή ο συγκεκριμένος χώρος του ισογείου πουληθεί, εκπλειστηριασθεί ή συντελεστεί η κηρυχθείσα με την 1027743/1397/2-3-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου και μάλιστα εντός 30ημερών από την πώληση, εκπλειστηρίαση ή την συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Έτσι με βάση τη συμφωνία αυτή όταν η ανωτέρω εταιρεία μεταβίβασε το όλο ακίνητο στην ενάγουσα και κάλεσε την εναγομένη με την από 30-6-1993 εξώδικη δήλωση -πρόσκληση που επιδόθηκε στις 5-7-1993 να εκκενώσει και να παραδώσει τον ανωτέρω χώρο στην ενάγουσα εντός 30 ημερών, αυτή όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε με την απορρέουσα από το πιο πάνω συμφωνητικό υποχρέωσή της, αλλά αντίθετα με την από 28-6-1994 επιστολή της προς την ενάγουσα υπέβαλε το αίτημα να παραμείνει στον εν λόγω χώρο για χρονικό διάστημα δυο ακόμη ετών και στις 26-9-1994 κατέβαλε στην τελευταία το ποσό των 4.910,17 ευρώ έναντι αποζημίωσης χρήσης.
Όταν δε και μετά τις 10-11-1994, οπότε και συντελέστηκε η κηρυχθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση ολόκληρου του εργοστασίου, που περιελάμβανε και το χρησιμοποιούμενο από την εναγομένη χώρο, οχλήθηκε πλέον η τελευταία από την ενάγουσα με την από 16-5-2003 εξώδικη επιστολή της, που επιδόθηκε αυθημερόν για την τακτοποίηση των οφειλών της εξαιτίας της χρήσης του συγκεκριμένου χώρου μέχρι τον συντελεστή της απαλλοτρίωσης, επέδειξε και πάλι αδιαφορία.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του νόμιμου εκπροσώπου της, ως προς την οποία η σχετική αγωγική αξίωση κατά την κύρια βάση της (άρθρο 914ΑΚ) απορρίφθηκε πρωτοδίκως λόγω συμπλήρωσης πενταετούς παραγραφής (άρθρο 937ΑΚ), χωρίς ως προς το σκέλος αυτό να διαλαμβάνεται αιτίαση στο δικόγραφο της έφεσης, έγινε παράλληλα και αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της ενάγουσας ως προς το μη καταβληθέν μηνιαίως κατά το επίδικο χρονικά διάστημα από 11-6-1993 μέχρι 9-11-1994 ποσό της αποζημίωσης χρήσης".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχεται κατ' αρχήν αδικοπρακτική συμπεριφορά του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας με την παράνομη κατακράτηση του επιδίκου καταστήματος για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ως προς την οποία η αγωγική αξίωση κατά την κύρια βάση της (άρθρ. 914 ΑΚ) απορρίφθηκε πρωτοδίκως λόγω συμπλήρωσης πενταετούς παραγραφής (άρθρο 937 AK) χωρίς να προσβληθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου από τη βάση αυτή με την έφεση της αναιρεσίβλητης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν αρκέστηκε, για τη θεμελίωση των άρθρων 914 και 938 ΑΚ, σε λιγότερα των αναγκαίων κατά νόμο στοιχείων και άρα δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα περιστατικά που συνιστούν την αδικοπραξία, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι
2. Επειδή το αρθρ. 904 παρ.1 εδ. α' ΑΚ ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Επίσης το αρθρ. 938 Α.Κ. ορίζει ότι "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος τότε παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των αρθρ. 904 επομ.
ΑΚ και ειδικότερα αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από τη διάταξη του αρθρ. 909 ΑΚ κατά την οποίαν υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας, εφόσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, διότι απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, ούτε στο σκοπό του νομοθέτη ανταποκρίνεται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του αρθρ. 911 αριθ. 2 Α.Κ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του αρθρ. 904 παρ. 1 εδαφ.
β' Α.Κ. που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφελείας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, διότι η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ευθύνεται ωσάν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κρίσιμος χρόνος της οποίας είναι ο χρόνος λήψεως της παροχής ή της αποφυγής της ελάττωσης της περιουσίας του, οπότε οφείλει κατ' αρθρ. 346 Α.Κ.
τόκους υπερημερίας. Εκ τούτων παρέπεται ότι δια να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (αρθρ. 937 Α.Κ.) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις ως άνω εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 547/2008, ΑΠ 562/2004).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ καθιερώνει ένσταση του εναγομένου καταλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος, καθώς με αυτή επιδιώκεται ολική ή μερική απόσβεση της υποχρέωσης προς απόδοση του πλουτισμού (Ολ.ΑΠ 294/1981), ενώ η διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 ΑΚ καθιερώνει αυξημένη ευθύνη του λήπτη σε περίπτωση που αδικαιολόγητος πλουτισμός προέρχεται από παράνομη ή ανήθικη αιτία και συνεπεία αυτού ο λήπτης καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας από την ημέρα λήψεως του πλουτισμού (ΑΠ 235/2004).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει (ΑΠ 1562/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως διαλαμβάνει η αναιρεσείουσα την αιτίαση, ότι παρόλο που η προσβαλλομένη στη μείζονα σκέψη δέχεται την εφαρμογή των άρθρ. 909 και 911 αριθ. 2 του ΑΚ, δεν περιέχει καμία παραδοχή περί του εάν η αδικοπραξία έγινε από αμέλεια ή πρόθεση, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις αυτές, από τις οποίες εξαρτάται η ύπαρξη της επίδικης αξίωσης και η τοκοφορία της. Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι αφενός μεν δεν ισχυρίζεται ότι πρόβαλε την ένσταση ότι δεν υφίσταται ο πλουτισμός κατά την επίδοση της αγωγής στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 909 ΑΚ, την οποία σε κάθε περίπτωση δεν την πρόβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να εξετάσει την ουσιαστική της βασιμότητα, αφετέρου δε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δεν επιδικάζει τόκους από την ημέρα λήψεως του πλουτισμού, αλλά από την όχληση της αναιρεσείουσας (16-5-2003) προς τακτοποίηση της οφειλής της, δηλαδή από μεταγενέστερο της λήψεως του πλουτισμού χρόνο. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. και 911 αριθ. 2 του ΑΚ προκύπτει ότι όποιος χρησιμοποιεί ξένο ακίνητο κατάστημα οφείλει να αποδώσει τον πλουτισμό, που συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε από τη χρήση, δηλαδή τα μισθώματα που θα κατέβαλε υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης και αφορούν καταστήματα της ίδιας περίπου με το κατάστημα από κατάστασης, κατασκευής και εμφάνισης. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου με το να τον εφαρμόσει εσφαλμένα, αρκούμενο σε στοιχεία διάφορα των αναγκαίων κατά νόμο (ΑΠ 607/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση ότι παραβίασε το νόμο με το να υπολογίσει την ωφέλεια από τη χρήση του επιδίκου καταστήματος όχι στο ύψος του ελευθέρου μισθώματος, αλλά με βάση την αντικειμενική αξία αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.2 και 8 παρ.4α του Π.Δ. 34/1995.
Σχετικά με ζήτημα από το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Τo ποσό αυτό (της αποζημίωσης χρήσης), το οποίο αντιστοιχεί με το απολεσθέν από την ενάγουσα κέρδος, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκούσε από την εκμίσθωση του συγκεκριμένου τμήματος του ισογείου, επιφάνειας 1.184 τ.μ., σε τρίτους ως επαγγελματική στέγη, ανέρχεται με βάση την αντικειμενική αξία του ως άνω ακινήτου, η οποία κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 4α του ΠΔ 34/1995 και σύμφωνα με τους συντελεστές που περιλαμβάνονται στο υπ' αριθμ. 5749/31-5-2001 έγγραφο της ΙΗ' ΔΟΥ Αθηνών, προσδιορίζεται ως εξής (αξία ισογείου 381,51 ευρώ (Τ.Ζ. (Χ3,8 (ΣΕ) Χ1,089 (Σ.ΟΡ) Χ0,80 (Σ.ΠΑΛ) Χ1.184 τ.μ. (επιφάνεια) = 1.483.047,18 Χ6%:12) στο ποσό των 7.415,24 ευρώ μηνιαίως".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αρκούμενο, για τη θεμελίωση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, σε διάφορα των αναγκαίων κατά νόμο στοιχείων, αφού προσδιόρισε τον πλουτισμό της αναιρεσείουσας με βάση την αντικειμενική αξία του επιδίκου ακινήτου και όχι με βάση το ελεύθερο καταβαλλόμενο μίσθωμα στις συναλλαγές για καταστήματα ίδιας περίπου με το επίδικο κατάστασης, κατασκευής και εμφάνισης.
Επομένως, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον προσδιορισμό του πλουτισμού της αναιρεσείουσας, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση , για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
που κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 4034/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ