Supreme Court dismisses appeal on management without mandate, ruling wife acted for herself not ex-husband.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's judgment ordering her to repay funds collected for her former husband's gas station. The appellant argued she managed his business without mandate, but the court found she acted as the sole owner of the licensed station during the relevant period. Consequently, the court held she had no legal basis to claim management without mandate since she knowingly conducted the business for her own benefit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 730 §1, 734, 739 and 740 of the Civil Code; Management without mandate requires intervention without mandate or other legal relationship, which is absent when the manager acts with knowledge and intent for the principal's benefit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1261 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1261/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Θ., πρώην συζ. Δ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2008 του Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσας, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 25-2-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 10934/22-1-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Φλώρινας …, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 30-10-2008 αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως, στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφ' όσον αυτός (αναιρεσίβλητος) δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου πρέπει, παρά την απουσία του, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 §2 Κ.Πολ.Δικ.
Κατ' άρθρο 736 εδ. α ΑΚ αν ο διοικητής αλλοτρίων ανέλαβε τη διοίκηση προς συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, έχει δικαίωμα να ζητήσει απ' αυτόν τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή που εφαρμόζονται αναλόγως. Εξ' άλλου κατά το άρθρο 739 του αυτού Κώδικος όποιος, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση, τη διοικεί σαν δική του, με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία, έχει τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την ύπαρξη διοίκησης αλλοτρίων απαιτείται η ανάμειξη του διαχειριστή να έγινε χωρίς εντολή ή άλλη έννομη σχέση που υποχρεώνει αυτόν σε ενέργεια, ήτοι να επελήφθη αυθορμήτως της διοίκησης της αλλότριας περιουσίας προς το συμφέρον του κυρίου και κατά την πραγματικής ή την εικαζόμενη θέληση του, τελώντας σε γνώση ότι πρόκειται για αλλότρια υπόθεση, η διαχείριση δε αυτή να έγινε είτε στο όνομα του κυρίου, οπότε πρόκειται για γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, είτε στο όνομα του ίδιου του διαχειριστή, οπότε πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων.
Στη δεύτερη όμως περίπτωση, πρέπει όχι μόνο να έχει ο διαχειριστής την πρόθεση να ενεργήσει για λογαριασμό και προς το συμφέρον του κυρίου, αλλά και να εκδηλώσει την πρόθεση του αυτή κατά την επιμέλεια της υπόθεσης. Η διοικούμενη υπόθεσης μπορεί να είναι εν μέρει ίδια του διαχειριστή και εν μέρει αλλότρια.
Αντικειμενικώς δε λογίζεται αλλότρια η υπόθεση όταν ανήκει κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών εις τον κύκλο συμφερόντων τρίτου προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο το έτος 1963. Η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάσθηκε το έτος 1996 και στη συνέχεια ο γάμος τους λύθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
Μέχρι το έτος 1981 ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ασκούσε το επάγγελμα του αυτοκινητιστή και, συνεπώς, ως μισθωτού, όλες οι εμπορικές δραστηριότητές του ασκούνταν από αυτόν στο όνομα της αναιρεσείουσας τότε συζύγου του. Συγκεκριμένα, ο ενάγων άσκησε τις παρακάτω δραστηριότητες, στο όνομα της αναιρεσείουσας συζύγου του:
Από 8-4-1965 μέχρι 1-1-1987 "Αντιπροσωπείες, ανταλλακτικά αυτοκινήτων", από 16-1-1970 επιπλέον και "Συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων". Από 3-7-1984 το αντικείμενο των εργασιών γίνεται "Συναρμολόγηση, κατασκευή και τοποθέτηση ηλιακών θερμοσιφώνων, αντιπροσωπείες αυτοκινήτων και συναφών ειδών, ανταλλακτικά αυτοκινήτων, υγρά καύσιμα και ορυκτέλαια".
Μάλιστα από το 1966 και σύμφωνα με το υπ' αριθμ. …/9-4-1966 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Φλώρινας Γεωργίου Λούστα, η αναιρεσείουσα είχε διορίσει τον αναιρεσίβλητο πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της και έκτοτε ουδέποτε ασχολήθηκε η ίδια καθ' οιονδήποτε τρόπο με τις ως άνω δραστηριότητες, που ασκούνταν από τον αναιρεσίβλητο τυπικά στο όνομά της.
Από το 1981 και μέχρι τις 31-12-1998 ο αναιρεσίβλητος άσκησε εμπορική δραστηριότητα στο όνομα του, διατηρώντας πρατήριο υγρών καυσίμων επί της οδού 7ης Νοεμβρίου 41, στη … . Το έτος 1989 ο ενάγων άνοιξε και δεύτερο πρατήριο υγρών καυσίμων επί της ίδια οδού, … 79. Επειδή, όμως, είχε ήδη στο όνομα του μία άδεια λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων επί της ίδιας οδού και δεν μπορούσε να εκδώσει και δεύτερη, το εν λόγω πρατήριο λειτούργησε στο όνομα της αναιρεσείουσας.
Για τη λειτουργία του πρατηρίου αυτού εκδόθηκε, μετά από ενέργειες του αναιρεσιβλήτου η υπ' αριθμ. πρωτ. ΣΥ 3362/1989 απόφαση Γραφείου Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Φλώρινας, με την οποία χορηγήθηκε στην αναιρεσείουσα άδεια λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων και στη συνέχεια, και πάλι μετά από ενέργειες του ιδίου και με δαπάνες του, εκδόθηκε από τη Νομαρχία Φλώρινας η υπ' αριθμ. 181/2-11-1993 άδεια για κατασκευή υπόγειων δεξαμενών υγρών καυσίμων.
Το πρατήριο αυτό λειτούργησε από το έτος 1989 μέχρι την 1-9-1997, οπότε η αναιρεσείουσα αφού στο μεταξύ διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση της με τον αναιρεσίβλητο κατέθεσε την άδεια λειτουργίας του στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Φλώρινας. Εκτός τούτου, με την υπ' αριθ.
…/17-4-1996 ανάκληση πληρεξουσιότητας, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Παναγακοπούλου, την οποία επέδωσε στον αναιρεσίβλητο, η αναιρεσείουσα ανακάλεσε κάθε δοθείσα προς αυτόν εντολή και πληρεξουσιότητα. Το ως άνω δεύτερο πρατήριο λειτούργησε όλα τα χρόνια αποκλειστικά και μόνο από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος κάλυπτε όλες τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τρίτους.
Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα, στο όνομα της οποίας λειτούργησε ουδεμία ανάμειξη είχε στην εν λόγω δραστηριότητα του αναιρεσιβλήτου. Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου (σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του πρατηρίου) ενισχύεται και από τα παρακάτω: α) Η ίδια η εναγομένη, στην υπ' αριθ. …/17-4-1996 ανάκληση πληρεξουσιότητας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Παναγακοπούλου αναφέρει και τα εξής: "...
Θα ακυρώσει δε την στο όνομα της υπάρχουσα άδεια λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων και ελαστικών, βάσει της οποίας λειτουργεί το συγκεκριμένο πρατήριο υγρών καυσίμων και ελαστικών, δεδομένου ότι ουδέποτε ασχολήθηκε με το εν λόγω κατάστημα ...". β) Επίσης, σε σημείωμα της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, στις 20-1-1997, όσο και σε προτάσεις της στο ίδιο Δικαστήριο, στις 26-2-1997, η εναγομένη αναφέρει και τα εξής: "...
Ο αντίδικος (ενάγων) ασκούσε εμπορία για λογαριασμό μου και εξ ονόματος μου σε πρατήριο υγρών καυσίμων στην οδό … 79 στη … . Ουδέποτε όμως μου απέδωσε λογαριασμό ούτε τα έσοδα από την άσκηση της ως άνω εμπορίας. Το πρατήριο αυτό λειτουργούσε ουσιαστικά για εξυπηρέτηση του μεγάλου πρατηρίου του αντιδίκου μου επί της οδού … 41, αφού χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος καυσίμων του πρατηρίου του αντιδίκου μου, δεδομένου ότι είχε εξαντλήσει τα περιθώρια αποθήκευσης στο κεντρικό πρατήριο ...".
γ) Εκτός τούτων, στην από 16-4-1998 μήνυση της εναντίον του ενάγοντος, που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Φλώρινας (ΒΜΑ 96/194/1996), η εναγομένη αναφέρει: "... Πρέπει να σημειωθεί ότι τυπικά εμφανίζομαι να ασκώ εμπορία υγρών καυσίμων και ελαστικών σε κατάστημα που βρίσκεται στο τέρμα της οδού …, όμως ουσιαστικά την εμπορία ασκεί ο σύζυγος μου, διενεργώντας εμπορικές πράξεις στο όνομα μου χωρίς να μου αποδίδει λογαριασμό ...".
Και δ) Στην υπ' αριθμ. πρωτ. 27/17-3-1999 βεβαίωση της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος Βιομηχανίας και Εμπορίου-Τμήμα Εμπορίου, της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Φλώρινας, βεβαιώνονται τα εξής: "Όλες οι συναλλαγές, που οφείλονταν σε υπηρεσιακούς λόγους και πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της Υπηρεσίας μας και του πρατηρίου υγρών καυσίμων της Α.
συζ. Δ. Π. (οδός … τέρμα- …), καθ' όλο το χρονικό διάστημα της λειτουργίας του (δηλαδή από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του, την 10-8-1989, μέχρι τη διακοπή της λειτουργίας του, περί τα μέσα του έτους 1996) και αφορούσαν στην εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων και εγκυκλίων, σχετικών με: δειγματοληπτικούς ελέγχους και ελέγχους ποιότητας, ογκομέτρησεων των αντλιών, αγορανομικών τιμολογιακών ελέγχων, παροχή στατιστικών στοιχείων και στοίχειων αποθεμάτων, αρχικού και περιοδικών ελέγχων μέτρων και σταθμών, στοιχείων τήρησης του μητρώου πρατηρίων υγρών καυσίμων του Νομού Φλώρινας, συμμετοχής σε δημοπρασίες και διαγωνισμούς και σε όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες που απαιτούνται για την ομαλή και νόμιμη λειτουργία του πρατηρίου, έγιναν αποκλειστικά και μόνο με τον κ.
Δ. Π., τον οποίο συναντούσαμε πάντοτε, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. …/1966 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Γ. Λούστα ... Επίσης, ουδέποτε επικοινωνήσαμε ή είδαμε την ιδιοκτήτρια Α. Π. κατά το προαναφερόμενο διάστημα λειτουργίας του πρατηρίου της, ούτε τόσο στο χώρο του πρατηρίου της αλλά ούτε μας επισκέφθηκε στην υπηρεσία μας ...".
Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η άδεια λειτουργίας, η σύμβαση συνεργασίας με την εταιρία πετρελαιοειδών SHELL, το μισθωτήριο συμβόλαιο για τη μίσθωση του χώρου του πρατηρίου, οι συμβάσεις ηλεκτροδότησης, παροχής νερού, η ασφάλισης στο ταμείο εμπόρων και ό,τι απαιτείτο για τη λειτουργία της επιχειρήσεως έγιναν στο όνομα της αναιρεσείουσας, αφού τούτο ήταν αναγκαίο για τη λειτουργία της επιχειρήσεως, η οποία τυπικά και μόνο λειτουργούσε στο όνομα της.
Τα έτη 1993 έως 1995, λόγω του εμπάργκο που επιβλήθηκε στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, οι επιχειρήσεις του Νομού Φλώρινας υπέστησαν μεγάλη οικονομική ζημία. Για τον λόγο αυτό, με την υπ' αριθμ. 15285/1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και την υπ' αριθμ. 12138/30-5-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Ανάπτυξης, αποφασίσθηκε η χορήγηση αποζημιώσεων στα μέλη του Εμπορικού Επιμελητηρίου Φλώρινας, τα οποία είχαν υποστεί ζημία από την επιβολή του εμπάργκο.
Η αναιρεσείουσα, η οποία κατά τον χρόνο εκείνο βρισκόταν σε διάσταση με τον αναιρεσίβλητο, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι η άδεια λειτουργίας του πρατηρίου ήταν στο όνομα της, υπέβαλε σχετική αίτηση προς τον ΕΟΜΜΕΧ, μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά και στις 17-9-1998 εισέπραξε, ως αποζημίωση, για την ως άνω αιτία το ποσό των 10.414.026 δρχ. (30.562,05 ευρώ).
Έκρινε δε το Εφετείο ότι δικαιούχος της αποζημιώσεως αυτής είναι ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο ανήκε ουσιαστικά η επιχείρηση του πρατηρίου υγρών καυσίμων και ο οποίος, ως επιχειρηματίας, έχει υποστεί και τη σχετική ζημία.
Συνεπώς, η αναιρεσείουσα η οποία, γνωρίζοντας ότι δικαιούχος της αποζημιώσεως ήταν ο αναιρεσίβλητος, προχώρησε στην είσπραξή της σαν να ήταν δική της, υποχρεούται να την αποδώσει στον αναιρεσίβλητο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 739 και 734 ΑΚ περί μη γνήσιας διοικήσεως αλλοτρίων. Με τις σκέψεις δε αυτές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, δέχθηκε την αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη κατά την κύρια βάση της και επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό των 30.562,05 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 730 §1 734, 739 και 740 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις ανωτέρω διατάξεις.
Ειδικότερα, δέχεται ρητά ότι η επιχείρηση του πρατηρίου ανήκε ουσιαστικά στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος εκάλυπτε όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις της επιχείρησης προς τρίτους και είναι αυτός που έχει υποστεί και τη σχετική ζημία λόγω του "εμπάργκο" στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ενώ αντιθέτως η αναιρεσείουσα ουδεμία ανάμειξη είχε στην λειτουργία και διαχείριση του πρατηρίου, το οποίο τυπικά και μόνο λειτουργούσε στο όνομα της αναιρεσείουσας.
Ούτε δημιουργείται αντίφαση από την παραδοχή του, ότι η αναιρεσείουσα, στο όνομα της οποίας λειτουργούσε το πρατήριο, είχε καταστήσει τον αναιρεσίβλητο πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της δυνάμει του υπ' αριθ. …/9-4-1966 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Φλώρινας Γωργίου Λούστα, αφού δέχεται ότι η επιχείρηση του πρατηρίου ανήκε πράγματι στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος τυπικά και μόνο ασκούσε στο όνομα της αναιρεσείουσας τις σχετικές με το πρατήριο δραστηριότητες.
Για τον ίδιο λόγο, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει αν και πώς αντέδρασε ο αναιρεσίβλητος στην ανάκληση της πληρεξουσιότητας που του είχε χορηγήσει η αναιρεσείουσα. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Κατά την γνώμη ενός μέλους του Δικαστηρίου και δη της Αρεοπαγίτου Ρένας Ασημακοπούλου, το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του παραβίασε, τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 730 §1, 734, 739 και 740 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα, η αναιρεσείουσα δεν αναμείχθηκε χωρίς εντολή ή άλλη έννομη σχέση, στη διοίκηση αλλότριας περιουσίας και συγκεκριμένα της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου πρώην συζύγου της προς το συμφέρον αυτού και κατά την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του και μάλιστα τελώντας σε γνώση ότι πρόκειται για υπόθεση του συζύγου της.
Ειδικότερα το Εφετείο δεν δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε ή είχε πρόθεση να ενεργήσει για λογαριασμό και προς το συμφέρον του αναιρεσιβλήτου ή ότι εκδήλωσε τέτοια πρόθεση κατά την επιμέλεια της επίδικης υπόθεσης. Αντίθετα, σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές του, η είσπραξη από αυτήν (αναιρεσείουσα) την 17-9-1998 επιταγής της ΕΟΜΕΞ ποσού 10.4110,20 δραχμών, ως αποκατάσταση της ζημίας της επιχειρήσεως της πρατηρίου υγρών καυσίμων από το εμπάργκο που επιβλήθηκε στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας κατά τα έτη 1993-1995, έγινε στο όνομα και για λογαριασμό της ίδιας, ως κυρίας της επιχείρησης του επίδικου πρατηρίου κατά τα έτη αυτά και με την πρόθεση ότι ενεργούσε προς το συμφέρον της και για λογαριασμό της και όχι υπό την ιδιότητα του διαχειριστή υπόθεσης του πρώην συζύγου της και προς το συμφέρον και την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση αυτού, αφού, όπως δέχεται το Εφετείο, το πρατήριο υγρών καυσίμων λειτουργούσε κατά το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση διάστημα των ετών 1993-1995 με άδεια στο δικό της όνομα, ο δε αναιρεσίβλητος ενεργούσε ως εντολοδόχος, αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος αυτής δυνάμει του με αριθ.
…/1966 συμβολαίου του Συμ/φου Φλώρινας Γεωργίου Λονότα.Επίσης το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, ενώ δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατά την υποβολή από την αναιρεσείουσα στον ΕΟΜΜΕΧ της αίτησης της για είσπραξη της προαναφερθείσας αποζημιώσεως το επίδικο πρατήριο, λειτουργούσε στο όνομά της και η διαχείρισή του από τον αναιρεσίβλητο γίνονταν δυνάμει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου στη συνέχεια, χωρίς να δέχεται με σαφήνεια και πληρότητα εικονικότητα της σύμβασης ανάθεσης από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο της διαχείρισης της επιχείρησης αυτής, ούτε ότι η αναιρεσείουσα κατά την υποβολή της αίτησης προς είσπραξη της αποζημίωσης τελούσε σε γνώση ότι δεν διαχειρίζεται υπόθεση δική της, αλλά του πρατηρίου του αναιρεσιβλήτου και ότι είχε την πρόθεση να ενεργήσει για λογαριασμό και προς το συμφέρον αυτού (αναιρεσιβλήτου),κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ένδικη αγωγή ήταν νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη κατά τη βάση της επί της διοίκησης άνευ εντολής, αλλοτρίας υπόθεσης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο την εισπραχθείσα απ' αυτήν ως άνω αποζημίωση.
Επομένως κατά την μειοψηφούσα γνώμη οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως είναι βάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2008 αίτηση της Α. Σ. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29/2008 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ